Θα έχει νικητή ο συμβιβασμός για το ελληνικό χρέος

Κώστας Μελάς
5

Δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό στη ζωή από το να ανακαλύψεις το ακριβές σημείο, από το οποίο πρέπει να παρατηρούνται και να κρίνονται όλα τα πράγματα. Και ύστερα να παραμείνεις σ’ αυτό το σημείο, υποστηρίζει ο Κλαούζεβιτς στο Περί του Πολέμου. Το βασικό λάθος που συνήθως γίνεται συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων.

Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πως θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα, αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι είναι η πραγματικότητα. Οι αναλύσεις τέτοιου είδους στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της πραγματικότητας ως τέτοιας με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να παρουσιάζεται ως άλλη, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες πράξεις σε σχέση με το επιδιωκόμενο.

Ο Μακιαβέλλι είναι σαφής στον Ηγεμόνα: «Πολλοί χτίσανε με το νου τους δημοκρατίες και ηγεμονίες που ποτέ κανένας δεν τις είδε, ούτε έμαθε πως υπάρχουνε στ’ αλήθεια. Γιατί τόσο μακριά βρίσκεται το πώς ζούμε απ’ το πώς θα έπρεπε να ζούμε, ώστε όποιος δεν κοιτάει το τι γίνεται για να κυνηγήσει το τι θα έπρεπε να γίνεται, αυτός πιότερο την καταστροφή παρά την προφύλαξή του βλέπει. Γιατί κάποιος που θέλει σ’ όλα τα ζητήματα να φανερώσει καλοσύνη, φυσικό είναι να καταστρέφεται  μέσα σε τόσους που δεν είναι καλοί».

Τα παραπάνω αναφέρονται απλά και μόνο δια να δείξουμε  ότι χρειάζεται να κατανοήσουμε  την πραγματικότητα, όπως είναι σήμερα και όχι όπως θα θέλαμε να είναι. Μόνο έτσι θα αντιληφθούμε τους άξονες, πάνω στους οποίους κινείται η διευθέτηση του ελληνικού  δημοσίου χρέους.

Χωρίς περιττές αναλύσεις, θεωρούμε πως υπάρχουν οι βασικές σταθερές, από τις οποίες χρειάζεται να ξεκινήσουμε

Πρώτη σταθερά

Οι σημερινές(;) γερμανικές πολιτικές ελίτ, για λόγους πολιτικούς, ιδεολογικούς, πολιτιστικής ιδιοσυγκρασίας και αντίληψης των διεθνών σχέσεων, δεν επιθυμούν σε καμία περίπτωση να αποποιηθούν το όπλο του χρέους που κρατούν σήμερα στα χέρια τους. Ίσως η πιο σωστή έκφραση θα ήταν ης εξής: δεν πρόκειται –όσο μπορούν– να εκχωρήσουν μακροχρόνιους βαθμούς ελευθερίας στην Ελλάδα, αναφορικά με το δημόσιο χρέος. Γι’ αυτές αποτελεί το πλέον αποτελεσματικό όπλο κατίσχυσης τους όχι μόνο στο μέτωπο της Ελλάδας, αλλά και σε άλλες πιθανές μελλοντικές περιπτώσεις (Ιταλία, Πορτογαλία κτλ).

Το αν αυτή η τακτική τους θα έχει επιτυχία σε περιπτώσεις, όπως η Ιταλία, είναι ζητούμενο. Αλλά η σκέψη τους είναι αυτή. Δυστυχώς για την Ελλάδα, φαίνεται ότι το επιτυγχάνουν. Δεν απορρέει από πουθενά σ’ αυτή τη συγκυρία η δυνατότητα να ανατραπεί (με σύγκρουση) ή τουλάχιστον να περιορισθεί η βούληση των γερμανικών πολιτικών ελίτ.

Δεύτερη σταθερά

Υπάρχει η διαδεδομένη εντύπωση της αντιπαράθεσης απόψεων μεταξύ Γερμανίας και ΔΝΤ, σχετικά με το ελληνικό δημόσιο χρέος. Είναι γεγονός ότι μια τέτοιου είδους αντιπαράθεση υφίσταται. Εκφράζεται συγκεκριμένα ως εξής:

Το μεν ΔΝΤ θεωρεί ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο (μετά το 2022) και χρειάζεται να ελαφρυνθεί. Η θέση του αυτή εδράζεται σε μακροχρόνιες προβολές χρέους (μέχρι το 2060), στις οποίες επιλέγεται ως επικρατέστερο το δυσμενέστερο σενάριο μεγέθυνσης του ΑΕΠ (μέσος ετήσιος όρος 1%) και πρωτογενών πλεονασμάτων (1,5%). Με βάση την προβολή αυτή ο λόγος χρέος προς ΑΕΠ θα φθάσει το 2060 στο 226%, ενώ οι μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες στο εξωπραγματικό 52,1% του ΑΕΠ.

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί (ο υπό το Eurogroup Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας ΕΜΣ) θεωρούν ότι με βάση το δικό τους σενάριο το ελληνικό χρέος ενδέχεται να μειωθεί μέχρι το 2060 στο 49,1%. Οι δε μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες (αποτελούνται από το πιθανό έλλειμμα συν το σύνολο των δαπανών εξυπηρέτησης του χρέους) θα βρίσκονται μόλις στο 11% του ΑΕΠ.

Θα είναι συνεπώς λιγότερο από το όριο 15-20% που κρίνουν οι δανειστές ως βιώσιμο. Η θέση των Ευρωπαίων στηρίζεται στην υπόθεση ότι μέχρι το 2060 αναμένεται  μια κατά μέσο όρο ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά 1,5% και πρωτογενές πλεόνασμα 2,2%-2,6%.

Ο ενδεχόμενος συμβιβασμός

Πως θα λυθεί αυτή η διαφορά απόψεων; Πιθανότατα με ένα συμβιβασμό. Ποιος μπορεί να είναι αυτός ο συμβιβασμός;

Η Γερμανία θα δώσει διαβεβαιώσεις ότι θα περιγράψει το πλαίσιο των πιθανών διευκολύνσεων για το χρέος (με τη σαφή σημείωση: αν χρειασθούν). Ουσιαστικά θα επαναληφθεί η απόφαση του Eurogroup της 24ης Μαΐου 2016, ίσως με κάποια μεγαλύτερη λεπτομέρεια.

Σε αντάλλαγμα το ΔΝΤ θα δώσει μία επίσημη υπόσχεση «προσωρινής» συμμετοχής στο τρίτο ελληνικό πρόγραμμα, υπό μία προϋπόθεση: την τελική του απόφαση θα τη λάβει  μόνο όταν ξεκαθαριστεί η βιωσιμότητα του χρέους. Αυτό που ακούγεται σαν λύση του προβλήματος είναι πάνω απ’ όλα μία έξυπνη κίνηση στη σκακιέρα, μία μετατόπιση του προβλήματος στον χρόνο. Μια κίνηση στην πολιτική σκακιέρα για να πάμε παρακάτω.

Ο Σόιμπλε θα μπορούσε να ισχυριστεί στη γερμανική Βουλή ότι το Ταμείο επιτέλους δεσμεύθηκε να συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα. Το ΔΝΤ από την πλευρά του δεν θα έχει υποσχεθεί τίποτα περισσότερα από αυτά που λέει τα τελευταία δύο χρόνια. Λύση δεν θα είχε βρεθεί πάντως.

Νικητής ο Σόιμπλε

Αν, όντως, έτσι εξελιχθούν τα γεγονότα, τίθεται το ακόλουθο ερώτημα: ο συγκεκριμένος συμβιβασμός έχει κάποιο νικητή; Διότι σχεδόν όλοι οι συμβιβασμοί έχουν πάντοτε κάποιον νικητή, παρά τα αντιθέτως λεγόμενα. Σίγουρα ο νικητής θα είναι Σόιμπλε. Από όποια πλευρά το δει κάποιος.

Με βάση τα παραπάνω λεχθέντα συνάγεται το εξής συμπέρασμα: το ΔΝΤ υποχωρεί για ακόμη μια φορά στην αντιπαράθεσή του με την Γερμανία. Υποχώρησε το 2010 για την κατάσταση  του ελληνικού δημοσίου χρέους, υποστηρίζοντας ότι είναι βιώσιμο. Δέχθηκε το PSI με τον τρόπο που έγινε. Υποχώρησε τελευταία για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων την περίοδο 2018-2022, δεχόμενο 3,5%, ενώ στην έκθεσή του (Μάιος 2016) υποστήριζε ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται πρωτογενή πλεονάσματα 1,5%.

Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό και ας φαίνεται περίεργο σε πολλούς που θεωρούσαν ότι το ΔΝΤ μπορεί να αντιπαρατεθεί ισότιμα με μια ισχυρή χώρα, η οποία ουσιαστικά δεν το έχει καμία ανάγκη. Το χρησιμοποιεί μόνο για την εφαρμογή Μνημονίων σε τρίτες ευρωπαϊκές χώρες, που το Βερολίνο, λόγω του ευρωπαϊκού κεκτημένου, δύσκολα θα μπορούσε να προτείνει.

Η αυταπάτη και η απάτη

Οι  διαφορές τελικά λύνονται με βάση τα όπλα που διαθέτει η κάθε πλευρά. Με άλλα λόγια, οι διαφορές επιλύονται στο επίπεδο της ισχύος. Το ΔΝΤ δεν έχει απολύτως κανένα όπλο έναντι της Γερμανίας. Έχει όπλα έναντι χωρών που έχουν ανάγκη τη χρηματοδότησή του. Εκεί το Ταμείο αποκτά ισχύ και ξέρει να την εφαρμόζει με υπέρμετρη αποφασιστικότητα.

Το τελευταίο που μπορεί να πράξει το ΔΝΤ είναι να αποχωρήσει από το ελληνικό πρόγραμμα. Σ’ αυτή την περίπτωση, δεν θα είναι δύσκολο για τον Σόιμπλε να επιχειρηματολογήσει στο γερμανικό Κοινοβούλιο. Θα πει ότι υπερασπίσθηκε σθεναρά τα συμφέροντα του γερμανικού λαού έναντι του Ταμείου που με τις προτάσεις του επεδίωκε την απώλεια εισοδήματος των Γερμανών φορολογουμένων.

Εκτιμώ, ωστόσο, ότι το ΔΝΤ, τελικώς θα παραμείνει στο ελληνικό πρόγραμμα μέχρι τη  λήξη του, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που συμμετέχει σήμερα. Αν αυτή είναι η πραγματικότητα, θα πρέπει οι κυβερνώντες να τη λάβουν σοβαρά υπόψη τους και με βάση αυτή να σχεδιάσουν τις κινήσεις τους. Διαφορετικά θα κολυμπούν στις αυταπάτες τους. Και η αυταπάτη περιέχει μεγάλο ποσοστό απάτης.