Τα φονικά "φτωχά" όπλα των αρχαίων Ελλήνων

Παντελής Καρύκας
1151
Ο Δαβίδ σκοτώνει τον Γολιάθ με σφενδόνη. Παράσταση από μεσαιωνικό χειρόγραφο.

Οι σφενδονήτες ήταν μετά τους ακοντιστές ο πλέον διαδεδομένος τύπος ψιλών (ελαφρών πεζών) στους ελληνικούς στρατούς. Οι άνδρες ήσαν εξοπλισμένοι με τη σφενδόνη, έναν δερμάτινο ή από σχοινί πλεγμένο ιμάντα, πεπλατυσμένο στη μέση.

Στο πεπλατυσμένο σημείο τοποθετείτο το βλήμα. Κατόπιν ο σφενδονήτης περιέστρεφε τη σφενδόνη με ταχύτητα και την κατάλληλη στιγμή άφηνε τη μία άκρη του ιμάντα. Το βλήμα, χάρις στην φυγόκεντρο δύναμη έφευγε με μεγάλη ταχύτητα προς τον εχθρό. Αρχικά τα βλήματα ήταν λίθινα ή πήλινα «βολιδοφόρα».

Τα πήλινα βλήματα έσπαζαν κατά την πρόσκρουση και οι φολίδες, λόγω της κινητικής ενέργειας, μπορούσαν να πλήξουν αθωράκιστο αντίπαλο.

Μολύβδινα βλήματα σφενδόνης.

Αργότερα όμως υιοθετήθηκαν μολύβδινα προκατασκευασμένα σε ελλειψοειδές σχήμα βλήματα, τα οποία είχαν καλύτερη αεροδυναμική και άρα μεγαλύτερο βεληνεκές και φονική ικανότητα. Ένας καλός σφενδονήτης ήταν ικανός να πλήξει αντίπαλο σε απόσταση ως και 100 μέτρων με μεγάλη ακρίβεια.

Το βάρος του βλήματος της σφενδόνης έφτανε αρχικά τα 30 γραμμάρια. Ο Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας αύξησε το βάρος στα 80 γραμμάρια.

Ονομαστοί στον αρχαίο κόσμο ήταν οι Ρόδιοι σφενδονήτες, αλλά και αυτοί από τις Βαλεαρίδες νήσους. Οι σφενδονήτες ήταν ο πλέον επικίνδυνος για το βαρύ πεζικό τύπος ψιλών.

Το βλήμα της σφενδόνης δεν χρειαζόταν να διαπεράσει τη θωράκιση του βαριά θωρακισμένου πεζού για να του προκαλέσει πλήγμα. Ένα πλήγμα σφενδόνης στο κράνος ήταν ικανό ακόμα και να σκοτώσει τον οπλίτη που το φορούσε, χωρίς να το σπάσει.

Το μέταλλο του κράνους «βούλιαζε» από την ισχύ της πρόσκρουσης και ήταν αυτό που σκότωνε τον άνδρα που το φορούσε. Διάσημη άλλωστε είναι η ιστορία του Δαβίδ και του Γολιάθ, από την Αγία Γραφή.

Αρχαίος Έλληνας σφενδονήτης υποστηρίζει τμήμα πελταστών.

Εξέλιξη του σφενδονήτη αποτέλεσε και ο κεστροσφενδονήτης, ένας τύπος ψιλών που εισήχθη στους ελληνικούς στρατούς στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. Η κεστροσφενδόνη δεν ήταν παρά μια σφενδόνη προσαρμοσμένη επί ξύλινου στειλεού, έτσι ώστε να επιτυγχάνετε ακόμα μεγαλύτερη φυγόκεντρος δύναμη κατά την εξαπόλυση του βλήματος.

Η κεστροσφενδόνη έβαλλε, πέραν των τυπικών και ένα βελόσχημο βλήμα, τον κέστρο, απ’ όπου πήρε και το όνομα της. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές πάντως ο κέστρος τοποθετείτο στους ιμάντες της σφενδόνης και εξαπολύονταν χωρίς τη βοήθεια στειλεού.

Ο κέστρος ήταν ένα κοντό μα ισχυρό βέλος, το οποίο τοποθετείτο με μια ειδική διάταξη στη σφενδόνη και εξαπολύονταν με καμπύλη τροχιά.

Κεστροσφενδονήτης των μεσαιωνικών χρόνων σε παράσταση από χειρόγραφο.

Ήταν ιδιαιτέρως δραστικό όπλο κατά του βαρέως πεζικού, ικανό να διαπεράσει με ευκολία τις ασπίδες, αλλά και τους θώρακες των Ρωμαίων λεγεωνάριων, εναντίον των οποίων κυρίως χρησιμοποιήθηκε.

Οι σφενδονήτες έφεραν, ορισμένες φορές, μικρή ασπίδα (ασπιδίσκο) και σπαθί ή εγχειρίδιο.