Υγεία: κατασπατάληση σπανίων πόρων

Γιάννης Κυριόπουλος
0

του Γιάννη Κυριόπουλου  – 

«Οι περισσότεροι άνθρωποι αποδίδουν μεγαλύτερο βάρος στο φόβο της απώλειας παρά στην ελπίδα της αποκόμισης οφέλους. Τις περισσότερες φορές κυβερνά η αδράνεια». Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα για την υγεία και την ιατρική περίθαλψη, ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού (πλέον του 14%), δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις ανάγκες υγείας, ενώ ένα ακόμη μεγαλύτερο μέρος (περίπου 37%), δηλώνει ότι αντιμετωπίζει οικονομικά εμπόδια για την απρόσκοπτη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.

Τα φαινόμενα αυτά αποτυπώνονται έντονα στους χρονίως πάσχοντες, στους ηλικιωμένους και σε αυτούς που βρίσκονται στις χαμηλές βαθμίδες της κοινωνικής κλιμάκωσης. Παράλληλα πλήττουν αυτούς που έχουν απολέσει de jure την ασφαλιστική τους κάλυψη και οι οποίοι ανέρχονται σε ποσοστό άνω του 21%. Ενδέχεται ακόμη να επιδρούν δυσμενώς σε μεγαλύτερο ποσοστό (υψηλότερο του 30%) του πληθυσμού, το οποίο έχει απολέσει τη δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος, λόγω απώλειας της ασφαλιστικής ικανότητας (de jure και de facto).

Υπό το πρίσμα αυτό, οι χρόνιες στρεβλώσεις στο σύστημα υγείας έχουν συντελέσει στη μείωση της χρήσης υπηρεσιών πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Ως εκ τούτου, στη χρονική υστέρηση ή/και ματαίωση λήψης της αναγκαίας ιατρικής υποστήριξης. Όλα αυτά, αφενός λόγω της επιβάρυνσης, την οποία επιφέρει η οικονομική κρίση στη λειτουργία των υπηρεσιών υγείας, αφετέρου λόγω των ατελέσφορων απαντήσεων σ’ αυτό το πρόβλημα.

Υπερβάλλουσα χρήση

Επιπλέον, οι στρεβλώσεις έχουν συμβάλει στην πλημμελή διαχείριση των χρονίων νοσημάτων και στην υποκατάσταση της ανοικτής φροντίδας με υπερβάλλουσα χρήση νοσοκομειακής περίθαλψης. Αυτή αυξήθηκε κατά 28% την περίοδο 2009-2014, χωρίς το φαινόμενο αυτό να δικαιολογείται με βάση την επί τα χείρω μεταβολή του φορτίου νοσηρότητας στην περίοδο αυτή.

Κατά συνέπεια, τα φαινόμενα αυτά ευνοούν την κατασπατάληση σπανίων πόρων σε συνθήκες δημοσιονομικής και οικονομικής δυσπραγίας και –πλην των επιπτώσεών τους σε όρους υγείας και υπηρεσιών υγείας– έχουν σωρευτική επίπτωση στη διαδικασία πολιτικής και κοινωνικής απονομιμοποίησης του υγειονομικού τομέα.

Οι πολιτικές υγείας των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα εστιάζονται κυρίως στην υποστήριξη και ανάπτυξη της νοσοκομειακής περίθαλψης, η οποία δεσμεύει πλέον του 42% της συνολικής δαπάνης για την υγεία, έναντι 30% του αντίστοιχου μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ. Η διαφορά ενδέχεται να έχει διευρυνθεί κατά την πρόσφατη περίοδο της διεθνούς επιτήρησης.

Αντιθέτως, η δαπάνη για την πρωτοβάθμια περίθαλψη κυμαίνεται κάτωθεν του 20% της συνολικής δαπάνης, έναντι 30% του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι η ανοικτή πρωτοβάθμια φροντίδα δεν συνιστά υψηλή προτεραιότητα στο πλαίσιο της εθνικής πολιτικής υγείας.

Πρωτοβάθμια φροντίδα

Η κατάσταση αυτή έχει επιδεινωθεί, δεδομένου ότι η δημόσια δαπάνη υγείας για την πρωτοβάθμια φροντίδα έχει μειωθεί κατά 38,5% και η ιδιωτική κατά 57,5% στην περίοδο 2009-2015. Η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει σε κατάρρευση των υπηρεσιών της πρωτοβάθμιας περίθαλψης και έχει προκαλέσει φαινόμενα «αντίστροφης υποκατάστασης». Μεταφέρονται πόροι, αλλά και ζήτηση για χρήση υπηρεσιών υγείας από την πρωτοβάθμια περίθαλψη προς τη νοσοκομειακή περίθαλψη του δημόσιου κυρίως τομέα.

Τα φαινόμενα αυτά έχουν επιδεινωθεί στη διάρκεια των τελευταίων ετών, εξαιτίας των μνημονιακών πολιτικών και της «διάσπασης» της προσφοράς από την αντίστοιχη ζήτηση με τη χρηματοδότηση του διμερούς μονοπωλίου (ΙΚΑ) και την ατελέσφορη εγκαθίδρυση ενός νέου δημοσίου μονοψωνίου (ΕΟΠΥΥ) και ενός δημοσίου ολιγοπωλίου πρωτοβάθμιας περίθαλψης (ΠΕΔΥ). Αμφότερα δεν έχουν αποτελέσματα που να τεκμηριώνουν τη μεταρρυθμιστική αναγκαιότητα και την αποδοτική λειτουργία τους.

Το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων (της οικονομικής λιτότητας και της μνημονιακής μεταρρύθμισης) καταγράφεται με τα φαινόμενα αποδόμησης της πρωτοβάθμιας φροντίδας με κύρια χαρακτηριστικά τη δραματική μείωση των ανθρώπινων και τεχνολογικών πόρων. Κυρίως, όμως, με την απουσία ανταπόκρισης στις ανάγκες του πληθυσμού, καθώς επίσης και με τη διαιώνιση και επέκταση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων, οι οποίες σχετίζονται με την υγεία.