Η έξοδος από τα Μνημόνια και η νέα «μεγάλη ιδέα»

Κωνσταντίνος Μπίτσιος
8

του Κωνσταντίνου Μπίτσιου  – 

Η οξύτατη κρίση που βιώνουμε από το 2010 ήταν το επιστέγασμα μιας περιόδου που έδωσε μεν στην Ελλάδα ανάπτυξη, αλλά ταυτόχρονα καλλιέργησε και εδραίωσε πολλές στρεβλώσεις και παθογένειες. Η ανάπτυξη ήταν σε μεγάλο βαθμό πλασματική. Στηρίχθηκε κυρίως στον δανεισμό και σε δημοσιονομικά ελλείμματα που τροφοδοτούσαν την κατανάλωση και μάλιστα κατά κανόνα την κατανάλωση εισαγομένων προϊόντων.

Αν τα δάνεια είχαν διοχετευθεί σε παραγωγικές επενδύσεις, αυτές θα είχαν δημιουργήσει πραγματικό πλούτο, ο οποίος θα είχε στηρίξει την υγεία και των δημόσιων οικονομικών και του τραπεζικού και του ασφαλιστικού συστήματος. Κοινώς δανειζόμασταν για να τροφοδοτήσουμε μία ευημερία, η οποία δεν είχε τις προϋποθέσεις να είναι βιώσιμη.

Η μήτρα αυτής της στρεβλής ανάπτυξης ήταν βαθιά πολιτική. Εδραζόταν στις πελατειακές σχέσεις, στην αναξιοκρατία, στην απουσία ελέγχου και στη επέκταση της διαφθοράς. Αυτά τα νοσηρά φαινόμενα διάβρωσαν αξίες και αρχές, ακύρωσαν το Κράτος Δικαίου, εμπόδισαν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας, κράτησαν καθηλωμένη και απαξίωσαν την παραγωγική βάση της Ελλάδας.

Οι επιχειρήσεις πλήρωσαν βαρύ τίμημα, εξαιτίας της πολιτικής και της οικονομικής αβεβαιότητας, καθώς και των αναταράξεων που ακολούθησαν. Η Ελλάδα μπήκε σε ένα δύσκολο μονοπάτι προσαρμογής. Ο καθείς, μπορεί να κάνει την κριτική του, τόσο για τον γιατρό όσο και για τη θεραπεία.

Να κοιτάξουμε μπροστά

Το κλίμα, όμως που επικρατούσε στην Ευρώπη, και όχι μόνο, δεν άφηνε πολλά περιθώρια επιλογών. Με άλλα λόγια, δεν υπήρχε εναλλακτική λύση. Ή πιο σωστά οι εναλλακτικές λύσεις πιθανότατα θα ήταν πιο οδυνηρές, με χειρότερα αποτελέσματα πρωτίστως για τους φτωχούς και αδύναμους που θα οδηγούνταν στην εξαθλίωση.

Η συζήτηση αυτή, άλλωστε, ανήκει στο παρελθόν. Οι επιλογές έγιναν όταν έγιναν από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις, έθεσαν την Ελλάδα στον δρόμο που ήδη βαδίζουμε και έχουν επιφέρει ριζικές αλλαγές και στην οικονομία και στην κοινωνία. Σήμερα, βαίνουμε προς την ολοκλήρωση αυτού του επώδυνου κύκλου των μνημονίων. Η προσπάθεια, βέβαια, δεν τελειώνει εδώ. Για την ακρίβεια τώρα που επιχειρούμε να ξαναβγούμε στις αγορές αρχίζουν τα δύσκολα.

Η ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης ανοίγει τον δρόμο για να ολοκληρωθεί έγκαιρα το τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής και να ανοίξει η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους. Οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι και τα χρονικά περιθώρια ασφυκτικά.

Στο Eurogroup της 22ας Ιανουαρίου 2018 αναμένεται να κλείσει η τρίτη αξιολόγηση. Και μέχρι τον Ιούνιο, θα πρέπει να έχει κλείσει η τέταρτη αξιολόγηση, αφού θα έχουν εφαρμοσθεί τα εναπομείναντα προαπαιτούμενα. Πριν από το τέλος του προγράμματος θα πρέπει να γίνει μια εκτίμηση για τα φορολογικά έσοδα. Τότε θα κριθεί εάν η μείωση του αφορολόγητου ποσού εισοδήματος θα εφαρμοστεί από το 2019 ή από το 2020.

Ποιο είναι σήμερα το διακύβευμα; Η Ελλάδα έχει δεσμευθεί για την επίτευξη ετησίων πρωτογενών πλεονασμάτων 3.5% μέχρι το 2022. Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθούν τα πρωτογενή αυτά τα πλεονάσματα, είναι να μπει η χώρα σε δυναμική και σταθερή αναπτυξιακή τροχιά. Μια ανάπτυξη με ρυθμούς 1,5-2,5% δεν επαρκεί. Χρειαζόμαστε ένα αναπτυξιακό και επενδυτικό τσουνάμι για να αναστρέψουμε την τεράστια ανεργία και να δημιουργήσουμε ξανά ευημερία και ελπίδα στην κοινωνία.

Η νέα «μεγάλη ιδέα»

Αυτό πρέπει να είναι η νέα “μεγάλη ιδέα” του πολιτικού συστήματος, του επιχειρηματικού κόσμου, αλλά και των πολιτών. Σε αυτή την τροχιά πρέπει να κινηθούμε συνολικά ως κοινωνία. Κρίσιμη σημασία έχει να συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση και οι Ευρωπαίοι εταίροι. Ζήτημα-κλειδί είναι η υλοποίηση της δέσμευσης που έχουν αναλάβει για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Η οικονομία προς το παρόν σταθεροποιείται και καταγράφεται μια ασθενής ανάκαμψη. Για το 2017, ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να φθάσει το 1,3% έως 1,4% με προοπτική το 2018 να υπερβεί το 2%. Η ανάκαμψη, όμως, είναι κυρίως εξωγενής. Συντελείται με ατμομηχανή την ισχυρή ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας. Στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην καλή πορεία των εξαγωγών αγαθών (αύξηση 5%) και των εξαγωγών υπηρεσιών (αύξηση 11%), κυρίως λόγω τουρισμού.

Για να μπούμε, όμως, σε βιώσιμη αναπτυξιακή τροχιά με εξωστρεφή κατεύθυνση πρέπει να μεγαλώσει η πίτα. Στην επιδίωξη αυτή, καίριο ρόλο έχει να παίξει ο ιδιωτικός τομέας και ιδίως η βιομηχανία. Είναι αυτός ο τομέας που μπορεί και πρέπει να συγκροτήσει ένα μοντέλο βιώσιμης οικονομικής μεγέθυνσης και κατ’ επέκτασιν να οδηγήσει τη χώρα σε αναπτυξιακή τροχιά. Η ελληνική βιομηχανία είναι αυτή που δημιουργεί πλούτο, σταθερές θέσεις εργασίας και δημόσια έσοδα.

Η Ελλάδα αποτελεί πλέον μία ακραία περίπτωση από-επένδυσης. Οι αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων είναι πολύ χαμηλές. Η χώρα μας παρουσιάζει εξ αυτού του λόγου σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες. Σ’ αυτές θα πρέπει να προστεθούν και οι πολλές λιμνάζουσες αναπτυξιακές δυνατότητες.

Οι εξαγωγές ως αντίδοτο

Ένα άλλο κρίσιμο στοιχείο είναι οι εξαγωγές ως αντίδοτο στην κρίση. Οι επιχειρήσεις που έκαναν εξαγωγές είναι αυτές που μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν καλύτερα την κρίση. Και επειδή η εγχώρια αγορά δεν θα προσφέρει μεγάλες δυνατότητες στο προβλεπτό μέλλον, οι εξαγωγές είναι μονόδρομος και για την ανάπτυξη αλλά και για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Για τον λόγο αυτό, ο ΣΕΒ, σε συνεργασία με το Υπουργείο Εξωτερικών, παρέχει ένα πλέγμα υπηρεσιών πληροφόρησης, δικτύωσης και υποστήριξης προς τις εταιρείες που θέλουν να εισέλθουν σε αγορές του εξωτερικού. Τα αποτελέσματα από τις μέχρι σήμερα επιχειρηματικές αποστολές είναι θετικά σε ότι αφορά στο ζητούμενο: τη σύναψη επιχειρηματικών συμφωνιών.

Η αποκατάσταση της κανονικότητας και η επιστροφή της εμπιστοσύνης είναι βασικές προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Δεν αρκεί, όμως αυτό. Το ζητούμενο είναι η Ελλάδα να βγει στις αγορές με ένα σύγχρονο, αισιόδοξο δυναμικό πρόσωπο. Αυτό προϋποθέτει ότι θα είναι συνεπής στην τήρηση των συμφωνηθέντων.

Εκτός αυτού, όμως, πρέπει να πραγματοποιήσουμε μεταρρυθμίσεις, που δεν μας τις επιβάλλουν οι δανειστές, αλλά που εμείς θεωρούμε αναγκαίες για να απελευθερώσουμε παραγωγικές δυνάμεις. Τέτοιες μεταρρυθμίσεις είναι π.χ. η δραστική συρρίκνωση της γραφειοκρατίας, η εφαρμογή της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, η ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης και η αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος κατά τρόπο που να στηρίζει την καινοτομία και να προσελκύει επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας.

Θα πρέπει, ωστόσο, και οι εταίροι και δανειστές μας να τηρήσουν στο ακέραιο τις δικές τους δεσμεύσεις. Αυτό πρέπει να το υπογραμμίζουμε, επειδή τα γεγονότα έχουν αποδείξει πως δεν είναι αυτονόητο.