Οι ξένες επενδύσεις δεν αγαπούν την Ελλάδα

Κώστας Μελάς
2

του Κώστα Μελά  – 

Οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων την περίοδο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παρουσίασαν κάμψη. Σύμφωνα με τα στοιχεία (Πίνακας 1), το 2015 οι εισροές ξένων επενδύσεων μειώθηκαν σχεδόν κατά 50,0% σε σχέση με το 2014 και ακόμη περισσότερο σε σχέση με το 2013. Οι λόγοι θα πρέπει να αναζητηθούν πρωτίστως στην πολιτική αβεβαιότητα που κυριάρχησε αλλά και στις οικονομικές επιλογές της κυβέρνησης.

Η χωρίς σχεδιασμό αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων της χώρας και το πλήθος των ιδεολογημάτων, που αποτελούσαν τον πυρήνα της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, προκάλεσαν μια άνευ προηγουμένου αναστάτωση.

Πίνακας 1. Ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών Ελλάδος 2013- 2016.

Το 2016 παρουσιάζεται σημαντική αύξηση της εισροής άμεσων ξένων επενδύσεων. Το ύψος τους έφθασε στα 2,8 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας όχι μόνο το ύψος του 2015, αλλά και του 2014 και του 2013 όπως μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα στον Πίνακα 1. Η εξέλιξη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε “επανεπενδυθέντα κέρδη”.

Οι σημαντικότερες συναλλαγές το 2016, αφορούν:

  1. την εξαγορά του ΟΛΠ από την COSCO Group (Χονγκ Κονγκ), 368,5 εκατ. ευρώ
  2. την πώληση από την Τράπεζα Eurobank του 80% της συμμετοχής της στη Eurolife ERB Insurance Group Α.Ε. Συμμετοχών στην Costa Luxembοurg Sarl (Λουξεμβούργο) 324,7 εκατ ευρώ.
  3. την πώληση του 88,5% των μετοχών της Astir Palace Βουλιαγμένης Α.Ξ.Ε. στην Apollo Investment Holdco Sarl (Λουξεμβούργο). 444 εκατ. ευρώ.

Όμως τόσο το 2015, όσο και το 2016 το 88,9% και το 89,3% των εισροών κατευθύνθηκαν στις υπηρεσίες. Στον μεταποιητικό τομέα κατευθύνθηκαν μόνο το 0,3% και το 2,3% αντίστοιχα. Το πρώτο δεκάμηνο του 2017, η εισροή άμεσων ξένων επενδύσεων έφθασε τα 3,1 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2016 και 2015. Οι κυριότερες συναλλαγές αφορούν:

  1. τη συμμετοχή της μητρικής εταιρίας ΝΝ Continental Europe Holdings B.V. (Ολλανδία) στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας ΝΝ Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής
  2. την εξαγορά επιπλέον μετοχών της Αστήρ Παλάς Βουλιαγμένης Α.Ξ.Ε. από την εταιρία Apollo Investment Holdco SARL (Λουξεμβούργο).
  3. την άμεση συμμετοχή των εταιριών Fraport AG (Γερμανία) και Slentel Ltd (Κύπρος) στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των θυγατρικών που ανέλαβαν τη διαχείριση των περιφερειακών αεροδρομίων στην Ελλάδα και τη χορήγηση ενδοομιλικών δανείων στις θυγατρικές αυτές.
  4. την εξαγορά του 24% του ΑΔΜΗΕ από την εταιρεία State Grid Europe Ltd (Ηνωμένο Βασίλειο).
  5. την εισροή που εισέπραξε η TAP AG (Ελλάδα) από την TAP AG (Ελβετία).
  6. την πώληση του 100% της ΤΡΑΙΝΟΣΕ A.E. στην ιταλική εταιρία Ferrovie dello Stato Italiane S.p.A.

Το δυσάρεστο συμπέρασμα

Είναι κοινός τόπος ότι η αλλαγή της παραγωγικής βάσης χρειάζεται επέκταση σε καινοτόμα προϊόντα σύγχρονης τεχνολογίας. Αυτή μπορεί να παρασχεθεί κυρίως μέσω των πολυεθνικών επιχειρήσεων και των άμεσων ξένων επενδύσεων. Μάλιστα, ο κύριος όγκος των άμεσων ξένων επενδύσεων πραγματοποιείται μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών. Η σημασία του γεγονότος αυτού είναι μεγάλη, γιατί ο βαθμός διάδοσης των νέων τεχνολογιών αποτελεί μέσο εκσυγχρονισμού της οικονομίας.

Οι χώρες όπου κατευθύνονται οι άμεσες ξένες επενδύσεις με ενσωματωμένη υψηλή τεχνολογία δεν είναι χαμηλού εργατικού κόστους, αλλά υψηλής παραγωγικότητας και συνήθως υψηλής ποιότητας ανθρωπίνου κεφαλαίου. Δυστυχώς στην Ελλάδα αυτές οι επενδύσεις αποτελούν δυσεύρετο είδος τα τελευταία 40 έτη. Δηλαδή πρόκειται για μια μεγάλη ιστορική περίοδο η οποία αφήνει εμφανώς τα ίχνη της αμφιβολίας και για τις μελλοντικές εξελίξεις.

Δεν είναι τυχαίο το ότι η Τράπεζα Ελλάδος υπογραμμίζει με εύσχημο τρόπο ότι μια βασική αβεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές εξελίξεις αποτελεί «η υλοποίηση των προθέσεων των πολυεθνικών επιχειρήσεων για παραγωγικές επενδύσεις στην Ελλάδα». Επιπροσθέτως είναι σχεδόν αδύνατον να μεταβληθεί το παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας με τις εισρέουσες άμεσες ξένες επενδύσεις να κατευθύνονται σε ποσοστό κοντά στο 90% σε υπηρεσίες και μάλιστα χρηματοοικονομικές, διαχείρισης ακινήτων και ιδιωτικής αγοράς ακινήτων.

Ακόμη περισσότερο, όμως, είναι σχεδόν αδύνατον να συμβάλλουν αποφασιστικά οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην αλλαγή της παραγωγικής βάσης της χώρας, με βάση τα διαπιστούμενα ποσοτικά δεδομένα. Το ύψος τους ως ποσοστό του ΑΕΠ εξακολουθεί να κυμαίνεται γύρω από τον ιστορικό ετήσιο μέσο όρο, δηλαδή περίπου στο 1%. Όμως, σύμφωνα με την λογική του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, οι άμεσες ξένες επενδύσεις έχουν ποσοτικά και ποιοτικά ένα ιδιαίτερο ρόλο στη μεγέθυνση της οικονομίας. Από τα υπάρχοντα στοιχεία, όμως, κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται.