Ο απολογισμός της Μάλτας

Κώστας Μελάς
3

Στο Eurogroup της 7ης Απριλίου στη Μάλτα αποκαλύφθηκε σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα των μακροχρόνιων διαπραγματεύσεων για το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης. Για μία ακόμη φορά η Αθήνα δεν κατάφερε να αντισταθεί στις απαιτήσεις των δανειστών. Το σκορ είναι συντριπτικό. Κανένας δεν μπορεί να είναι ικανοποιημένος για το αποτέλεσμα.

Οι αρνητικές επιπτώσεις  των μέτρων αφορούν στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Η κυβέρνηση θα κληθεί να διαχειριστεί μια ακόμη αποτυχία. Για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ ήταν περίπου γνωστό ότι η διαχείριση ήταν πρωτίστως επικοινωνιακή. Για του λόγου το αληθές ας ανατρέξει, όποιος το επιθυμεί, στις επίσημες δηλώσεις. Η πολιτική επικοινωνία δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στο ψεύδος. Απαιτεί, βεβαίως , τη χρησιμοποίηση και του ψεύδους, αλλά σε θεμιτό ποσοστό, έτσι ώστε να λαμβάνει τη μορφή της μισής αλήθειας. Αυτό απαιτεί γνώση, πείρα, τέχνη, επαγγελματισμό!

Οι μακροχρόνιες συζητήσεις  για το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης, πρέπει να κριθούν εκ του αποτελέσματος. Καλύτερα, θα έλεγα, θα πρέπει να δικαιολογηθούν  από τη μεριά των Ελλήνων διαπραγματευτών. Μία στοιχειώδης αποτίμηση κόστους-οφέλους είναι ικανή να μας καταδείξει την αποτελεσματικότητα της διαπραγμάτευσης.

Για να αποτιμήσουμε τις μακριές διαπραγματεύσεις πρέπει να έχουμε όλα τα στοιχεία. Κάτι που σήμερα δεν συμβαίνει. Επίσης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τις θέσεις των δανειστών, αλλά και τις θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης, έτσι όπως είχαν τεθεί στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Δυστυχώς, μπορούμε να πούμε χωρίς μεγάλο κίνδυνο να κάνουμε λάθος ότι σχεδόν το σύνολο των αιτημάτων των δανειστών ικανοποιήθηκαν, ενώ κανένα ουσιαστικό αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης δεν συμπεριελήφθη στη συμφωνία. Το αίτημα για τη μη αύξηση των ομαδικών απολύσεων που παραχωρήθηκε στην ελληνική κυβέρνηση είναι άνευ ουσιαστικού αποτελέσματος, δεδομένου ότι αντικειμενικά  είναι κάτι που δεν αφορά στην ελληνική οικονομία.

Παρότι δεν έχουμε την ολοκληρωμένη απόφαση μπορούμε να προβούμε σε ορισμένες κατ΄ αρχάς σκέψεις με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία.

Είναι γνωστό το έμμεσο κόστος που καταβάλλει σήμερα η ελληνική οικονομία, λόγω της υπάρχουσας αβεβαιότητας από την καθυστερημένη ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης. Προσοχή, το κόστος που αναλογεί σε αυτή την κατάσταση. Διότι το αφήγημα ότι όλα θα ακολουθήσουν το σωστό δρόμο μετά το κλείσιμό της έχει πολλούς δράκους, που κρύβονται επιμελώς από τους επιτήδειους.  Πράγματι, όμως, υπάρχει σημαντικό κόστος, διότι στην οικονομία ο χρόνος παίζει μεγάλο ρόλο. Όλα τα οικονομικά μεγέθη, άλλωστε, λειτουργούν με βάση το εναλλακτικό κόστος. Αυτό θα το γνωρίζουμε όταν θα έχουμε στη διάθεσή μας τα στατιστικά στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ.

Συγχρόνως υπάρχει άμεσο κόστος. Δηλαδή, υπάρχει συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής τουλάχιστον μέχρι και το 2020. Προσωπικά πιστεύω μέχρι και το 2022, όταν λήγει η περίοδος χάριτος  των δανείων και θα χρειαστεί  συγκεκριμένη παρέμβαση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους. Όμως, όλα αυτά είναι μακρινά.

Σαφέστατα υπάρχει νέα δημοσιονομική προσαρμογή: για τα έτη 2019-2020, 3,6 δισ ευρώ ή 2,0% του ΑΕΠ. Αν το ΑΕΠ το 2019 και το 2020 μεγεθυνθεί σύμφωνα με τις προβλέψεις το 3,6 δισ ευρώ θα μεγεθυνθεί αναλόγως. Τώρα, αν η εφαρμογή των μέτρων ύψους 1% του ΑΕΠ στο ασφαλιστικό γίνει το 2019 και 1% του ΑΕΠ στο φορολογικό πραγματοποιηθεί  το 2020 έχει μικρή σημασία.

Η συμφωνία αυτή επί της ουσίας επιτρέπει στο ΔΝΤ να ισχυριστεί ότι είναι δυνατόν να επιτευχθούν πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% έως το 2020, κάτι που είναι σύμφωνο με τη μέχρι σήμερα δική του ανάλυση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Επομένως μπορεί να αρθεί συγκυριακά η διαφωνία του με τη Γερμανία. Βεβαίως, εξακολουθεί να προτάσσει το σωστό ισχυρισμό του ότι δεν είναι δυνατή η επίτευξη τέτοιου ύψους πρωτογενών πλεονασμάτων μακροχρονίως.

Παράλληλα, επιτρέπει στη Γερμανία να μην υποχωρήσει από τη θέση της ότι το ελληνικό χρέος είναι ρυθμισμένο, όχι μόνο εν όψει εκλογών, αλλά και γενικότερα. Σύμφωνα με το συμπέρασμα αυτό, η ΕΚΤ  μπορεί να εντάξει την Ελλάδα στην ποσοτική χαλάρωση,  να διευκολύνει τον περαιτέρω περιορισμό των capital controls και συγχρόνως να δώσει τον χρειαζούμενο βαθμό εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία για έξοδο στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η εξέλιξη αυτή συνιστά σαφέστατη υποχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης και απόλυτη επικράτηση των απόψεων του ΔΝΤ με την ακραιφνή υποστήριξη της Γερμανίας και τη σιωπηρή αποδοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων με επεκτασιμότητα δεν φαίνεται να ικανοποιείται. Θα συζητηθεί μετά το τέλος του προγράμματος , δηλαδή «ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι». Το αίτημα των δανειστών για αλλαγή του συνδικαλιστικού νόμου, επίσης, φαίνεται ότι γίνεται αποδεκτό. Αντιθέτως φαίνεται να μην αυξάνεται το ποσοστό των ομαδικών απολύσεων.

Τα ενεργειακά θέματα οδηγούνται σε διευθετήσεις σύμφωνες με τις αποφάσεις του θεσμικού πλαισίου  της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απλά σπρώχνονται οι αποφάσεις χρονικά το Φθινόπωρο.

Τα μέτρα για το χρέος, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα , το πιθανότερο είναι να αρχίσουν να συζητιούνται μετά τις γερμανικές εκλογές και να βρουν μια κάποια λύση  πριν από την ολοκλήρωση του προγράμματος. Πιστεύω ότι θα υπάρξει μια αναφορά για όλα αυτά, με τη μορφή υποσχετικής, για ικανοποίηση της ελληνικής κυβέρνησης. Η Αθήνα θα νομοθετήσει τα μέτρα και τα λεγόμενα αντίμετρα. Τα τελευταία, όπως είναι γνωστό, θα ενεργοποιηθούν μόνο αν υπάρξει πρωτογενές αποτέλεσμα υψηλότερο του 3,5%. Δεν χρειάζεται να κάνουμε αναφορά στα αντίμετρα στο παρόν άρθρο. Αξίζει όμως να σημειώσουμε ότι κινούνται στη λογική των προτάσεων του ΔΝΤ.

Τι λοιπόν απέδωσε εν τοις πράγμασι η τόσο μακροχρόνια διαπραγμάτευση; Νομίζω ότι -και με τη συμβολή της αντιπολίτευσης η οποία πίεζε να κλείσει  η αξιολόγηση- έδωσε τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να στρέψει τον επικοινωνιακό προβολέα μόνο στο στόχο «ολοκλήρωση της αξιολόγησης πάση θυσία» και να τον απομακρύνει επιμελώς από το περιεχόμενο της συμφωνίας. Εδώ η υποχώρηση είναι ολική και άτακτη. Αυτό φαίνεται και από την αμηχανία της αντιπολίτευσης.

Το μοναδικό βέβαιο συμπέρασμα μετά από εφτά χρόνια διαπραγματεύσεων είναι ότι οι δυνατοί επιβάλλουν τη θέλησή τους. Όσοι στις διαπραγματεύσεις πορεύονται μόνο με ηθικοκανονιστικά προτάγματα, χωρίς αίσθηση της ισχύος, έχουν ηττηθεί πριν καν ξεκινήσει η μάχη.