Πως η Κομισιόν χρηματοδοτεί τη «διάλυση» της ΕΕ!

Βαγγέλης Γεωργίου
618
Για μια χούφτα ευρώ - Πως η Κομισιόν χρηματοδοτεί τη διάλυση της ΕΕ, Βαγγέλης Γεωργίου

Ας υποθέσουμε ότι ο Α έχει χαρίσει ένα πολύ μεγάλο ποσό στον Β, για να αντιμετωπίσει εκτάκτως ένα τρέχον ζήτημα αλλά ο Β πιστώνεται με κακοδιαχείριση. Τότε η είδηση εδώ είναι ξεκάθαρη: Οι τίτλοι στις εφημερίδες θα μιλάνε μόνο για διαφθορά και αχαριστία του Β. Είναι μια αλήθεια, αλλά στην ουσία υπηρετεί μια μεγάλη απάτη. Το μαρκετάρισμα της «καλοσύνης» του Α έχει καλύψει υπέροχα την τεράστια ευθύνη του. «Στην Ελλάδα όταν θέλουν να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα κάνουν επιτροπές. Στη δε ΕΕ δημιουργούν απλώς ένα Ταμείο» άκουσα να λέει ο καθηγητής από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Δημήτρης Σκιαδάς. Το πρόβλημα είναι όταν συνδυάζονται αυτά τα δύο.

Στην Ελλάδα, μια από τις πρώτες ειδήσεις που βρίσκεται ψηλά στη μιντιακή ατζέντα είναι η ενδεχόμενη κακοδιαχείριση των χρημάτων που έχουν δοθεί στην Ελλάδα για το προσφυγικό. Κυβέρνηση και αμφιλεγόμενοι φορείς έχουν μπει στο στόχαστρο. Δικαίως ή αδίκως, αυτό πιθανόν θα φανεί σύντομα. Ωστόσο, η Κομισιόν έχει κάνει το καθήκον της παρα μόνο χρηματικά. Θεσμικά όργανα, κράτη μέλη και Συνθήκες, ότι δηλαδή συνθέτει το αφήγημα της ευρωπαΪκή ολοκλήρωσης απέτυχαν με χιλιάδες θύματα.

Ο αρμόδιος Επίτροπος Δημήτρης Αβραμόπουλος έχει ανακοινώσει προ πολλού την απελευθέρωση του ποσού μαμούθ 1.6 δισ. για την Ελλάδα, ώστε να διαχειριστεί τους πρόσφυγες. Προφανώς τα χρήματα δεν έχουν απελευθερωθεί όλα. Περίπου τα 2/3 περιμένουν στα ταμεία της ΕΚΤ. Πρόκειται για μεγάλο όγκο χρημάτων αλλά δυστυχώς οι συνθήκες διαχείρισης των προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα παραμένουν τριτοκοσμικές ενώ υπάρχει αδυναμία να συγκρατηθούν οι μεταναστευτικές ροές.

Η νοτιότερη άκρη της Ευρώπης βρίσκεται ενόψει κοινωνικής έκρηξης, λόγω της μαζικής εισόδου εξαθλιωμένων ανθρώπων με εντελώς διαφορετική κουλτούρα. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια τέθηκε σε αναστολή αποδεικνύοντας ότι η Ελλάδα, ως κράτος μέλος πρώτης γραμμής, αδυνατεί να αντιμετωπίσει μόνη της την ευθύνη της μαζικότερης μετανάστευσης, στην οποία όμως συντελούν και οι πολιτικές ισχυρών κρατών της ΕΕ.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, υποτίθεται ότι οι Ευρωπατέρες έχουν φροντίσει να εξοπλίσουν τις Συνθήκες με συγκεκριμένα πολιτικές. Για παράδειγμα, η Συνθήκη του Μάαστριχτ λέει ότι η ΕE μπορεί να αναλάβει πρωτοβουλία «στο βαθμό που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύναται συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθούν σε κοινοτικό επίπεδο». Οι πρωτοετείς σπουδαστές πολιτικών επιστημών πιθανώς γνωρίζουν για την αρχή της επικουρικότητας, αλλά φαίνεται ότι είναι μόνο για ανάγνωση.

«Αλήθεια«, αναρωτιέται ο καθηγητής διακυβέρνησης της ΕΕ με έμφαση στις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας κ. Δημήτρης Σκιαδάς, «πού είναι εκείνη η περίφημη αρχή της επικουρικότητας για την οποία έκαναν τόσο καβγά για να μπεί μέσα στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Όταν κάτι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σε εθνικό επίπεδο, τότε αναλαμβάνει η ΕΕ. Η συμμετοχή σου δηλαδή εξαντλείται μόνο στη χρηματοδότηση;».

Λεφτά, λεφτά, λεφτά

Ο κ. Σκιαδάς, κάτοχος Έδρας Jean Monnet, παρουσιάζοντας την έρευνά του «The Institutional and budgetary challenges caused to EU by the refugee crisis», σχετικά με τις πολιτικές της Κομισιόν όσον αφορά το μεταναστευτικό, κατέδειξε ότι οι Βρυξέλλες ουσιαστικά χρηματικοποιούν τις πολιτικές αντιμετώπισης του προβλήματος (monetisation of politics). Η Κομισιόν αντί να λάβει άμεσα μέτρα, που εκπορεύονται από τις Συνθήκες, πετάει αλόγιστα χρήματα και συνεπώς τις ευθύνες στο κράτος μέλος. Συγκεκριμένα, η πολιτική των hotspots έχει συμφωνηθεί πανευρωπαϊκά αλλά η ΕΕ εξάντλησε τη συμμετοχή της σε αυτό οικονομικά μόνο. Δεν οργάνωσε ένα ενιαίο μοντέλο οργάνωσης χοτ σποτ αλλά ουσιαστικά αναθέτει σε τρίτους (outsource) αποστολές που έπρεπε να αναλάβει η ίδια.

«Εκεί θα περίμενα την ενεργοποίηση της ΈΕ. Η Κομισιόν θα έπρεπε να πάει επί της ουσίας και όχι να περιμένει από κάποιες ΜΚΟ για να οργανώσουν τα χοτ σποτ. Να το κάνεις ως Ένωση. Όταν δεν έχεις την υποδομή για να διαχειριστείς κάτι τέτοιο δεν μπορείς να λες στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης είμαστε εδώ και σας περιμένουμε» αναφέρει ο κ. Σκιαδάς. Η Κομισιόν γνωρίζει ότι στην Ελλάδα δεν γίνεται σωστή διαχείριση παρ’ όλα αυτά δίνει χρήματα. Μπορεί τα αποτελέσματα να είναι οδυνηρά αλλά για την Κομισιόν επικοινωνιακά λειτουργεί θετικά. Η δημιουργία ταμείων πάντα ακούγεται όμορφα στα αυτιά.

Στην ίδια λογική της χρηματικοποίησης των πολιτικών, κινείται και η ιδέα του Ιουνίου για δημιουργία εγκαταστάσεων ανά την Μεσόγειο, όπου θα γίνεται εκεί η επιλογή και ο έλεγχος για την προέλευση και τους λόγους μετανάστευσης των ανθρώπων στην Ευρώπη. Αυτό όμως απαιτεί τη συνεργασία των χωρών της Βόρειας Αφρικής, εκ των οποίων μόνο η Αίγυπτος έδειξει προθυμία. «Η ΕΕ για να δελεάσει αυτές τις χώρες χρησιμοποιεί χρήματα. Τους λέει δηλαδή, θα σας δώσω εγώ λεφτά να το κάνετε αυτό, δηλαδή να εφαρμόζετε αυτό το σύστημα και έπειτα να τους στέλνετε».

Άραγε ένα τέτοιο σχήμα θα ήταν επιτυχές όμως; «Αν οργανωθεί σωστά μπορεί να είναι 100%  επιτυχές, μπορεί όμως να είναι 0% αν γίνει στα μοντέλο κάποιων αναπτυξιακών σχημάτων που έχει χρηματοδοτήσει κατά καιρούς η ΕΕ και τα λεφτά τα έχουν πάρει επιτήδειοι«.

Πολλά λεφτά, λίγη δημοκρατία

Έρευνες ωστόσο, όπως αναφέρει ο καθηγητής, για το αν έχουν χρησιμοποιηθεί γενικώς σωστά τα χρήματα για τη μετανάστευση, έγιναν και πριν το 2015. «Αν δείτε από νομικής άποψης αυτό που είπε το 2012 το Ελεγκτικό Συνέδριο (ως εξωτερικός ελεγκτικός μηχανισμός) ήταν κόλαφος. Η Κομισιόν και τα μέλη δεν μπόρεσαν να πείσουν τι απέγιναν τα χρήματα εκείνα, διότι δεν είχαν ποσοτικοποιημένους στόχους, για παράδειγμα πόσοι πρόσφυγες θα έρθουν, δεν είχανε σύστημα διακίνησης επαρκές, και δεν μπορούσαν να καθορίσουν την πορεία του χρήματος (audit trail), τη διανομή χρήματος και ελέγχου«. Μετά το 2015, με την πίεση του προσφυγικού, η ΕΕ δημιούργησε νέα ταμεία τα οποία εξακολουθούν να έχουν το ίδιο πρόβλημα αυτή τη φορά με την Τουρκία. Ο καθηγητής μάλιστα φοβάται ότι το ίδιο θα συμβεί με Ελλάδα και Ιταλία.

Συγκεκριμένα για την Τουρκία, η περίφημη δήλωση της Συμφωνίας Τουρκίας-ΕΕ προκαλεί σοβαρά προβλήματα σε σχέση με τη νομική της φύση και το περιεχόμενό της. Θυμίζουμε ότι η Τουρκία είναι πλήρως ασύμβατη με την τήρηση του διεθνούς δικαίου και τους κανόνες σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ως εκ τούτου, η μεταφορά δισεκατομμυρίων από τα ευρωπαϊκά ταμεία σε ένα τέτοιο κράτος είναι βασισμένη σε μια κοινή δήλωση που δεν έχει νομική βάση. Στην Ευρώπη θέσπισαν νέα ταμεία υπό την πίεση αναγκών, «τα οποία όμως παρακάμπτουν τους δημοκρατικούς και δημοσιονομικούς ελέγχους». Μια προβληματική συμφωνία χρηματοδότησης ενός προβληματικού κράτους, που αποτελεί τον θρίαμβο της χρηματικοποίησης των πολιτικών που προωθούν οι Βρυξέλλες. Περισσότερα λεφτά με λιγότερη δημοκρατία είναι η συνταγή.

Στα χρήματα που δίνει η Κομισιόν ισχύει το μοντέλο της επιμερισμένης διαχείρισης. Δηλαδή, εφόσον δίνει η Κομισιόν τα χρήματα, μετά δεν ελέγχει τη διαχείριση τους αυτή καθ εαυτή αλλά την αξιοπιστία του -ελληνικού- συστήματος διαχείρισης των χρημάτων. «Δεν θα ελέγξει την Ελλάδα τι έκανε με τα χρήματα, αλλά αν η Ελλάδα διαθέτει απλά το σύστημα που υποτίθεται παρακολουθεί επαρκώς τη διαχείριση των χρημάτων«.

Τα φίδια και η Ευρωβουλή

Εύλογα θα σκεφτεί κάποιος «μα που είναι το εκλεγμένο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο;». Βάσει της Συνθήκης της Λισαβώνας, οι ευρωβουλευτές έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν πραγματικό κοινοβουλευτικό έλεγχο στην Κομισιόν. Μπορούν μάλιστα να θέσουν τη διαδικασία της απαλλαγής, όπως λέγεται στην ευρωενωσιακή «αργκό». «Αν απόφασίσει όμως να το κάνει αυτό τότε«, όπως χαρακτηριστικά λέει ο κ.Σκιαδάς, «θα βγούνε πολλά φίδια».

Το πρόβλημα έγγειται ότι για παράδειγμα τώρα στο τιμόνι της Κομισιόν κάθεται ο Γιούνγκερ, ο οποίος προέρχεται από το Λαϊκό Κόμμα. «Αν αποδειχτεί ότι η Κομισιόν απέτυχε και το ομολογήσει, θα πρέπει να παραιτηθεί. Αν γίνει αυτός ο διάλογος στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο θα είναι πολύ άσχημα για την Κομισιόν και σίγουρα για την ΕΕ. H Κομισιόν πρέπει να αναπολαμβάνει της εμπιστοσύνης του Ευρωκοινοβουλίου ειδάλλως πέφτουν κεφάλια».

Θεωρητικά στις Συνθήκες έχει καρφωθεί το δικαίωμα παύσης μιας ενδεχόμενης κακής Κομισιόν από το ευρωκοινοβούλιο αλλά αυτό δεν γίνεται. Η Κομισιόν ξέρει ότι οι Ευρωβουλευτές θα κάτσουν φρόνιμα. Όπως έχει πει και μέλος των επιστημονικών συμβούλων της Κομισιόν, δεν φοβούνται ενδεχόμενη αντίδραση του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. «Ξέρεις κάτι οι Ευρωβουλευτές είναι διπρόσωποι άλλα λένε εδώ στο ευρωκοινοβούλιο και άλλα λένε στη χώρα τους. Άρα δεν μπορώ να τους πάρω σοβαρά». Επίσης ας μην ξεχνάμε ότι οι ευρωβουλευτές εκλέγονται είτε με λίστα είτε με σταυρό, «Ποιός τους βάζει στις λίστες;. Το εθνικό τους κόμμα. Το εθνικό τους κόμμα υπάγεται στην ευρωπαϊκή πολιτική ομάδα».

Άχρηστα εργαλεία

Οι Ευρωπαίοι μπροστά στη μεταναστευτική/προσφυγική κρίση τσαλάκωσαν τη Συνθήκη του Σένγκεν. «Ενώ πράγματι προβλέπεται ότι οι έκτακτοι συνοριακοί έλεγχοι μπορούν να επιστρέψουν για 3-6 μήνες, η περαιτερω συνέχισή τους δημιουργεί πρόβλημα. Μπορεί να γίνει μόνο κατ’ εξαίρεση και σε πολύ ακραίες περιστάσεις. Εν προκειμένω εδώ, σε κάποιες περιπτώσεις αυτό συνεχίστηκε έως και 4 χρόνια. Ουσιαστικά συνεπάγεται τον θάνατο του Σένγκεν. Θα πεθάνει η ελεύθερη κυκολφορία εντός της ΕΕ». Χώρες-μέλη της ΕΕ κουνάνε το δάχτυλο στην κυβέρνηση Τραμπ αλλά στην ουσία έχουν υιοθετήσει παρόμοια πολιτική κλειστών συνόρων.

Το δε Δουβλίνο μετά το 2011 έχει πεθάνει. Μετά τις καταδίκες της Ελλάδας και του Βελγίου για τον τρόπο που χειρίζονται τα αιτήματα των προσφύγων είχε τεθεί σε αναστολή. Οι δε Γερμανοί και Φινλανδοί αρνήθηκαν να το εφαρμόσουν και το δε ευρωπαϊκό κοινοβούλιο με ψήφισμά του δήλωσε ότι το σύστημα πάσχει γιατί απλά παίρνουν ως δεδομένο ότι χώρες όπως η Ελλάδα μπορούν να διαχειριστούν μεγάλο όγκο αιτημάτων ασύλου. Μπορεί να είναι η Ελλάδα, ως πρώτη χώρα υποδοχής, υπεύθυνη για την εξέταση της αίτησης ασύλου αλλά το βάρος που δέχεται από την μεταναστευτική κρίση είναι εξοντωτικό.

Οι χιλιάδες μετανάστες παραμένουν επί μήνες περιμένοντας να γίνει δεκτό το αίτημα τους σε μια χώρα που δεν μπορεί να φροντίσει τους δικούς της. «Εκεί ακριβώς υπάρχει και η μεγάλη στρέβλωση του Δουβλίνου» λέει και ο καθηγητής. «Το Δουβλίνο χαρακτηρίζεται από μια μεγάλη παραδοχή-αφέλεια: θεωρεί ότι όλες οι χώρες-μέλη μπορούν να παρέχουν τις ίδιες δυνατότες«. Δηλαδή, στην ΕΕ θεωρείται ότι η Γερμανία και η Δανία είναι το ίδιο ανεπτυγμένες με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, ότι οι τελευταίες έχουν τόσο ανεπτυγμένα συστήματα κοινωνικής προστασίας που μπορούν με τρόπο αξιοπρεπή να διαχειριστούν τους αιτούντες άσυλο. «Αυτό στην πράξη διαψεύστηκε» λέει ο Σκιαδάς.

Εύλογα θα ρωρούσε κανείς γιατί συμβαίνει αυτό; Απλά το γεγονός ότι υπάρχει χάσμα στις υποδομές των κρατών μελών «επίσημα δεν θα ειπωθεί διότι θα σημαίνει ότι τινάζεται το κοινοτικό κεκτημένο στη χώρα. Είναι μια πραγματικότητα που δεν πρέπει να λέγεται στις Βρυξέλλες. Όταν βγήκαν οι δικαστικές αποφάσεις που λέγανε ότι η Ελλάδα και το Βέλγιο δεν μπορούν να ανταποκριθούν και στους στοιχειώδεις όρους για τη διαχείριση, αν το απομονώσει κανείς συστημικά είναι ένα χαστούκι που ακούγεται μέχρι την Κίνα. Όλες οι αποστολές οργανώθηκαν ως προστασία των συνόρων και όχι ως διάσωση των ανθρώπων που θαλασσοπνίγονται. Το θέμα είναι μετά τι τους κάνεις. Τους πας να τους καταγράψεις και μετά; Ή τους εμποδίζεις να φτάσουν;«.

Η κατάσταστη στη Μέση Ανατολή και την Αφρική δεν δείχνει να βελτιώνεται αλλά να επιδεινώνεται. Άραγε ποιά θα έιναι η κατάληξη; «Ο όγκος μεγαλώνει. Δεν μπροούμε να μιλάμε για κοινοτικό κεκτημένο και Ευρώπη και να πούμε ότι θα λυθεί μετά από χρόνια. Πρέπει να ληφθεί μια απόφαση, δεν είμαστε στο και 5 αλλά στο παρα ένα. Η πίεση που υπάρχει από τις προσφυγικές ροές είναι εξαντλητική, δεν τo βλέπουν; Αν μιλάμε για Ένωση αυτό πρέπει να γίνει, αλλιώς να επιστρέψουμε στην κοινή αγορά. Μια ευρωπαϊκή ζώνη ελευθέρων συναλλαγών τίποτα παραπάνω όμως. Αυτό είναι ένα βήμα παραπέρα από τις υπάρχουσες συνθήκες» σημειώνει με ανησυχία ο καθηγητής από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Στην Ευρώπη είναι πλούσιοι σε ενωσιακά ευχολόγια θεωρώντας ότι με απλά ταμεία θα επιλύσουν ένα ζήτημα. Στην ουσία απλά επιδεινώνουν, δίνοντας απλά χώρο σε εκείνα τα στοιχεία που θα αποσυνθέσουν την ΕΕ, διότι αυτό που θα μείνει δεν θα είναι Ένωση.