Βιετνάμ, η μάχη στον αέρα: Η υπερδύναμη ταπεινώνεται

Παντελής Καρύκας
1206

Ο αεροπορικός πόλεμος πάνω από το Βόρειο Βιετνάμ ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής «αντιποίνων» που αποφάσισε να εφαρμόσει η αμερικανική πολιτική ηγεσία. Δικαίως, οι Αμερικανοί, υπολόγιζαν ότι οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί θα «γονάτιζαν» τον Βορρά, όπως έλεγαν τότε, και μάλιστα χωρίς μεγάλο σε αίμα κόστος, εφόσον οι Βορειοβιετναμέζοι δεν διέθεταν οργανωμένο σύστημα αεράμυνας, ώστε να αμφισβητήσουν την αμερικανική αεροπορική υπεροχή.

Υπ’ αυτό το πρίσμα σχεδιάσθηκαν οι αεροπορικές επιθέσεις εναντίον του Βορείου Βιετνάμ, επί δύο κατευθύνσεων. Η πρώτη από αυτές ήταν η τακτική των μαζικών επιθέσεων, με μεγάλο αριθμό αεροσκαφών, συνεχώς. Η δεύτερη προέβλεπε μια κλιμακούμενη αεροπορική εκστρατεία, αναλόγως και των στρατιωτικών και πολιτικών αντιδράσεων του εχθρού.

Ειδικότερα προέβλεπε πλήγματα αντιποίνων κάθε φορά που ο εχθρός προέβαινε σε κάποιας μορφή επίθεση κατά αμερικανικών ή νοτιοβιετναμικών στόχων.

Με αυτή τη λογική διεξήχθησαν και οι πρώτες αεροπορικές επιχειρήσεις, οι «Flaming Dart I» και η «Flaming Dart II», ως απαντήσεις στις εχθρικές επιθέσεις στο Πλεικού – 7 Φεβρουαρίου 1965 – και στο Κουί Νον – 10 Φεβρουαρίου 1965. Ακολούθησε από τις 2 Μαρτίου 1965 η επιχείρηση «Rolling Thunder».

MiG και αντιαεροπορικά

Αντίθετα όμως με τις αμερικανικές προσδοκίες, οι Βόρειοι είχαν σημαντικά ενισχυθεί από τους συμμάχους τους με μαχητικά αεροσκάφη, αντιαεροπορικά πυροβόλα, ραντάρ και πάνω από όλα με κατευθυνόμενα βλήματα εδάφους – αέρος, κυρίως SA-2. Έτσι όταν οι Αμερικάνοι άρχισαν τον αεροπορικό πόλεμο οι Βιετναμέζοι ήταν σε θέση να αντιδράσουν.

Στις πρώτες φάσεις της επιχείρησης «Rolling Thunder», ως κύριος αμερικανικός στόχος είχε επιλεγεί η γέφυρα του Ταν Χοά – μιας στρατηγικής σημασίας γέφυρα, από την οποία περνούσε η σιδηροδρομική γραμμή που ένωνε τον Βορρά με τον Νότο.

Οι Αμερικάνοι θεώρησαν την καταστροφή της μια μάλλον εύκολη υπόθεση. Στις 4 Απριλίου 1965 αμερικανικά μαχητικά F-105 απογειώθηκαν με αποστολή να καταστρέψουν τη γέφυρα. Θα τα συνόδευαν μαχητικά F-100 Super Sabre.

Η βορειοβιετναμική αεράμυνα τέθηκε αμέσως σε συναγερμό και 4 Μιg-17 απογειώθηκαν για να αναχαιτίσουν τους εισβολείς. Οι Αμερικανοί αιφνιδιάστηκαν πλήρως και πριν προλάβουν να αντιδράσουν δύο αεροσκάφη τους είχαν καταρριφτεί, από τα παλαιά, αλλά αξιόμαχα ρωσικά μαχητικά.

Αυτή ήταν μόνο μια προειδοποίηση για ότι θα επακολουθούσε. Σύντομα τα αμερικανικά αναγνωριστικά εντόπισαν δεκάδες θέσεις εκτόξευσης κατευθυνομένων αντιαεροπορικών βλημάτων. Στις 24 Ιουλίου ένα από αυτά πέτυχε την πρώτη του είδους κατάρριψη, με θύμα ένα F-4 Phantom της αμερικανικής αεροπορίας.

Σύντομα οι Αμερικάνοι διαπίστωσαν ότι οι αντίπαλοί τους είχαν οργανώσει την άμυνά τους σε τρία κλιμάκια. Τα αντιαεροπορικά κατευθυνόμενα βλήματα ήταν ο κορμός της εχθρικής αεράμυνας.

Οι θέσεις εκτόξευσης καλύπτονταν παράλληλα από ένα πυκνότατο δίκτυο αντιαεροπορικών πυροβόλων, ποικίλων διαμετρημάτων – από 27 έως 100 χλστ. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα αντιαεροπορικά πυροβόλα των Βορείων ευθύνονταν για τις περισσότερες καταρρίψεις αμερικανικών αεροσκαφών.

Το τρίτο στοιχείο της βορειοβιετναμικής αεράμυνας ήταν τα διατιθέμενα σοβιετικά μαχητικά – αρχικά Mig-17 και αργότερα Mig-19 και Mig-21. Με εξαίρεση τον τελευταίο τύπο, οι δύο πρώτοι δεν ήσαν σε καμία περίπτωση ισάξιοι των αντίστοιχων αμερικανικών αεροσκαφών.Άλλωστε και το Mig -21 μειονεκτούσε αισθητά.

Για τον λόγο αυτό οι Βόρειοι χρησιμοποιούσαν τα αεροσκάφη τους με φειδώ, για αναχαίτιση σημείου, αναθέτοντας τους βασικούς ρόλους στους πυραύλους και στα αντιαεροπορικά πυροβόλα.

Τα βιετναμικά Μig εφορμούσαν συνήθως με τη μέγιστη ταχύτητα, στις «ουρές» των αμερικανικών επιθετικών «πακέτων», εξαπολύοντας εναντίον τους βλήματα θερμικής καθοδήγησης και πολυβολώντας τα. Δεν εμπλέκονταν σε αερομαχία μαζί τους. Αερομαχίες βέβαια διεξήχθησαν, αλλά αυτή δεν ήταν η συνήθης πρακτική.

Σε πολλές δε περιπτώσεις, επειδή οι Αμερικανοί συνήθιζαν να επιτίθενται με μανία κατά των εχθρικών θέσεων πυραύλων, οι Βιετναμέζοι κατασκεύαζαν ψεύτικες θέσεις πυραύλων, τις οποίες κάλυπταν με πλήθος αντιαεροπορικών πυροβόλων, ως δόλωμα.

Οι Αμερικάνοι από τη πλευρά τους επιστράτευσαν την τεχνολογική τους υπεροχή, χρησιμοποιώντας αεροσκάφη ηλεκτρονικού πολέμου και ηλεκτρονικά αντίμετρα κατά των εχθρικών ραντάρ και των πυραύλων.

Χάρις στα ηλεκτρονικά αντίμετρα οι Αμερικάνοι εκτέλεσαν την πρώτη τους επιτυχημένη επιδρομή εναντίον εχθρικών θέσεων πυραύλων, στις 17 Οκτωβρίου 1965. Τα αμερικανικά αντίμετρα «τύφλωσαν» τα εχθρικά ραντάρ, επιτρέποντας σε ένα σμήνος A-4 Skyhawk και σε ένα σμήνος A-6 Intruder, του ναυτικού, να διαλύσουν μια εχθρική θέση πυραύλων, βορείως του Ανόι.

Σταδιακά οι Αμερικάνοι υιοθέτησαν την τακτική της προσβολής των εχθρικών θέσεων πυραύλων σε δύο φάσεις. Πρώτα τα αεροσκάφη καταστολής αεράμυνας (Wild Weasel) εντόπιζαν τις εκπομπές των εχθρικών ραντάρ και έβαλαν εναντίον τους με πυραύλους αντιραντάρ και σε δεύτερο χρόνο έρχονταν τα τακτικά βομβαρδιστικά για να καταστρέψουν τις εχθρικές συστοιχίες.

Οι Βιετναμέζοι αντέδρασαν θέτοντας τα ραντάρ τους εκτός λειτουργίας. με τον τρόπο αυτό όμως εκμηδενιζόταν η αποτελεσματικότητα των πυραύλων τους.

Η πρώτη κατάρριψη Μig σημειώθηκε στις 17 Ιουνίου 1965, όταν δύο Phantoms από το αεροπλανοφόρο «Μιντγουέι» εντόπισαν 4 Μig-17. Οι Αμερικανοί χειριστές Πέιτζ και Μπάτσον κατέρριψαν από ένα εχθρικό αεροσκάφος με κατευθυνόμενα βλήματα Sparrow. Η πλέον παράξενη αερομαχία όμως σημειώθηκε μεταξύ δύο ελικοφόρων αμερικανικών επιθετικών αεροσκαφών Α-1 Skyraider και 2 Mig-17.

Εκμεταλλευόμενα την μικρότερη τους ταχύτητα, τα αμερικανικά αεροσκάφη, με συνεχείς κλειστούς ελιγμούς, κατάφεραν να καταρρίψουν ένα εχθρικό αεροσκάφος. Η αμερικανική αεροπορία πέτυχε τις πρώτες τις καταρρίψεις στις 10 Ιουλίου 1965. Και εδώ οι δράστες ήταν τα F-4 Phantoms που κατέρριψαν δύο εχθρικά με βλήματα Sidewinder.

Οι Αμερικάνοι σχεδίασαν μια επιχείρηση, με σκοπό να παγιδεύσουν τα εχθρικά αεροσκάφη και να καταστρέψουν όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά. Η επιχείρηση «Μπόλο» ανατέθηκε στην 8η Πτέρυγα Μάχης.

Οι Αμερικάνοι, αντί να αποστείλουν τα τακτικά μαχητικά τους για να πλήξουν τους εχθρικούς στόχους, όπως έκαναν πάντοτε, καλύπτοντάς τα με F-4 Phantoms, έστειλαν μόνο τα Phantoms, χωρίς τα βομβαρδιστικά.

Οι Βιετναμέζοι, πιστεύοντας ότι τα ίχνη που εντόπισαν στις οθόνες των ραντάρ τους αφορούσαν αμερικανικά βομβαρδιστικά απογείωσαν μαχητικά αεροσκάφη για να τα αναχαιτίσουν. Έκπληκτοι όμως διαπίστωσαν ότι απέναντί τους είχαν τα καλύτερα εχθρικά μαχητικά. Ακολούθησε σκληρή αερομαχία στην οποία οι Βιετναμέζοι έχασαν 7 αεροσκάφη.

Τα αίτια της αποτυχίας

Η επιχείρηση «Rolling Thunder» συνεχίσθηκε με διάφορες διακυμάνσεις. Οι Αμερικάνοι κατάλαβαν ότι αν ήθελαν να επιτύχουν πραγματικά αποτελέσματα έπρεπε να εγκαταλείψουν την τακτική των αντιποίνων και να επικεντρωθούν σε σοβαρά τακτικά, πλήγματα κατά των εχθρικών υποδομών, ίσως και σε περιορισμένης κλίμακας στρατηγικούς «υποστρατηγικούς» βομβαρδισμούς.

Με αυτό το σκεπτικό οι Αμερικάνοι ξεκίνησαν μια αεροπορική εκστρατεία κατά των εχθρικών υποδομών – λιμάνια, αποθήκες, διυλιστήρια, γέφυρες, δρόμοι και φυσικά ο διάδρομος Χο Τσι Μινχ, αγαπημένος στόχος των Β-52. Παράλληλα έγιναν αεροναρκοθετήσεις των ποταμών και επιδρομές κατά των εχθρικών αεροπορικών βάσεων. Ακολούθησαν επιδρομές κατά των βιομηχανικών υποδομών του Βορρά.

Ωστόσο η επιχείρηση «Rolling Thunder» απέτυχε τελικά. Οι λόγοι της αποτυχίας της είναι απλοί. Πρώτον οι Αμερικάνοι, ως συνήθως, υποτίμησαν την βορειοβιετναμική αεράμυνα. Ο δεύτερος λόγος ήταν ακόμα πιο απλός.

Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί μπορούν να λυγίσουν ένα μαχόμενο έθνος, καταστρέφοντας την βιομηχανική του υποδομή, την τεχνική του υποδομή και ίσως την ευρύτερη παραγωγική του βάση, στερώντας του τα μέσα συνέχισης του πολέμου.

Στην περίπτωση του Βορείου Βιετνάμ το δόγμα αυτό δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή, εφόσον η χώρα είχε υποτυπώδη βιομηχανική υποδομή, η καταστροφή της οποίας, ουδόλως επηρέαζε την ικανότητα της χώρας να συνεχίσει τον πόλεμο, αφού όλα τα όπλα και τα υλικά τα προμηθεύονταν από το εξωτερικό, μέσω της απολύτως ασφαλούς οδού, μέσω Κίνας.

Για τον ίδιο λόγο η καταστροφή των λιμανιών και των λιμενικών εγκαταστάσεων δεν έπαιξε παρά δευτερεύοντα ρόλο για τους Βορειοβιετναμέζους. Όσον αφορά τις γέφυρες και τους δρόμους αυτές επισκευάζονταν, μερικές φορές, και σε λίγες μόνο ώρες, μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς, από πολυπληθή συνεργεία στρατιωτών και πολιτών.

Άλλωστε σταδιακά οι Βιετναμέζοι βρήκαν και άλλες λύσεις, διασχίζοντας τους ποταμούς με πορθμεία τις νύκτες και μεταφέροντας τα εφόδια σε δύσβατα, τελείως αόρατα από τον αέρα, μονοπάτια, επάνω σε ποδήλατα, ή στους ώμους τους.

Στο Βιετνάμ η αμερικανική τεχνολογία, εξευτελίστηκε κυριολεκτικά, από τους αδύναμους ώμους των Βιετναμέζων βαστάζων. Το ίδιο έγινε και στον διάδρομο Χο Τσι Μινχ, ο οποίος μέσω Λάος, αποτέλεσε την βασική ανεφοδιαστική οδό των μαχόμενων στο Νότο Βιέτ Κονγ, σε όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Οι Αμερικάνοι επιστράτευσαν εναντίον του τα μεγαθήρια τους, τα Β- 52, η κάθε επιδρομή των οποίων αλλοίωνε το τοπίο. Παρόλα αυτά η κίνηση ποτέ δεν σταμάτησε στον διάδρομο.

Οι Αμερικανοί υπολόγιζαν σε μια αεροπορική εκστρατεία τύπου Γερμανίας, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ούτε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι στρατηγικοί τους βομβαρδισμοί κατόρθωσαν να εξολοθρεύσουν τις βιομηχανικές υποδομές, ενός άκρως εκβιομηχανοποιημένου έθνους, όπως του Γερμανικού, ούτε να κάμψουν την θέληση των Γερμανών για συνέχιση του πολέμου.