"Φρα Ντιάμπολο", ο θρυλικός ηγέτης των ανταρτών...

Παντελής Καρύκας
571

Ο Μικέλε Πέντζα γεννήθηκε το 1771. Ήταν γόνος αγροτικής οικογένειας μέσης οικονομικής κατάστασης. Ως παιδί αρρώστησε βαριά. Οι γονείς του έκαναν τάμα σε τοπικό άγιο και όταν ο μικρός Μικέλε σώθηκε τον έντυσαν μοναχό τη δεύτερη Κυριακή μετά το Πάσχα, όπως ήταν η τοπική παράδοση. Επειδή όμως ήταν άτακτος κάποιος τον ονόμασε Φρα Ντιάμπλο (μοναχός διάβολος).

Έτσι του “κόλλησαν” το εν λόγω παρατσούκλι με το οποίο έμελλε να μείνει στην ιστορία. Γνώριζε γραφή και ανάγνωση, κάτι σημαντικό για τους αγρότες της Καλαβρίας, εκείνη την εποχή και εργάστηκε ως ταχυδρόμος στην αντίστοιχη υπηρεσία του βασιλείου.

Το 1797 σκότωσε δύο άνδρες, έναν αντεραστή του και έναν φίλο αυτού που του έστησαν ενέδρα. Δικάστηκε και για τιμωρία στάλθηκε να υπηρετήσει στον στρατό. Σύντομα προήχθη σε λοχία και το 1798 έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά των Γάλλων στο έδαφος του Παπικού κράτους.

Ο στρατός του Βασιλείου των Δύο Σικελιών ηττήθηκε και διαλύθηκε κατά τη υποχώρηση. Ο Πέντζα όμως πολέμησε καλά. Διακρίθηκε ιδιαίτερα σε συγκρούσεις με τους καταδιώκοντες Γάλλους, συγκροτώντας και ένα σώμα από αγρότες. Κατάφερε να ξεφύγει από τους Γάλλους σώζοντας τους άνδρες του.

Στις 22 Ιανουαρίου 1799 συνέβη κάτι που τον στιγμάτισε. Οι Γάλλοι σκότωσαν άγρια μια ομάδα αγροτών που προσπάθησαν να αντισταθούν στις καταστροφές που προκαλούσαν. Οι Γάλλοι λεηλάτησαν τη μικρή πόλη του Ίτρι και σκότωσαν πάνω από 60 νεκρούς πολίτες, γέρους, γυναίκες και παιδιά. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο γέροντας πατέρας του Πέντζα.

Τον Φεβρουάριο του 1799 5.000 Βρετανοί και Ναπολιτάνοι στρατιώτες αποβιβάστηκαν στην Καλαβρία από την Σικελία. Αμέσως οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν κατά των Γάλλων. Νέοι, γέροι, γυναίκες, άνδρες, παιδιά, πλούσιοι, πτωχοί, κληρικοί, συγκρότησαν την «Χριστιανική Στρατιά της Ιερής Πίστης» και άρχισαν να χτυπούν αλύπητα τους Γάλλους.

Ο Πέντζα συγκρότησε ένα μικρό σώμα το οποίο έταξε υπό τις διαταγές των τακτικών στρατευμάτων. Σύντομα όμως το σώμα του έφτασε να αριθμεί 4.000 άνδρες επικεφαλής των οποίων εκτελούσε ιδιαίτερα τολμηρές επιδρομές κατά των Γάλλων, με αποτέλεσμα να θυμηθούν το προσωνύμιό του και να τον ονομάσουν και πάλι Φρα Ντιάμπολο.

Μαζί με Βρετανούς και Ναπολιτάνους τακτικούς στρατιώτες συμμετείχε στην απελευθέρωση της Νεάπολης από τους Γάλλους κερδίζοντας φήμη. Επρόκειτο για μια ιδιαίτερα σκληρή εκστρατεία που κόστισε τη ζωή σε τουλάχιστον 50.000 ανθρώπους εκατέρωθεν.

Ο Πέντζα πάντως και οι άνδρες του διακρίθηκαν επίσης για την αγριότητά τους. Από τα μαχαίρια τους έπεσαν νεκροί πολλοί Γάλλοι, ακόμα και ένας ανώτατος αξιωματικός. Μετά την αποχώρηση των Γάλλων πάντων επέστρεψε στο σπίτι του λίγο αργότερα νυμφεύθηκε, έχοντας ονομαστεί και επίτιμος συνταγματάρχης.

Νέα γαλλική εισβολή

Κατά τη νέα γαλλική εισβολή το 1806 επανήλθε στη δράση σχηματίζοντας και πάλι ανταρτική ομάδα. Μετά τη μάχη της Μαίντα όπου οι Βρετανοί νίκησαν τους Γάλλους στην Καλαβρία. Οι Καλαβροί αναθάρρησαν, αλλά οι Βρετανοί υποχρεώθηκαν τελικά να αποχωρήσουν, αφήνοντας τους αντάρτες συμμάχους τους μόνους.

Ο Φρα Ντιάμπολο όμως δεν έχασε το κουράγιο του. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1806 μάλιστα πέτυχε μεγάλη νίκη κατά των Γάλλων. Κατόπιν όμως οι Γάλλοι επανήλθαν δριμύτεροι και έτοιμοι να εκδικηθούν. Έπληξαν τον Πέντζα και τους άνδρες του από τρεις πλευρές. Πάνω από 100 αντάρτες σκοτώθηκαν και 60 αιχμαλωτίσθηκαν. Οι αιχμάλωτοι δολοφονήθηκαν άμεσα από τους Γάλλους.

Ο Πέντζα κατάφερε να ξεφύγει στα Αμπρούζια όρη και να συγκροτήσει μια νέα ομάδα χάρη στη φήμη του. Οι Γάλλοι συνέχισαν όμως να τον καταδιώκουν απηνώς. Στις 24 Οκτωβρίου 1806 σε νέα μάχη επικράτησαν. Οι περισσότεροι άνδρες του Φρα Ντιάμπολο πολέμησαν μέχρι θανάτου και έπεσαν.

Ο ίδιος τραυματίστηκε. Κατάφερε και πάλι να ξεφύγει αλλά την 1η Νοεμβρίου, κατόπιν προδοσίας, συνελήφθη. Οι Γάλλοι του πρόσφεραν μεγάλα χρηματικά ανταλλάγματα για να περάσει στο στρατόπεδό τους, αλλά αυτός υπερήφανα αρνήθηκε. Οι Γάλλοι αρνήθηκαν ακόμα και να τον ανταλλάξουν με 200 δικούς τους αιχμαλώτους.

Τελικά τον απαγχόνισαν στις 9 Νοεμβρίου 1806. Ωστόσο η εξέγερση δεν έπαυσε και συνέχισε να κατατρώει τα σπλάχνα της γαλλικής κατοχής μέχρι και το 1815, όταν οι Γάλλοι αποχώρησαν.