Εσύ να τους χαμογελάς

Μυρένα Σερβιτζόγλου
790
Εσύ να τους χαμογελάς, Μυρένα Σερβιτζόγλου

Επέστρεψα στη δουλειά μετά από διακοπές επ’ αφορμή του εορτασμού Χριστουγέννων, Αγίου Βασιλείου και Φώτων. Συνέπεσε και ο χιονιάς κι ο παγετός, γεγονός που συνετέλεσε στην περίπου αναγκαστική παράταση ολίγων ημερών της άδειας, καθώς οι δρόμοι ήσαν ολισθηροί και ήταν επίφοβο, -όταν δεν ήταν αδύνατο-, να επιστρέψω. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήθελα να επιστρέψω καθόλου. Ήθελα να μείνω εκεί, στην Κατερίνη, την πόλη που μεγάλωσα, τον δρόμο που μεγάλωσα, με τους ίδιους απαράλλαχτους ανθρώπους.

Στην επαρχία ή περιφέρεια αν προτιμάτε, από την ατμόσφαιρα μέχρι τις ψυχές όλα είναι πιο καθαρά, πιο ειρηνικά. Εξάλλου, με αυτόν τον σκοπό είχα φύγει παραμονές εορτών από την πρωτεύουσα όπου διαβιώ μόνιμα και βιοπορίζομαι, αφενός για να βελτιωθεί η υγεία μου με τον καθαρό αέρα που κατεβαίνει από τον Όλυμπο, αλλά κυρίως για να ξεπλύνω την ψυχή μου.

Τον τελευταίο καιρό με έχει καταβάλει μία κούραση, μία κόπωση, που μου θυμίζει πολύ τη δυσκολία, τη δυσχέρεια που αντιμετώπιζε ο Παπαδιαμάντης εν Αθήναις, κι όλο έγραφε, όλο νοσταλγούσε κι ονειρευόταν το νησί του. Τα ίδια είχε πάθει και ο Παπαγιώργης, κυρίως τα τελευταία χρόνια της ζωής του, τότε που ο χρόνος κάνει μια απίθανη τούμπα κι όλα τα μακρινά γίνονται κοντινά και τα κοντινά μακρινά. Κι όλο θυμόταν και όλο μιλούσε στους φίλους, και έγραφε για τη μυθική πλέον στα μάτια του παραλία της Κύμης, εκεί όπου πέρασε την παιδική του ηλικία.

Το παράπονο

Με δύο μποτίλιες εμφιαλωμένου νερού ανά χείρας, που μόλις είχα προμηθευτεί από το απέναντι παντοπωλείο, επέστρεφα στο γραφείο, πρώτη ημέρα στη δουλειά. Στο διπλανό κτήριο, όπου δεν έχει παρά λίγο καιρό που έχουν μεταφερθεί κάποια τμήματα, μέσα από τη γυάλινη πόρτα, χαιρετούσε με ολόγιομο χαμόγελο ένας αγαπημένος συνάδελφος. Δεν άντεξα και με τα νερά αγκαλιά, μπήκα να ευχηθώ ευτυχές και τυχερό το νέο έτος, αλλά κυρίως να εξομολογηθώ τον φόβο μου, το παράπονό μου.

-Δεν μπορώ άλλο. Επέστρεψα με μια διάθεση πιο καθαρή και από τα χιόνια της Πιερίας, και η μία συνάδελφος με χαιρετά με κενό βλέμμα, η άλλη με πλάγιο, ανασηκωμένο φρύδι. Εκλαμβάνουν το χαμόγελο ως προσωπική προσβολή, απειλή. Τι έχουν πάθει οι άνθρωποι; Κοιτούν το νερό που κρατάς, λες και τους έκλεψες τη γουλιά από το στόμα.

-Η ανθρωπότητα, όπως είναι τώρα, έχει τελειώσει, απάντησε ο συνάδελφος πάντα χαμογελαστός, που έχει ένα εύηχο χριστιανικό όνομα, μεθερμηνευόμενο στα εβραϊκά ως «μεθ΄ημών ο Θεός», «μαζί μας ο Θεός».

-Λες ακριβώς ό,τι έλεγε ο Νίτσε με το «ο Θεός είναι νεκρός», συμπλήρωσα. Όταν ο Νίτσε διακήρυττε τον θάνατο του Θεού, φυσικά δεν προπαγάνδιζε υπέρ κάποιας νεόκοπης αθεΐας. Αυτό που ήθελε να πει δια στόματος ενός σαλού, ενός ερημίτη, του Ζαρατούστρα, είναι ότι η έννοια του Θεού όπως υπήρχε εκείνη την εποχή, αλλά και σήμερα, μέσα στις συνειδήσεις τον ανθρώπων, έπρεπε να πεθάνει, έχει πεθάνει. Ο άνθρωπος όφειλε και οφείλει να επινοήσει εξ υπαρχής τον εαυτό και τον Θεό του.

-Εσύ να τους χαμογελάς, να κρατάς την αύρα του σπιτιού σου καθαρή, και όλους εδώ μόνο να τους χαμογελάς. Να τους κοιτάς πάντα στα μάτια, είναι δειλοί και θα κατεβάζουν τον βλέμμα. Είναι δέσμιοι στον υλικό κόσμο και θα καούν. Δεν είπα να μην υπερασπίζεσαι και να μην προφυλάσσεις τον εαυτό σου, τότε θα τα ακούνε. Να κάνεις τη δουλειά σου με το πιο βαθύ χαμόγελο, το χαμόγελο σε εκείνους επιδρά όπως το λιβάνι, τους απομακρύνει. Να μην πολεμάς την αρνητικότητα απέναντί σου, να την πολεμάς μέσα σου. Και να μην ξεχνάς ότι, όπως εμείς δεν μπορούμε εκείνους, έτσι δεν μπορούνε κι εκείνοι εμάς, όπως εμείς τους βλέπουμε παράξενους, έτσι παράξενους μας βλέπουν κι εκείνοι.

Ακριβώς όπως στα βιβλία

Τον αποχαιρέτησα με την υπόσχεση να πιούμε προσεχώς καφέ, κι όπως επέστρεφα στο γραφείο σκεφτόμουν πως ό,τι ακριβώς συμβαίνει στα βιβλία, συμβαίνει πάντα και στη ζωή. Τα πιο όμορφα λόγια για τον έρωτα μήτε από ποιητή μήτε από φιλόσοφο τα είχα ακούσει, μα από έναν Αιγύπτιο νεαρό ψαρά στο ακροθαλάσσι, καθώς μιλούσε για την αγαπημένη του που είχε αφήσει πίσω στην πατρίδα, κι είχε έρθει στην Ελλάδα να εργαστεί για να μπορέσει να την νυμφευθεί. Τα πιο ωραία λόγια για την αγάπη και την αρμονική συνύπαρξη σε έναν επαγγελματικό χώρο, τα άκουσα από τον συνάδελφο που προτιμά να κάθεται στον προθάλαμο του κτηρίου, καθώς είναι επιφορτισμένος κυρίως με εξωτερικά καθήκοντα.

Τα πιο σοφά λόγια για τον μικρό, όταν ήταν μωρό και δεν τα έβγαζα πέρα, τα είχα ακούσει από έναν οδοντίατρο, μήτε από εκπαιδευτικό μήτε από ψυχολόγο: «Τα παιδιά μεγαλώνουν γιατί τα προσέχει ο Θεός». Κι η κουβέντα αυτή ήταν πιο ανακουφιστική και από την αναισθητική ένεση που μόλις μου είχε κάνει για την απονεύρωση που ακολουθούσε.

 

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.