Πως η Ελλάδα μίκρυνε έναντι της Τουρκίας από το 77 στο 16…
22/02/2026
Το 1974, στην αυγή της Μεταπολίτευσης, το ελληνικό ΑΕΠ σε σταθερές τιμές (2015) αντιστοιχούσε στο 77,80% του τουρκικού. Πενήντα χρόνια αργότερα, το 2024, το ποσοστό αυτό έχει κατρακυλήσει στο 16,99%. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα από οικονομία που ξεπερνούσε τα τρία τέταρτα του μεγέθους της Τουρκίας, βρίσκεται σήμερα περίπου στο ένα έκτο.
Για να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις αυτής της δυναμικής – αρνητικής για την Ελλάδα και θετικής για την Τουρκία – αξίζει να θυμηθούμε τον Paul Kennedy, καθηγητή ιστορίας στο Yale και έναν από τους πλέον επιδραστικούς ιστορικούς στρατηγικής σκέψης.
Στο κλασικό του έργο “Η Άνοδος και η Πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων”, που διδάσκεται σε κορυφαία πανεπιστήμια των ΗΠΑ, υποστήριξε ότι η διεθνής ισχύς δεν καθορίζεται μόνο από στρατούς και συμμαχίες, αλλά από τη μακροχρόνια σχετική οικονομική δυναμική. Όταν μια χώρα αυξάνεται ταχύτερα από μια άλλη, η ισορροπία ισχύος μετατοπίζεται – ακόμη κι αν καμία δεν καταρρεύσει απολύτως. Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα δεν κατέρρευσε απόλυτα· κατέρρευσε σε σχέση με τον βασικό της ανταγωνιστή.
Η ισορροπία των πρώτων δεκαετιών
Στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η Τουρκία είχε μεγαλύτερο πληθυσμό και μεγαλύτερη χερσαία στρατιωτική δύναμη, αλλά η Ελλάδα δεν υστερούσε σημαντικά σε παραγωγικό επίπεδο. Αυτή η σχετική εγγύτητα στήριζε την ικανότητα της χώρας να διατηρήσει μια ισορροπία στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο, περιορίζοντας πιθανούς κινδύνους σύγκρουσης.
Κατά μέσο όρο, το ελληνικό ΑΕΠ σε σχέση με το τουρκικό ήταν 78,41% επί πρωθυπουργίας Καραμανλή του πρεσβύτερου (1974-1980) και μειώθηκε στο 65,22% επί πρώτης πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου (1981-1989). Παρά τις πολιτικές αναταράξεις και τις διεθνείς κρίσεις, η χώρα διατηρούσε μια σχετική οικονομική εγγύτητα που λειτουργούσε ως οικονομικό “μαξιλάρι ασφαλείας”, δηλαδή μια οικονομία που μπορούσε να χρηματοδοτεί την αναλογία 7:10 στους εξοπλισμούς Ελλάδος-Τουρκίας.
Η σταδιακή απόκλιση όμως, που άρχισε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, συνεχίστηκε “μεθ’ ορμής ακαθέκτου” κατά τις επόμενες δεκαετίες, σε μια σαφή μακροπρόθεσμη τάση. Κατά μέσο όρο, το ελληνικό ΑΕΠ σε σχέση με το τουρκικό μειώθηκε ακόμα περισσότερο, στο 48,41% επί πρωθυπουργίας Σημίτη (1996-2004) και στο 45,56% επί πρωθυπουργίας Καραμανλή του νεότερου (2004-2009).
Στην εποχή δε των μνημονίων, συντελείται η καταβαράθρωσή του από 44,51% το 2009 στο επικίνδυνα χαμηλό 20,39% το 2019, ήτοι σε μέγεθος που δεν μπορούσε πλέον να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση της εξοπλιστικής ισορροπίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Η πτωτική πορεία συνεχίζεται δυστυχώς και επί πρωθυπουργίας Μητσοτάκη, για να προσγειωθεί “ανώμαλα” στο μόλις 16,99% το 2024.
Κατά τη δεκαετία του 1990 και μέχρι του Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, η Ελλάδα κινείται μεταξύ 45% και 55% του τουρκικού ΑΕΠ. Η ένταξη στην ΟΝΕ και η νομισματική σταθερότητα δημιουργούν εικόνα σύγκλισης με την Ευρώπη, αλλά η σύγκριση με την Τουρκία αποκαλύπτει ότι η Ελλάδα χάνει σταδιακά τη σχετική ισχύ της (relative power). Η Τουρκία επενδύει στη βιομηχανία, αυξάνει τον πληθυσμό και διευρύνει την αγορά της, ενώ η Ελλάδα εστιάζει κυρίως σε υπηρεσίες και κατανάλωση. Η απόσταση στην παραγωγική βάση αρχίζει να γίνεται καθοριστική.
Η κρίση του 2010 και η συνεχιζόμενη παρακμή
Μετά το 2009, η πτώση γίνεται δραματική. Από περίπου 45% το 2009, η Ελλάδα κατεβαίνει στο 31% το 2011 επί κυβερνήσεως Γιώργου-Jeffrey Παπανδρέου, στο 24% το 2014 επί κυβερνήσεως Σαμαρά, και στο μόλις 20% το 2019 επί κυβερνήσεως Τσίπρα. Μέσα σε λίγα χρόνια, η χώρα χάνει πάνω από το μισό τής σχετικής οικονομικής ισχύος της απέναντι στην Τουρκία, οι εξοπλισμοί της Ελλάδας παγώνουν, ενώ η Τουρκία συνεχίζει να επεκτείνει την οικονομική της βάση, να αναπτύσσει την εξαγωγική πολεμική της βιομηχανία και να εξοπλίζει τις ένοπλες δυνάμεις της.
Αυτό ακριβώς δείχνει η θεωρία του Kennedy: Η στρατηγική ισχύς συνδέεται στενά με την οικονομική δυναμική. Η Ελλάδα δεν ηττήθηκε στρατιωτικά· η σχετική της παρακμή είναι οικονομική.
Μια κρίσιμη διάσταση της Μεταπολίτευσης είναι η αναλογία 7:10 στην αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς Ελλάδα και Τουρκία και στον εν γένει εξοπλισμό αυτών των δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ. Εφαρμόσθηκε άτυπα από τις ΗΠΑ από το 1974 ως μέσο ισορροπίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά δεν ήταν αποκομμένη από την οικονομική πραγματικότητα της εποχής. Όταν η Ελλάδα βρισκόταν στο 77% του τουρκικού ΑΕΠ, μια αναλογία 7 προς 10 στους εξοπλισμούς ήταν δημοσιονομικά και παραγωγικά βιώσιμη· κινείτο εντός των ορίων που μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία χωρίς να διαρραγεί η εσωτερική της ισορροπία. Η οικονομία, ακόμη κι αν δεν αναφερόταν ρητά, λειτουργούσε ως υποκείμενο πλαίσιο βιώσιμης στρατηγικής.
Μια τέτοια φόρμουλα (7:10) δύσκολα θα μπορούσε να εφαρμοστεί εάν τότε ίσχυε η σημερινή οικονομική αναλογία περίπου 1,6 προς 10 – δηλαδή εάν η Τουρκία είχε εξαπλάσιο οικονομικό μέγεθος από την Ελλάδα, όπως συμβαίνει σήμερα. Καμία μακροχρόνια στρατιωτική ισορροπία δεν μπορεί να σταθεί μακροχρόνια όταν αποκόπτεται από το σχετικό οικονομικό της υπόβαθρο.
Παρ’ όλα αυτά, διάφοροι πολιτικοί συχνά επαίρονται για την οικονομική τους πολιτική αναφέροντας την αύξηση του ΑΕΠ κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Αυτό δίνει την εντύπωση ότι “η Ελλάδα μεγάλωσε”, όταν στην πραγματικότητα μιλάμε απλώς για μια εσωστρεφή χρονική σύγκριση με τον ίδιο της τον εαυτό.
Η άλλη μισή αλήθεια, που κατά κανόνα παραλείπεται, είναι ότι η Ελλάδα, συγκρινόμενη ως έδει με τον βασικό της ανταγωνιστή, την Τουρκία, μίκρυνε κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων – δηλαδή μειώθηκε η σχετική ισχύς της, ανεξάρτητα από τις μεθόδους υπολογισμού του ΑΕΠ κάθε χώρας – και συνεχίζει να μικραίνει. Σύμφωνα με αυτή την αλήθεια, οι μακροχρόνιες τάσεις της οικονομικής δυναμικής σε σχέση με τον αντίπαλο καθορίζουν πραγματικά την ισχύ και την ικανότητα επιρροής, όχι η μεμονωμένη ανάπτυξη σε απόλυτους αριθμούς. Επομένως, η προπαγανδιστική εμμονή των πολιτικών στα “καλά νέα” του ΑΕΠ δεν μπορεί τελικά να κρύψει τον “ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο”, τη μεγαλύτερη εικόνα της σχετικής παρακμής.





