Μιλάνε πολύ για πρόληψη, αλλά πρόληψη δεν βλέπουμε…
09/10/2026
Άφθονες ιδέες και ο φαύλος κύκλος της συζήτησης. «Και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος, Κανένα δεν κοιτάζω, κανένα δεν ψηφώ» (στίχοι του Γεωργίου Σουρή). Ξεκινάω αυτό το κείμενο, λέγοντας ότι η ακαδημαϊκή μου σταδιοδρομία καλύπτει τόσο τη βιοϊατρική μηχανική όσο και τη δημόσια υγεία. Ως αποτέλεσμα τής εμπειρίας μου στην Αμερική, στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια, η γνώμη μου είναι ότι τα δύο αυτά γνωστικά αντικείμενα πρέπει να διδαχθούν μόνο στο μεταπτυχιακό επίπεδο.
Τα προβλήματα μιας κρίσης δημόσιας υγείας ή οποιασδήποτε καταστροφής, με επιπτώσεις στην υγεία, δεν είναι συμβατά με τις πανεπιστημιακές επιστημονικές σπουδές. Άρα, απαιτείται μια διαφορετική προσέγγιση. Η δημόσια υγεία απαιτεί την εμπλοκή της διεπιστημονικότητας (interdisciplinarity) που εμπνέουν και καλλιεργούν πνευματική ευελιξία και συστημική σκέψη. Εδώ, από τη δική μου οπτική γωνία, τόσο ως επιστήμονας, Καθηγητής και Κοσμήτορας, όσο και ως ο δεύτερος Βρετανός που διηύθυνε την Υγειονομική Σχολή Αθηνών, θα παρουσιάσω μια διαφορετική επισκόπηση, με κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις της ιστορικής πορείας της.
Η ιδέα για μια σχολή δημόσιας υγείας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε μεταξύ του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Όταν οι πόρτες της άνοιξαν, τελικά, το 1929, για να γίνει κανείς δεκτός για σπουδές, για παράδειγμα, στη ιατρική, χρειαζόταν πτυχίο. Το 1949, τα μέλη μιας διεθνούς επιτροπής εισηγήθηκαν ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε ένα εθνικό σύστημα υγείας, κατάλληλο για τις ανάγκες της, αν είχαν εισακουστεί οι συμβουλές της Κοινωνίας των Εθνών, την εποχή που δημιουργήθηκε η Υγειονομική Σχολή Αθηνών (1929).
Αφορούσε τη δημιουργία ενός δικτύου υγειονομικών υπηρεσιών, σχετικά με την περιστολή της ενδημικής ελονοσίας, τον έλεγχο των λοιμωδών νόσων, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα. Τότε παρατηρήθηκε αδιαφορία για την πρόοδο της δημόσιας υγείας και την υγειονομική οργάνωση της χώρας, ενώ, σήμερα, παρατηρείται άγνοια. Ούτε οι συμβουλές των ξένων, ούτε των Ελλήνων εμπειρογνωμόνων εφαρμόστηκαν, όπως πρέπει, για κομματικούς, ακαδημαϊκούς και πολιτικούς λόγους. Το 1985, ο Γιώργος Γεννηματάς οραματίσθηκε την Υγειονομική Σχολή Αθηνών, ως “το πιο μεγάλο όπλο της ανάπτυξης και εφαρμογής του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ)”.
Το 2017, το Υπουργείο Υγείας γιόρτασε τα 100 του χρόνια. Δύο χρόνια μετά και “με το έτσι θέλω”, ο Υπουργός Παιδείας, με τη συναίνεση του Υπουργού Υγείας, αφαίρεσαν την Υγειονομική Σχολή Αθηνών από τον υγειονομικό χάρτη της πατρίδας μας, μια Σχολή που είχε γράψει ιστορία. H ΥΣΑ, που ήταν το “στολίδι” του Υπουργού Υγείας, “πουλήθηκε εκ των ένδω”, σε μια κίνηση που βλάπτει και την ασφάλεια των ανθρώπων, εσωτερικά και εξωτερικά.
Η καταστροφή της ΥΣΑ
Η αλόγιστη καταστροφή της ΥΣΑ μπορεί ακόμα να χρησιμεύσει ως μελέτη περίπτωσης για τους βουλευτές. Η ιστορία της ΥΣΑ δεν πρέπει να θεωρείται ως ένα “και τι έγινε” γεγονός, αλλά ως ένα εμπόδιο στην πρόοδο, μέσα σε ένα σύμπλεγμα παράλληλων και εξελισσόμενων κρίσεων, που οδηγούν σε επερχόμενη εθνική κατάρρευση. Δεν ξέρω τί ακριβώς συμβαίνει, αλλά η κατάργηση της ΥΣΑ προοιωνίζει κάτι πολύ επιζήμιο για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Ο θρίαμβος του 1821 έλαβε χώρα ενώπιον πληθώρας λοιμωδών νόσων (τύφος, πανούκλα, χολέρα, ανεμοβλογιά, ελονοσία, φυματίωση), δηλαδή, σε αξιοθρήνητες συνθήκες υγείας. Εκατό χρόνια αργότερα, οι υγειονομικές συνθήκες του πληθυσμου ήταν όμοιες. Τότε η Ελλάδα υπέφερε από μεγάλο ποσοστό θνησιμότητας, λόγω διαφόρων ασθενειών, αλλά υπήρξε και μια βραχύβια, ένδοξη στιγμή της ελληνικής δημόσιας υγείας, με τη δημιουργία της Υγειονομικής Σχολής (1929).
Τότε, ελήφθησαν και ειδικές πρωτοβουλίες για την βελτίωση της υγείας του παιδιού. Το 1914, η Κυβέρνηση ανέθεσε την Υγεία των Ελλήνων στο Κράτος. Το 1928, σχετικά με την άθλια κατάσταση της υγείας των Ελλήνων, ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τον Αλέξανδρο Παππά, απευθύνθηκαν στην Κοινωνία των Εθνών, για βοήθεια. Ως αποτέλεσμα, δημιουργήθηκε μια επιτροπή ξένων εμπειρογνωμόνων, που επισκέφθηκε τη χώρα και πρότεινε την ίδρυση αυτοτελούς Υπουργείου Υγείας, Υγειονομικού Κέντρου στους Αμπελόκηπους, Υγειονομικών Κέντρων σε κάθε περιφέρεια της χώρας, όπως και την ίδρυση της Υγειονομικής Σχολής Αθηνών.
Υγειονομική Σχολή Αθηνών
Η Υγειονομική Σχολή Αθηνών (ΥΣΑ) έχει μια πλούσια και ενδιαφέρουσα ιστορία, που δεν έχει αποκαλυφθεί ή καταγραφεί πλήρως. Με μια πρώτη και μόνο ματιά φαίνεται ότι η ιστορία της αντικατοπτρίζει καλά την πορεία της σύγχρονης Ελλάδας. Καθώς ο κόσμος είχε καταρρεύσει, το 1929, λόγω του μεγάλου κραχ, η Υγειονομική Σχολή αναδύθηκε από το κοινωνικοπολιτικό συγκείμενο της εποχής. Συνέχισε να γράφει ιστορία, ως ένα προληπτικά προσανατολισμένο, διεπιστημονικό και κοινωνικό εργαλείο που επιβίωσε από πολέμους, πολιτικές κρίσεις, δικτατορίες και διάφορες προσπάθειες καταστροφής της.
Το 1931, ο διορισμένος από την Κοινωνία Των Εθνών, Άγγλος σύμβουλος της Τράπεζας της Ελλάδος, Η. C. Finlayson, προειδοποίησε εγγράφως τον Βενιζέλο ότι «… αν εξακολουθεί να υφίσταται στην Ελλάδα σοβαρή έλλειψις οικονομικής ισσοροπίας και αν δεν ληφθούν διορθωτικά μέτρα, είναι δυνατόν να δημιουργηθεί μια σοβαρή κατάστασις …».
Δυο χρόνια μετά από το ξεκίνημα της ΥΣΑ (1929), εγκαινιάστηκε η Παγκόσμια Ημέρα Κουνουπιού, που, από το 1931, γιορτάζεται κάθε 20 Αυγούστου. Ο εορτασμός αυτός έλκει την αφετηρία του από μια τελετή (five o’ clock tea) που έλαβε χώρα στο Λονδίνο, στους κόλπους της αναπτυσσόμενης Υγειονομικής Σχολής της αγγλικής πρωτεύουσας, προς τιμήν του Ronald Ross που, το 1897 στην Ινδία, ανακάλυψε ότι η ελονοσία προέρχεται από τα κουνούπια.
Τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ, το 1902. Λίγο αργότερα, ο Ross υπήρξε ο επικεφαλής μιας εκστρατείας ελέγχου της ελονοσίας στην Ελλάδα για να βοηθήσει στην εφαρμογή προληπτικών μέτρων κατά της νόσου, που ήταν ενδημική. Στα ελληνικά ιστορικά κείμενα αναφέρονται μόνο κάποιοι μυστηριώδεις, επαναλαμβανόμενοι πυρετοί. Η ελονοσία, ο δάγκειος πυρετός και ο ιός του Δυτικού Νείλου είναι διαφορετικές ασθένειες που μεταδίδονται από μολυσμένα κουνούπια και δεν μεταδίδονται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Οι άνθρωποι, δηλαδή, δεν μπορούν να τις μεταδώσουν σε άλλους, μέσω απλής επαφής, όπως συμβαίνει με το κρυολόγημα ή τη γρίπη.
Αυτή την εποχή (καλοκαίρι 2026), μέχρι στιγμής, έχουν καταγραφεί 150 κρούσματα και 13 θάνατοι από τον ιό του Δυτικού Νείλου. Παλαιότερα δε, ο δάγκειος πυρετός, φθάνοντας από τη Συρία, μέσω του Λιβάνου, είχε ποσοστό νοσηρότητας 80%, ποσοστό θνησιμότητας 6% και αφανίστηκαν εξαιτίας του 3.000 ζωές μεταξύ του 1927 και του 1930. Φέτος όμως, προς το τέλος ενός πολύ ζεστού καλοκαιριού, χειρότερου από πέρυσι, ο πληθυσμός των κουνουπιών έχει αυξηθεί και, αν υπάρχουν περισσότερα μολυσμένα κουνούπια, τότε αυξάνεται και η πιθανότητα να νοσήσουν περισσότεροι άνθρωποι.
Σιωπή από όλους για την κατάργηση της Υγειονομικής Σχολής
Το 2019, η Κυβέρνηση της Ελλάδας κατέστρεψε έναν εννενηντάχρονο πολιτισμό, που είχε αναπτυχθεί υπό πίεση, μέσω ενός μοναδικού και ιστορικού διαπανεπιστημιακού, μεταπτυχιακού ιδρύματος για διδασκαλία και έρευνα, της Υγειονομικής Σχολής Αθηνών (ΥΣΑ), που σκοπό είχε την εξυπηρέτηση της πατρίδας, με κατεύθυνση, όχι μόνο την ex post αντιμετώπιση, αλλά κυρίως, την πρόληψη λοιμωδών νοσημάτων. Η ΥΣΑ έχει μια ελκυστική ιστορία, ενώ ήταν ένα ζηλευτό, θα έλεγα, κέντρο πρόληψης ασθενειών του πληθυσμού, γνωστό ανά τον κόσμο.
Αυτή η καταστροφή, σίγουρα έβλαψε τον ελληνικό πολιτισμό, τον πληθυσμό και την κοινωνία της χώρας. Ούτε μια εφημερίδα τότε ή μετά, ούτε ένας δημοσιογράφος, ούτε ένας ακαδημαϊκός ή Καθηγητής, ούτε ένας γιατρός ή δικηγόρος, ούτε ένας πολιτικός ή Έλληνας Επίτροπος ή Μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαμαρτυρήθηκε. Όταν η Σχολή έκλεισε, με μια πολιτικά ανήθικη κίνηση εύνοιας, όλοι παρέμειναν σιωπηλοί και παραμένουν σιωπηλοί μέχρι σήμερα. Αυτό δεν είναι περίεργο; Το πιο ανησυχητικό και θα έλεγα, απογοητευτικό, είναι ότι κανένας από εκείνους που ωφέλησε πολιτικά, ούτε κανείς από τους χαρισματικούς φοιτητές της, δεν φαίνεται να έχει διαμαρτυρηθεί.
Ενώ η Κυβέρνηση της Ελλάδας δεν έδειξε ποτέ μεταμέλεια, ούτε ανέλαβε ευθύνες, ανέθεσε σε ξένους Καθηγητές να συντάξουν μια καλά αμειβόμενη αναφορά για το Μάτι, χωρίς ποτέ να ενημερώσει τον “ξένο” καλό Καθηγητή για την ελληνική ιστορία της δημόσιας υγείας. Επίσης δε, η εν λόγω αναφορά δεν διανεμήθηκε ποτέ. Ωστόσο, και τώρα, το καλοκαίρι του 2026, ξεκίνησε πάλι η συζήτηση, σχετικά με την αναζήτηση έξυπνων τρόπων πρόληψης ασθενειών και αναγκαίων επενδύσεων σε αυτήν, χωρίς καμία αναφορά στην ΥΣΑ.
Ούτε ο Καποδίστριας, ούτε ο Βενιζέλος, ούτε και ο πολεοδόμος Δοξιάδης δεν θα πίστευαν ποτέ ότι οι μελλοντικές τους γενιές, μπορούν να μένουν σιωπηλές για οτιδήποτε, πόσω μάλλον για τη δημόσια υγεία, για την οποία ο Βενιζέλος εγκαινίασε δύο σχολές (στη Σμύρνη και στην Αθήνα). Είναι εντελώς ασυνήθιστη η σημερινή σιωπή για αυτά τα γεγονότα, εκτιμώ δε ότι για να σπάσει, θα χρειαστεί ένας Ηρακλής.
Ο θάνατος της Υγειονομικής Σχολής Αθηνών, το 2019, υποβάθμισε την ελληνική ικανότητα στη δημόσια υγεία και οδήγησε το Σύστημα Υγείας μακριά από την πρόληψη, ενθαρρύνοντας ιδιαίτερα την ανάπτυξη της ιδιωτικής ιατρικής και βάζοντας έτσι σε κίνδυνο το μέλλον της υγείας και της ευημερίας των Ελλήνων.
Η Σχολή ήταν μια από τις πρώτες στην Ευρώπη και ιδρυτικό μέλος της ASPHER, το 1966. Το προσωπικό της έχει παράσχει βοήθεια και στήριξη σε παρόμοιους οργανισμούς, όπως και για να αναπτύξει νέους στα Βαλκάνια, στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και στην Ανατολική Μεσόγειο. Έχει συνεργαστεί στενά με την διεθνή κοινότητα στη διαχείριση υγειονομικών καταστροφών και στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, στην Ιαπωνία, στα Βαλκάνια, στην Αίγυπτο και στην Τουρκία.
Η εγκατάλειψη της δημόσιας υγείας
Θα τελειώσω προσθέτοντας ότι χρειάστηκαν σχεδόν τρεις δεκαετίες για να ευδοκιμήσει η Σχολή, το 1929, έχοντας αρχικά σχεδιαστεί σχετικά με την αντιμετώπιση της ελονοσίας και των τότε ενδημικών της μορφών, όπως και σχετικά με την εμφάνιση κρουσμάτων πανώλης και χολέρας. Τελικά, η εκκίνησή της έγινε, λόγω της μεγάλης επιδημίας του δάγκειου πυρετού που “μαστίγωνε” την Ελλάδα, με 16 θανάτους ανά 24ωρο, για περίπου 6 μήνες.
Η καθυστερημένη γέννηση της Σχολής υποστηρίχτηκε από τον Λούντβιχ Ράιχμαν, της Κοινωνίας των Εθνών, ο οποίος δυσφημίστηκε ως Δρ Ντάρλινγκ, αλλά και από τον προσωπικό γιατρό του Μουσολίνι, όταν ο Βενιζέλος, μετά τη νοσηλεία του ως δαγκειόπληκτος, πήγε τελικά στη Ρώμη. Σε μια νύχτα όμως, του 2019, η Ελληνική Βουλή εγκατέλειψε παντελώς την Εθνική Υγειονομική Σχολή. Η Σχολή βυθίστηκε χωρίς σωσίβιο, χωρίς διασωθέντες. Επομένως, ποιος είναι ο λόγος που γίνεται τόση συζήτηση για την πρόληψη;
Απίστευτο αλλά αληθινό: Κανένας από τους διάφορους οργανισμούς, που σχετίζονται με την υγεία (για την προστασία της, την πρόληψη, την πρωτοβάθμια φροντίδα, την κοινοτική ιατρική, την αποκατάσταση μετά τη νοσηλεία ή για την ολιστική ιατρική) δεν αντέδρασε για τον “θάνατο” της ΥΣΑ, ούτε εξέφρασε καμμία διαμαρτυρία, ούτε έκανε οποιαδήποτε ανακοίνωση. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι στην Ελλάδα, γίνονται πολλές καταγγελίες, ακόμη και για ασήμαντα γεγονότα.
Υ.Γ. για την υγεία
Στο τελευταίο έργο του, ο Ιωάννης Καρδαμάτης (ο “μύγας” και Δρ. Ντάρλινγκ της πατρίδας) ανέλυσε τη “μάστιγα της ελονοσίας” και μίλησε για τα ελαττώματα των Ελλήνων. Αναφέρεται στους πολιτικούς καυγάδες και στην εξαφάνιση των δασών από τη φωτιά και τον άνθρωπο. Σε υπόμνημα προς τη Βουλή (1907) και στην αλληλογραφία του με τον Βενιζέλο (1917) έθεσε το πρόβλημα της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα.
Ένας δημοσιογράφος ρώτησε τον τότε Υπουργό Υγιεινής Αλέξανδρο Παππά: «Καλά, μα ήταν ανάγκη να γίνει η Υγειονομική Σχολή Αθηνών, αφού υπάρχει η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου;» «Δεν είναι το ίδιο!», απάντησε ο Παππάς, «διότι οι αρχές των Ιατρικών Σχολών, σε όλα τα μέρη του κόσμου, είναι διαφορετικές από τις αρχές των Υγειονομικών Σχολών». Μερικά χρόνια αργότερα στο ΕΘΝΟΣ το 1931 ειπωθηκε «H ανέργεσις της Υγειονομικής Σχολής Αθηνών οφείλεται εις την μεταπολεμικές επιβληθείσαν επιδίωξιν της πρακτικής εφαρμογής της αντιλήψεως, καθ’ήν πάσης άλλης πρωτεύει δι’ένα λαόν η ανάγκη όπως αναπτύσσεται και ζή υπό υγιεινάς συνθήκας. Και την αντίληψιν αυτήν ενεστερνίσθη η παρούσα Κυβέρνησις, η οποία αφιέρωσε αρκετόν μέρος του δημόσιου προϋπολογισμού δια την υγείαν του λαού».
Ο πρώτος και Βρετανός Διευθυντής της Υγειονομικής Σχολής Αθηνών Norman White και άνθρωπος της Κοινωνίας των Εθνών (1929-1934), έφυγε ξαφνικά από την Ελλάδα, χωρίς ποτέ να ξαναμιλήσει για την ελληνική του εμπειρία. Εγώ ήμουν ο δεύτερος Βρετανός Διευθυντής (Κοσμήτορας) της Υγειονομικής Σχολής: ήρθα, έμεινα και τελικά, “εμφάνισα όμοια συμπτώματα” με εκείνα του Καρδαμάτη.
Στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, λαμβάνοντας υπόψη την ελληνική πραγματικότητα, εκείνη την εποχή, η ΣΧΟΛΗ (ΥΣΑ) είχε πιστοποιηθεί επίσημα, ενώ τα μεταπτυχιακά της προγράμματα είχαν λάβει πλήρη διεθνή αναγνώριση, μέσω αυτού που ονομάζεται αξιολόγηση, από υψηλού μορφωτικού επιπέδου επιστήμονες (1984-85-1992). Ως αποτέλεσμα, η αρχική αποστολή της (1929) για την πρόληψη ενισχύθηκε, έγιναν καινοτόμες προσεγγίσεις στη διαχείριση της δημόσιας υγείας και ενισχύθηκε η διεπιστημονική και διατομεακή συνεργασία.
Στο μέγιστο των δυνατοτήτων της, η Σχολή, μαζί με τα προγράμματά της, πιστοποιήθηκε επίσημα και ανεπίσημα, μέσω διεθνών κριτικών αξιολογήσεων, ως ένα γνήσιο μεταπτυχιακό εκπαιδευτικό ίδρυμα, με προϋπόθεση εισόδου σε αυτήν, την κατοχή πανεπιστημιακού πτυχίου. Σημαντικά αποτελέσματα ήταν η ενίσχυση της αποστολής της για πρόληψη, η ανάπτυξη της διαχείρισης δημόσιας υγείας και η δημιουργία ενός ισχυρού κινήτρου για διεπιστημονικότητα.
Πηγές
Levett Jeffrey, Το Μέλλον της Υγειονομικής Σχολής Αθηνών, Ιατρικό Βήμα, Νο 17, Μάρτιος 1991
Levett Jeffrey, Υγειονομική Σχολή Αθηνών: Μια Σύντομη Ιστορική Ανασκόπηση, Πληροφορική, Νέες Τεχνολογίες και Υγεία, 5:57-60, 1991
Levett Jeffrey, Days of Dengue, Nights of Sorrow, Athens 1928. I-JPHE 6 (2004), E 31-34





