Η ιστορία του χρέους που ένωσε την Αμερική και δίχασε την Ευρώπη
13/08/2026
Η Ιστορία σπάνια προσφέρει πανομοιότυπες καταστάσεις. Συχνά όμως θέτει στα έθνη τα ίδια θεμελιώδη ερωτήματα, έστω και σε διαφορετικές εποχές. Ένα από αυτά είναι το εξής: πώς μετατρέπεται μια χαλαρή ένωση κρατών σε πραγματική πολιτική κοινότητα; Η απάντηση που έδωσε ο Alexander Hamilton στα τέλη του 18ου αιώνα διαμόρφωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Η απάντηση που έδωσε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε κατά την ευρωπαϊκή κρίση χρέους διαμόρφωσε τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι δύο άνδρες, αν και χωρίζονται από περισσότερους από δύο αιώνες, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα παρόμοιο ιστορικό δίλημμα. Ωστόσο, επέλεξαν δύο σχεδόν αντίθετους δρόμους.
Όταν ολοκληρώθηκε η Αμερικανική Επανάσταση, οι δεκατρείς Πολιτείες είχαν αποκτήσει την ανεξαρτησία τους, όχι όμως και πραγματική ενότητα. Κάθε Πολιτεία είχε τα δικά της χρέη, τη δική της οικονομική πολιτική και τις δικές της προτεραιότητες. Η νέα ομοσπονδιακή κυβέρνηση ήταν ακόμη αδύναμη και πολλοί αμφέβαλλαν αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εξελίσσονταν ποτέ σε πραγματικό κράτος ή θα κατέληγαν σε μια χαλαρή συνομοσπονδία, ευάλωτη στις εσωτερικές αντιθέσεις και στις εξωτερικές πιέσεις.
Ο πρώτος υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Alexander Hamilton, αντιλήφθηκε ότι το πρόβλημα δεν ήταν απλώς οικονομικό. Ήταν βαθύτατα πολιτικό. Η πρότασή του ήταν επαναστατική: η ομοσπονδιακή κυβέρνηση να αναλάβει τα χρέη όλων των Πολιτειών που είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Με τον τρόπο αυτό, το δημόσιο χρέος θα γινόταν κοινό.
Οι πιστωτές δεν θα είχαν πλέον συμφέρον μόνο από την οικονομική ευημερία της Βιρτζίνια ή της Μασαχουσέτης, αλλά από τη σταθερότητα και την αξιοπιστία ολόκληρης της Αμερικανικής Ομοσπονδίας. Το κοινό χρέος δημιουργούσε κοινό συμφέρον και το κοινό συμφέρον δημιουργούσε πολιτική ενότητα.
Η απόφαση εκείνη δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς πολλές Πολιτείες θεωρούσαν άδικο να επωμιστούν χρέη άλλων. Ωστόσο, ο Hamilton κατάφερε να επιβάλει την αντίληψη ότι η δημιουργία ενός πραγματικού κράτους απαιτούσε κοινή δημοσιονομική ευθύνη. Η οικονομία έγινε εργαλείο πολιτικής ενοποίησης. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ενώθηκαν μόνο μέσω του Συντάγματος, αλλά και μέσω του κοινού δημόσιου χρέους.
Κοινό χρέος: αιτία διαφωνίας στην Ευρώπη
Διακόσια και πλέον χρόνια αργότερα, η Ευρώπη βρέθηκε μπροστά σε ένα ανάλογο ιστορικό σταυροδρόμι. Η ελληνική κρίση χρέους δεν αφορούσε αποκλειστικά την Ελλάδα. Αποκάλυψε τις εγγενείς αδυναμίες της Ευρωζώνης: κοινό νόμισμα χωρίς κοινή δημοσιονομική πολιτική, κοινή νομισματική αρχή χωρίς κοινό υπουργείο Οικονομικών και ενιαία αγορά χωρίς πραγματική πολιτική ένωση.
Η επιλογή που κυριάρχησε υπό την καθοριστική επιρροή του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ήταν διαφορετική από εκείνη του Hamilton. Η βασική αρχή ήταν ότι κάθε κράτος παραμένει αποκλειστικά υπεύθυνο για τα χρέη του. Η αμοιβαιοποίηση του χρέους απορρίφθηκε, ενώ η δημοσιονομική πειθαρχία και οι αυστηροί όροι χρηματοδότησης αποτέλεσαν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής απάντησης στην κρίση. Τα προγράμματα διάσωσης συνοδεύτηκαν από εκτεταμένη επιτήρηση, μεταρρυθμίσεις και λιτότητα, με στόχο την αποκατάσταση της αξιοπιστίας των δημόσιων οικονομικών.
Η επιλογή αυτή είχε τη δική της λογική. Η γερμανική πλευρά φοβόταν ότι η κοινή ανάληψη των χρεών θα δημιουργούσε κίνητρα δημοσιονομικής χαλάρωσης και θα μετέφερε το κόστος των επιλογών μιας χώρας στους φορολογουμένους μιας άλλης. Ωστόσο, η πολιτική αυτή είχε και σημαντικές πολιτικές συνέπειες. Αντί να ενισχυθεί η αίσθηση κοινής ευθύνης, εδραιώθηκε η διάκριση μεταξύ “δανειστών” και “οφειλετών”, μεταξύ “ενάρετου Βορρά” και “απείθαρχου Νότου”. Η οικονομική κρίση μετατράπηκε σταδιακά και σε κρίση αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Από εκείνο το σημείο και μετά, οι φυγόκεντρες τάσεις μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση έγιναν περισσότερο ορατές. Η άνοδος ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων, η επιδείνωση των σχέσεων ανάμεσα σε αρκετές κυβερνήσεις και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, αλλά και το Brexit, ανέδειξαν ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν ήταν πλέον μια γραμμική και αδιαμφισβήτητη διαδικασία. Προφανώς, τα φαινόμενα αυτά δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στην ελληνική κρίση ή στις επιλογές του Σόιμπλε . Ωστόσο, η κρίση εκείνης της περιόδου αποτέλεσε ένα σημείο καμπής, κατά το οποίο οι διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της Ευρώπης ήρθαν στο προσκήνιο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετοί διακεκριμένοι οικονομολόγοι και πολιτικοί αναλυτές μίλησαν για το χαμένο “Hamiltonian Moment” της Ευρώπης. Με τον όρο αυτό περιέγραψαν την ευκαιρία που είχε η Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρήσει σε βαθύτερη δημοσιονομική ολοκλήρωση μέσω κοινής έκδοσης χρέους και ισχυρότερων κοινών δημοσιονομικών θεσμών. Κατά την άποψή τους, η ελληνική κρίση θα μπορούσε να αποτελέσει για την Ευρώπη ό,τι υπήρξε ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες: την αφορμή για τη μετάβαση από μια ένωση κρατών σε μια πραγματική Πολιτική Ένωση.
Η Ευρώπη έκανε το πρώτο βήμα, αλλά όχι το άλμα
Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι η πανδημία του κορωνοϊού οδήγησε αργότερα σε μια σημαντική, αν και περιορισμένη, μεταβολή. Η δημιουργία του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης χρηματοδοτήθηκε μέσω κοινής έκδοσης χρέους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, γεγονός που αρκετοί χαρακτήρισαν ως ένα καθυστερημένο και μερικό “Hamiltonian Moment”. Ωστόσο, η επιλογή αυτή είχε έκτακτο χαρακτήρα και δεν συνοδεύτηκε από τη δημιουργία μόνιμης δημοσιονομικής ένωσης ή ενός πραγματικού ευρωπαϊκού υπουργείου Οικονομικών.
Η σύγκριση μεταξύ Hamilton και Σόιμπλε δεν αφορά επομένως μόνο δύο υπουργούς Οικονομικών. Αφορά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη φύση της πολιτικής ενοποίησης. Ο Hamilton πίστευε ότι η κοινή ευθύνη δημιουργεί κοινό μέλλον. Ο Σόιμπλε έδινε προτεραιότητα στην εθνική ευθύνη ως προϋπόθεση σταθερότητας. Η πρώτη αντίληψη επιδίωκε να οικοδομήσει την ενότητα μέσω της αμοιβαίας δέσμευσης. Η δεύτερη επεδίωκε να προστατεύσει τη σταθερότητα μέσω της αυστηρής τήρησης των κανόνων.
Το ποια από τις δύο προσεγγίσεις είναι ιστορικά δικαιότερη θα συνεχίσει να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης. Εκείνο όμως που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αναζητά την ισορροπία ανάμεσα στην εθνική κυριαρχία και στην κοινή πολιτική ευθύνη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έλυσαν αυτό το δίλημμα ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα. Η Ευρώπη εξακολουθεί να το αντιμετωπίζει στον 21ο.





