Τα τελευταία γενέθλια του Χίτλερ... Παράνοια και κατάρρευση

Παντελής Καρύκας
477

Στις 16 Απρίλιου 1945 οι Σοβιετικοί εξαπέλυσαν την τελική, όπως αποδείχθηκε, επίθεσή τους κατά των Γερμανών, με έπαθλο το Βερολίνο. Τέσσερις μόλις μέρες μετά την έναρξη της επίθεσης τους, οι Σοβιετικοί είχαν διασπάσει το γερμανικό μέτωπο βόρεια και νότια της πόλης και με ταχύ ρυθμό προχωρούσαν στην περικύκλωση της πόλης. Οι γερμανικές δυνάμεις δεν ήταν σε θέση, πλέον, να τους αμφισβητήσουν, ούτε για μια στιγμή, το πεδίο της μάχης. Η υπεροχή των σοβιετικών ήταν τόσο μεγάλη ώστε κανείς - εχέφρων - δεν είχε αμφιβολία για το αποτέλεσμα.

Υπήρχε όμως κάποιος που αρνούνταν κατηγορηματικά να δει την πραγματικότητα. Την 20η μάλιστα Απριλίου γιόρταζε τα 56α του γενέθλια. Ήταν φυσικά ο Αδόλφος Χίτλερ. Ο γερμανικός λαός ενημερώθηκε μέσω ραδιοφώνου για το "ευτυχές" γεγονός, από τον υπουργό Προπαγάνδας Γκαίμπελς, όπως συνέβαινε κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, τα τελευταία 12 χρόνια, ο οποίος, προπαγάνδισε την τυφλή υπακοή στον «φύρερ».

«Αν σήμερα η Γερμανία ζει το οφείλουμε σε αυτόν, αν η Ευρώπη και ο δυτικός πολιτισμός δεν έχουν ακόμα παρασυρθεί και γκρεμισθεί στο βάραθρο που ανοίγεται μπροστά μας, σε αυτόν και μόνο το οφείλουμε... Ο αρχηγός της αντίπαλης συνωμοσίας κτυπήθηκε ανελέητα από τη μοίρα (ο Ρούζβελτ, που μόλις είχε πεθάνει), τη μοίρα που διαφύλαξε ανέπαφο, στις 20 Ιουλίου 1944, τον Φύρερ... Ποίος άλλος θα μπορούσε να σταθεί καλύτερα στο ύψος του δικαστή της παγκόσμιας κρίσης καλύτερα από τον Φύρερ; Εμείς του φωνάζουμε: διέταξε μας Φύρερ και εμείς υπακούμε, γιατί αυτός γνωρίζει και μπορεί...».

Με τους Σοβιετικούς σε απόσταση μόλις 30 χλμ. από την ισοπεδωμένη πόλη και τις οβίδες τους να σκορπούν τον θάνατο δεν πρέπει να ήταν πολλοί εκείνοι που τις ώρες αυτές θα αναζητούσαν τον καλύτερο του Χίτλερ «δικαστή της παγκόσμιας κρίσης».

20η Απριλίου

Η πρώτη σοβιετική οβίδα «προσγειώθηκε» στο Βερολίνο στις 11.30 της 20ης Απριλίου, στην πλατεία Χέρμαν, αποτελώντας το δώρο των γενεθλίων των Σοβιετικών προς τον Χίτλερ. Στο μεταξύ οι Σοβιετικοί, οι οποίοι δεν είχαν έτσι και αλλιώς τέτοιου τύπου φιλοσοφικές ανησυχίες, συνέχιζαν ακάθεκτοι να προελαύνουν, λες και δεν ένιωθαν τίποτα από την "τραγικότητα" και την "ιερότητα" της στιγμής των τελευταίων γενεθλίων του δολοφόνου «Φύρερ».

Το πρωινό της 20ης Απριλίου το τηλέφωνο ηχούσε δαιμονισμένα στο τηλεφωνικό κέντρο του υπογείου καταφυγίου. Ο αυλοκόλακας στρατηγός Κρεμπς, αντικαταστάτης του περίφημου στρατηγού Γκουντέριαν ως επιτελάρχης της Ανωτάτης Διοίκησης του Στρατού, ελάμβανε συνεχώς κακές ειδήσεις.

Το αρχηγείο της Ανωτάτης Διοίκησης στο Τσόζεν θα καταλαμβάνονταν από λεπτό σε λεπτό από τις σοβιετικές δυνάμεις. Ο επικεφαλής του λόχου στρατηγείου επικοινώνησε με τον Κρεμπς και του ζήτησε την άδεια να εγκαταλείψει το αρχηγείο, αφού πρώτα καταστρέψει τα αρχεία και το υλικό.

Ο Κρεμπς όμως του αρνήθηκε την άδεια. Έπρεπε να ενημερώσει πρώτα τον Χίτλερ και να δώσει εκείνος την διαταγή υποχώρησης ενός λόχου. Τελικά η διαταγή υποχώρησης δόθηκε στις 13.00, 8 ολόκληρες ώρες μετά το πρώτο τηλεφώνημα. Ως τότε βέβαια είχαν χαθεί τα 4/5 των ανδρών του λόχου. Το γεγονός εντασσόταν στα πλαίσια της φανατικής αντίστασης που έπρεπε να προβληθεί, έστω και χωρίς ουσιαστικό, πρακτικό αντίκρισμα.

Η 9η Γερμανική Στρατιά, ηττημένη και καταπονημένη, η οποία τηρούσε το ενώπιον του Βερολίνου μέτωπο, στις 16 Απριλίου, δεν ήταν σε θέση να κρατήσει πλέον τις θέσεις της. Ο διοικητής της ομάδα στρατιών του Βιστούλα, στην οποία εντασσόταν η στρατιά, στρατηγός Χαϊνρίτσι, επικοινώνησε επίσης με τον Κρεμπς ζητώντας του να πείσει τον Χίτλερ να εγκρίνει την υποχώρηση της στρατιάς σε νέες θέσεις εγγύτερα του Βερολίνου.

Το αίτημα του, όπως ήταν φυσικό, απορρίφθηκε και ο Χίτλερ, μέσω του Κρεμπς, ζήτησε από τον διοικητή της στρατιάς, στρατηγό Μπούσε, να κρατήσει τις θέσεις του, καλύπτοντας με «κάποιον τρόπο» (μαγικό ίσως;) και τις δύο εκτεθημένες πτέρυγες και τα νώτα του.

Γενέθλια...

Ήταν φανερό ότι ο Χίτλερ είχε πλέον χάσει κάθε αίσθηση της πραγματικότητας ή του γελοίου. Εκείνο το πρωινό πάντως, ο Χίτλερ ένιωθε κουρασμένος και δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι πριν τις 11.00. Νωρίς το απόγευμα άρχισαν να καταφτάνουν οι καλεσμένοι για να ευχηθούν τα χρόνια πολλά στον Χίτλερ.

Όλοι ήταν εκεί, ο Γκαίρινγκ, ο Χίμλερ, ο Γκαίμπελς, ο ναύαρχος Νταίνιτς, ο Ρίμπεντροπ, το αχώριστο δίδυμο, οι Καίτελ και Γιόντλ, οι γλοιώδεις αυλοκόλακες Μπούργκντορφ και Κρεμπς και ο Άρθουρ Άξμαν, ο επικεφαλής της Χιτλερικής Νεολαίας.

Ο τελευταίος είχε ένα ασυνήθιστο δώρο να προσφέρει στον Χίτλερ, μια ομάδα παιδιών, μεταξύ 12 και 16 ετών. Τα παιδιά, μέλη της Νεολαίας, αφού τους προσφέρθηκε ζεστή σοκολάτα, παρατάχθηκαν προς στον πίσω κήπο της καγκελαρίας. Τότε η πύλη του καταφυγίου άνοιξε και ο Χίτλερ εξήλθε.

Ήταν εξασθενισμένος και χώλαινε από το αριστερό πόδι. Ο Χίτλερ πλησίασε τα παιδιά, τα παρασημοφόρησε και τα χάιδεψε. Κατόπιν τα ευχαρίστησε για την πίστη τους και αποχώρησε. Τα παιδιά τον αποχαιρέτησαν με ένα διαπεραστικό «Χάιλ Χίτλερ». Ο Χίτλερ είχε βρει τους μάρτυρες του.

Μετά το πέρας της «σεμνής» αυτής τελετής ο Χίτλερ στράφηκε προς τους καλεσμένους του και αντάλλαξε χειραψία με όλους τους. Ιδιαίτερα τίμησε τον στρατάρχη Κάιτελ. «Δεν πρόκειται να σας ξεχάσω ποτέ», του είπε. «Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ ότι με σώσατε κατά τη συνωμοσία και με φυγαδεύσατε στο Ράστενμπουργκ. Ήταν οι σωστές αποφάσεις και οι σωστές ενέργειες τότε».

Μετά τον εορτασμό των γενεθλίων του, όλοι οι καλεσμένοι και ο ίδιος ο Χίτλερ πέρασαν στην αίθουσα των συσκέψεων. Το κύριο πρόβλημα που τέθηκε προς συζήτηση ήταν η διατήρηση της γεωγραφικής ενότητας του Ράιχ, το οποίο κινδύνευε με διχοτόμηση.

... και σχέδια

Σε λίγες μέρες ή και ώρες ήταν πιθανό να είχε επιτευχθεί, από τον εχθρό, η πλήρης περικύκλωση του Βερολίνου. Οι περισσότεροι λοιπόν καλεσμένοι επιθυμούσαν διακαώς να μάθουν αν ο Χίτλερ ήταν διατεθειμένος να εγκαταλείψει το Βερολίνο και να μεταφερθεί, μαζί με την έδρα της κυβέρνησης, στον Νότο, όπου λάμβανε ακόμα χώρα συγκροτημένος αγώνας.

Η μεταφορά της έδρας της κυβέρνησης θα εξασφάλιζε φυσικά και τη δική τους φυγή προς τη σωτηρία. Αυτό μάλλον ήταν και το μεγάλο τους πρόβλημα των περισσοτέρων, η προσωπική τους σωτηρία.

Ο Χίτλερ πάντως δεν απάντησε, άμεσα τουλάχιστον, στο ερώτημα περί παραμονής του ή όχι στο Βερολίνο. Το μεγαλύτερο σημείο αναγνώρισης του κινδύνου στο οποίο έφτασε ήταν να διατάξει τη συγκρότηση δύο διοικήσεων, σε περίπτωση αποκοπής της πρωτεύουσας από την υπόλοιπη Γερμανία.

Τη διοίκηση στον Βορρά θα αναλάμβανε, έχοντας απόλυτες εξουσίες, ο ναύαρχος Νταίνιτς. Στον Νότο τη διοίκηση θα αναλάμβανε, υπαγόμενος όμως απευθείας στον Χίτλερ, ο στρατάρχης της Luftwaffe Κέσσερλινγκ. Ωστόσο η σοβιετική προέλαση πίεζε ασφυκτικά και η αντιμετώπιση της απαιτούσε τη λήψη αποφάσεων.

Το βράδυ της ίδιας μέρας τόσο ο Χίμλερ, όσο και ο Γκαίρινγκ εγκατέλειψαν το Βερολίνο. Οι «χρυσοί φασιανοί», όπως το αλάνθαστο λαϊκό αισθητήριο τους ονόμασε, ήταν σοβαρά απασχολημένοι με την προετοιμασία της αναχώρησης τους. Ο Γκαίρινγκ σπατάλησε πολλές ώρες επιθεωρώντας τα πολύτιμα έργα τέχνης που θα έπαιρνε μαζί του.

Στο διάστημα μεταξύ 20 και 23 Απριλίου πραγματοποιήθηκαν 20 πτήσεις από το πολιορκημένο Βερολίνο προς την μη καταληφθείσα Γερμανία. Με ένα από τα αεροσκάφη μεταφέρονταν η γκαρνταρόμπα της Εύα Μπράουν, της υπέροχα "έξυπνης άριας", μετέπειτα συζύγου του Χίτλερ. Δυστυχώς για αυτήν, το αεροσκάφος κατέπεσε.

Αγωνιώντας για την τύχη της γκαρνταρόμπας της η Εύα, έγραψε στην αδερφή της Γκρετλ, την εξής απίστευτη επιστολή: «Έφτασε ο Άρντ (υπηρέτης του Χίτλερ που ταξίδευε με το μοιραίο αεροσκάφος) με την επιστολή μου και τις βαλίτσες μου; Εδώ ακούσαμε ότι το αεροσκάφος καθυστέρησε. Ελπίζω ο Δρ. Μορέλλ (γιατρός του Χίτλερ, ο οποίος ταξίδευε με άλλο αεροσκάφος) να φτάσει σε εσάς ασφαλής με τα κοσμήματα μου. Θα ήταν πραγματικά τρομερό αν χανόταν»!