Και η Lukoil στην εξίσωση “μείωση παραγωγής = αύξηση τιμής”

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Η μείωση της παραγωγής της ROSNEFT, που αφορμάται κυρίως λόγω των τεχνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, όπως δηλώνει επίσημα ο όμιλος, ίσως δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός, ούτε ζήτημα κυρώσεων. Ενδεχόμενα η διοίκηση του ομίλου κινείται διπλωματικά, για να αποφύγει να κατηγορηθεί ότι η τακτική της οδηγεί σε χειραγώγηση των  τιμών στην αγορά ενέργειας.

Περισσότερο ειλικρινής, ο παλαίμαχος στην αγορά ενέργειας αντιπρόεδρος και συνιδρυτής του ομίλου της LUKOIL, Leonid Fedun, απαιτεί μείωση της ρωσικής παραγωγής αργού πετρελαίου κατά 20% έως και 30%. Ο όμιλος αποτελεί τον ηγέτη των ιδιωτικών επιχειρήσεων παραγωγής αργού στην Ρωσία και τον δεύτερο σε μέγεθος της χώρας, με συνέπεια οι απόψεις του Fedun να αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού αντιτίθενται στην επίσημη γραμμή των κρατικών ομίλων. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, ο τελικός στόχος επιβάλλεται να επικεντρωθεί στην αποκατάσταση της κερδοφορίας των εξαγωγών του κλάδου ενέργειας και στην καταπολέμηση της τακτικής αθέμιτου ανταγωνισμού μέσω των μεγάλων εκπτώσεων στις τιμές.

Μία δραστική μείωση της ρωσικής παραγωγής, παρέχει την δυνατότητα στην Ρωσία να αναλάβει την πρωτοβουλία έναντι των κυρώσεων, της δέσμευσης των αποθεματικών μεταξύ των άλλων και της Κεντρικής Τράπεζας και της αποσύνδεσης από τις αγορές της Δύσης και τα κεφάλαιά τους. Σε πρόσφατο άρθρο του στην οικονομική εφημερίδα της Μόσχας RBK, ο Fedun υποστηρίζει πως επιβάλλεται η μείωση της παραγωγής από τα τρέχοντα 10,5 εκατομμύρια βαρέλια ανά ημέρα στα 8 εκατομμύρια ή ακόμα και στα 7 εκατομμύρια, σε πείσμα των κυρώσεων και των άλλων μέτρων υπονόμευσης των ρωσικών πωλήσεων.

Οι αγορές στην Ασία

Παρά τις γενικές προβλέψεις για απότομη κάμψη της ρωσικής παραγωγής στον τομέα της ενέργειας, οι εξαγωγές αυξάνονται τον Μάρτιο, με μικρή υποχώρηση τον Απρίλιο και νέα ανάκαμψη τον Μάϊο. Αν και τα σχετικά δεδομένα του ρωσικού ειδησεογραφικού πρακτορείου Interfax δεν επιβεβαιώνονται, ο πολλαπλασιασμός των φορτίων με προορισμό την Ινδία και την υπόλοιπη Ασία με μεγάλες εκπτώσεις, προδίδει πως η εκπτωτική πολιτική καθιστά το ρωσικό αργό ιδιαίτερα ελκυστικό, από την στιγμή που παρέχει το περιθώριο απόσβεσης του μεταφορικού κόστους και άλλων σχετικών δαπανών.

Ο Fedun διερωτάται για τους λόγους που επιβάλλουν στην Ρωσία να διατηρεί μία μέση ημερήσια παραγωγή αργού πετρελαίου της τάξης των 10 εκατομμυρίων βαρελιών, όταν έχει την πολυτέλεια να μειώσει σημαντικά την παραγωγή. Εάν κάποιος αναλογισθεί πως η διαφορά της πώλησης 10 βαρελιών με $50 ανά βαρέλι σε σχέση με την αντίστοιχη της πώλησης 7 βαρελιών με τιμή $80 ανά βαρέλι, τότε αντιλαμβάνεται αμέσως πως με συρρίκνωση των πωλήσεων έχει όφελος της τάξης του 12% λόγω διαφοράς τιμής. Ο ίδιος εκτιμά πως οι κυρώσεις θα έχουν μεγάλη διάρκεια, οπότε απαιτείται αναπροσαρμογή των όρων λειτουργίας της ρωσικής οικονομίας με βάση τις κυρώσεις.

  Τι προβλέπει η τροπολογία για τη ρήτρα αναπροσαρμογής – Γιατί αντιδρά η αντιπολίτευση

Μάλιστα ανησυχεί πως η στροφή προς τις αγορές της Ασίας με μεγάλες εκπτώσεις, μάλλον θα εξελιχθεί σε μόνιμο καθεστώς, προκαλώντας τους εμπορικούς εταίρους της Ρωσίας να υιοθετήσουν μία πολιτική αύξησης εσόδων με επιβολή μεγαλύτερων δασμών στις εισαγωγές από την Ρωσία. Με το τρόπο αυτό οι εισαγωγείς θα έχουν την δυνατότητα να αποκομίσουν οφέλη χωρίς να θίξουν την εσωτερική αγορά, λόγω των χαμηλών τιμών που προσφέρονται από τους ρωσικούς ομίλους.

Παρεμβάσεις στον κλάδο ενέργειας

Σύμφωνα με τα ρωσικά τελωνειακά δεδομένα του Απριλίου, όπως αναδημοσιεύονται από την ρωσική περιοδική έκδοση για την βιομηχανία InfoTEK, μερικά φορτία αργού που διακινούνται από τις μεγάλες λιμενικές εγκαταστάσεις του Novorossiysk, του Primorsk και της Ust-Luga, τιμολογούνται κατά μέσο όρο με $60 ανά βαρέλι. Η αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας (Energy Information Administration) ενημερώνει παράλληλα πως η μέση τρέχουσα τιμή (spot) για το αργό τύπου Brent από την Βόρειο Θάλασσα για την ίδια περίοδο κυμαίνεται στα $105 ανά βαρέλι. Λόγω του ότι οι Ρώσοι προσφέρουν εκπτώσεις με βάση τις τρέχουσες τιμές του τύπου Brent, προκύπτει πως ορισμένα φορτία διακινούνται με μέση έκπτωση της τάξης των $45 ανά βαρέλι, ενώ στις αρχές του 2022 η έκπτωση παραμένει σε μονοψήφια μεγέθη.

Ο Fedun υποστηρίζει πως η μείωση της παραγωγής σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών, συνεπάγεται πωλήσεις σε υψηλές τιμές και μεγαλύτερα έσοδα, απεξάρτηση από το σκληρό συνάλλαγμα (αμερικανικό δολάριο και ευρωπαϊκό κοινό νόμισμα), αποχή από δανεισμό σε δυτικές κεφαλαιαγορές, με παράλληλη διατήρηση των φυσικών πόρων για τις επερχόμενες γενεές. Πάντως δεν αποκλείει μελλοντική αύξηση της παραγωγής σε συντονισμό με τις αποφάσεις του OPEC+.

Επιμένει, όμως, πως το κράτος επιβάλλεται να αναδιαμορφώσει το φορολογικό καθεστώς, ώστε να μην επιβιώσει απλώς ο κλάδος ενέργειας, αλλά και να διατηρήσει ανέπαφη την δυναμική ανάπτυξής του. Με τις προσβάσεις στις αγορές ενέργειας της Ευρώπης να μειώνονται δραστικά λόγω των κυρώσεων, ο Fedun προτρέπει για την αναδιάταξη των ρωσικών επενδυτικών ροών προς το Ιράν, την Τουρκία και την Μέση Ανατολή, ώστε να δημιουργηθούν οι απαραίτητοι διάδρομοι για τις ρωσικές εξαγωγές.

Οι εισροές εσόδων

Παρά τις συνεχείς κυρώσεις, η Ρωσία έχει ημερήσια έσοδα από το αργό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της τάξης των $800 εκατομμυρίων, σύμφωνα με τους αναλυτές του BLOOMBERG ECONOMICS. Το μέγεθος αυτό συνεπάγεται συνολικά ετήσια έσοδα της τάξης των $285 δισεκατομμυρίων, έναντι $235,6 δισεκατομμυρίων του 2021, δηλαδή μία αύξηση της τάξης του 20% παρά τις μεγάλες εκπτώσεις. Βασικό πυλώνα της επέκτασης των εσόδων αποτελεί η Κίνα, όπου οι συναλλαγές στα εθνικά νομίσματα, δηλαδή γουάν-ρούβλι, αυξάνονται κατά 1.067% σε σχεδόν $4 δισεκατομμύρια τον μήνα.

  Γεμίσαμε τουρίστες, ψάχνουμε εργαζόμενους...

Οι δύο χώρες μειώνουν την εξάρτησή τους από το αμερικανικό δολάριο, επιχειρώντας να παρακάμψουν και άλλες πιθανές αμερικανικές κυρώσεις, αλλά η έκρηξη των διμερών συναλλαγών έχει προκαλέσει ανατίμηση του ρωσικού νομίσματος στα υψηλότερα επίπεδα πενταετίας, παράμετρος που μάλλον θα οδηγήσει σε νέα μείωση των ρωσικών επιτοκίων για να χαλιναγωγηθεί η υπερθέρμανση του νομίσματος.

Παρά το γεγονός ότι η χώρα αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς ενέργειας στον τομέα των ορυκτών καυσίμων, επί σειράν ετών παραμελεί να προωθήσει αποφασιστικά τις προτεραιότητές της στην γεωπολιτική της ενέργειας, με συνέπεια να αναγκασθεί να αποδεχθεί ένα σκληρό τίμημα για την αμέλειά της. Επί δεκαετίες οι Ρώσοι επαναπαύονται στο γεγονός ότι διαθέτουν τεράστια αποθέματα, πολύ περισσότερα από όσα έχουν ή θα έχουν την δυνατότητα να καταναλώσουν και οι πελάτες τους είχαν διασφαλίσει για την χώρα τους μία σχεδόν μηχανική και σχετικά σταθερή γραμμική ανάπτυξη αρκετά ισορροπημένη στα πλαίσια της διεθνούς οικονομίας.

Δυστυχώς οι συνθήκες αυτές οδηγούν την Μόσχα σε σειρά εκτιμήσεων που παραβλέπουν την πιθανότητα κάποιων άλλων παραγωγών να αποδεχθούν να θυσιάσουν προσωρινά σημαντικά έσοδα ή ακόμα και να υποστούν ζημίες για να χειραγωγήσουν τις τιμές στις αγορές. Η στάση πάντως μεταβάλλεται μετά τις καταστροφικές συνέπειες στα έσοδα του κλάδου ενέργειας με αφετηρία την κρίση της Κριμαίας και ο Fedun απλώς αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου στην θεαματική μεταστροφή της πολιτικής της Μόσχας στην ενέργεια, με συνέπεια την χειραγώγηση των τιμών με διάφορα προσχήματα.

H τρίτη μείωση των επιτοκίων στο 11% από την Κεντρική Τράπεζα Ρωσίας αποσκοπεί, όπως δηλώνει η κεντρική τραπεζίτης Elvira Nabiullina, στην αποτροπή της περαιτέρω ανατίμησης του ρωσικού νομίσματος, ώστε από την ζώνη του 53-54:1 προς το αμερικανικό δολάριο πριν από την μείωση να υποτιμηθεί προς την ζώνη 61-63:1, που προφανώς επιδοκιμάζεται από την Nabiullina. Όμως και η τρίτη μείωση δεν συγκρατεί το νόμισμα με συνέπεια στην συνεδρίαση του Ιουνίου της Κεντρικής Τράπεζας Ρωσίας να αποφασισθεί και νέα μείωση επιτοκίων στο 9,5%. Το βασικό αίτιο της τέταρτης κατά σειράν μείωσης πηγάζει από την επέκταση των εσόδων από την Κίνα, με το ρούβλι να αναρριχάται σε υψηλά πενταετίας έναντι του κινεζικού νομίσματος, οπότε και επιβάλλεται η υποτίμησή του.

Αυτές οι εξελίξεις και η σταθεροποίηση της οικονομικής κατάστασης, ωθούν τους ρωσικούς ομίλους να προχωρήσουν στην δεύτερη φάση, επιχειρώντας να ανατιμήσουν το αργό πετρέλαιο.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.
Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι