Σαν την γάτα με το ποντίκι, Ερντογάν και Τραμπ

Βαγγέλης Σαρακινός
672
Σαν την γάτα με το ποντίκι Ερντογάν και Τραμπ, Βαγγελης Σαρακινός

Στην αντεπίθεση περνά η Τουρκία μετά την πανωλεθρία από την κατάρρευση της τουρκικής λίρας, εξαιτίας της έντασης στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Από το πρωί το τουρκικό νόμισμα ανακάμπτει, λόγω της  προγραμματισμένης τηλεδιάσκεψης του υπουργού Οικονομικών με επενδυτές, της συμφωνίας με το Κατάρ και του ανοίγματος  Ερντογάν στους Ευρωπαίους.

Ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ, στην τηλεδιάσκεψη που ήδη χαρακτηρίζεται κρίσιμη, θα πρέπει να πείσει τους επενδυτές ότι η νομισματική πολιτική της Τουρκίας δεν είναι όμηρος της παρεμβατικής πολιτικής του Ερντογάν. Κυρίως θα πρέπει να πείσει για τις προθέσεις της κυβέρνησης σχετικά με την επιχειρησιακή ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, την ώρα που ο Τούρκος πρόεδρος κάνει συχνά συστάσεις για χαμηλά επιτόκια, παρά τον διψήφιο πληθωρισμό.

Εντωμεταξύ, εκπρόσωπος του ΔΝΤ αν και επέμεινε στην ανάγκη να δεσμευθεί η τουρκική κυβέρνηση για την λήψη μέτρων προκειμένου να αποκατασταθεί η σταθερότητα, σημείωσε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως η Άγκυρα ετοιμάζεται να ζητήσει βοήθεια από το Ταμείο. Σημείωσε βέβαια και ο ίδιος ότι είναι απαραίτητο να δεσμευθεί  η τουρκική κυβέρνηση για την πλήρη ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας.

Η JP Morgan πάντως χαρακτηρίζει «μέτρα τεχνικού χαρακτήρα» τις ενέργειες των τουρκικών αρχών και σημειώνει την απροθυμία της Άγκυρας να υιοθετήσει «συμβατικά πλαίσια πολιτικής», επισημαίνοντας ότι τελικά αυτή η απροθυμία μπορεί «να περιορίσει την αποτελεσματικότητα των τεχνικών εργαλείων».

«Πακέτο» από το Κατάρ

Η λίρα βρήκε στήριξη το βράδυ της Τετάρτης και από την απόφαση του Κατάρ να επενδύσει 15 δισεκ. δολάρια στην Τουρκία, μια συμφωνία που έκλεισε κατά την χθεσινή συνάντηση του Ερντογάν με τον εμίρη Χαμάντ αλ Θάνι.

Πρόκειται για μια κίνηση που γίνεται για να τονώσει την τουρκική οικονομία και έρχεται να επιβεβαιώσει τις στενές οικονομικές και πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις της Άγκυρας με την Ντόχα, οι οποίες φάνηκαν και τον πρόσφατο αποκλεισμό του Εμιράτου από ομάδα αραβικών κρατών.

Την επενδυτική συνεργασία ανακοίνωσε η τουρκική προεδρία και επιβεβαίωσε το υπουργείο Οικονομικών, ενώ κυβερνητικές πηγές ανέφεραν ότι τα χρήματα θα διοχετευτούν στις τουρκικές χρηματοπιστωτικές αγορές και τις τράπεζες.

Η συμφωνία έφερε ευφορία στην κυβέρνηση της Άγκυρας και σε συνδυασμό με τα ανοίγματα που κάνει ο Ερντογάν προς την Ευρώπη, έδωσε μια ανάσα στο τουρκικό νόμισμα, η ισοτιμία του οποίου έπεσε κάτω από τις έξι λίρες ανά δολάριο, αφήνοντας πίσω τα ιστορικά χαμηλά των προηγούμενων ημερών.

Εμπορικός πόλεμος με ΗΠΑ

Την ίδια ώρα ο Ερντογάν συνεχίζει να καταγγέλλει ότι η χώρα του δέχεται οικονομικό πόλεμο από τις ΗΠΑ και να προτρέπει τους πολίτες να στηρίξουν το εθνικό νόμισμα. Παραλλήλως απαντά βήμα-βήμα στις αμερικανικές πιέσεις, ενώ ετοιμάζεται να προσφύγει και στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, καταγγέλλοντας τον διπλασιασμό των αμερικανικών δασμών στον τουρκικό χάλυβα και το αλουμίνιο. Μια κίνηση που συνέβαλε δραστικά στην κατάρρευση του τουρκικού νομίσματος.

Την Τετάρτη πάντως ο Τούρκος πρόεδρος υπέγραψε διάταγμα με το οποίο αυξάνονται σημαντικά οι δασμοί σε μια σειρά αμερικανικών προϊόντων  που εισάγονται στην Τουρκία. Σε ορισμένα μάλιστα προϊόντα οι τουρκικοί δασμοί είναι υπέρογκοι, όπως για παράδειγμα στα τουριστικά λεωφορεία που φτάνουν στο 120%, σε αλκοολούχα ποτά στο 140%, στον καπνό 60%, αλλά και στα καλλυντικά.

Σχολιάζοντας την εξέλιξη ο υπουργός Εμπορίου, Ρουχσάρ Πεκτζάν, ανέφερε ότι το ύψος των νέων δασμών ανέρχεται στα 533 εκατομμύρια δολάρια και σημείωσε ότι οι ΗΠΑ «είναι ένας σημαντικός εμπορικός εταίρος, αλλά όχι ο μοναδικός». Ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί και στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις είναι και η δήλωση του Τούρκου αντιπροέδρου Φουάτ Οκτάι, ότι πρόκειται για «αντίποινα»  στις «εκ προθέσεως επιθέσεις» των ΗΠΑ στην τουρκική οικονομία.

Σημειώνεται ότι οι νέοι δασμοί της Άγκυρας έρχονται μία ημέρα μετά την έκκληση του Ερντογάν για μποϋκοτάζ  των αμερικανικών ηλεκτρονικών συσκευών, αλλά και την ώρα που γίνονται ανοίγματα προς την Ευρώπη με την απελευθέρωση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών και του προέδρου της Διεθνούς Αμνηστίας στην Τουρκία, Τανέρ Κιλίτς. Την ίδια ώρα βέβαια, δικαστήριο της Σμύρνης απέρριπτε και πάλι το αίτημα του πάστορα Μπράνσον για απελευθέρωση και άρση του κατ’ οίκον περιορισμού.

Από την πλευρά τους οι Αμερικανοί εξακολουθούν να ζητούν την απελευθέρωση του πάστορα, ενώ σε ότι αφορά τους δασμούς θεωρούν  ότι οι αμερικανικοί είναι «ζήτημα εθνικής ασφαλείας» και οι τουρκικοί «αντίποινα». Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου μάλιστα υπογράμμισε ότι οι αμερικανικοί τελωνειακοί δασμοί στον τουρκικό χάλυβα θα παραμείνουν σε ισχύ ακόμη και στην περίπτωση απελευθέρωσης του Μπράνσον.  Σε ό, τι αφορά δε τα οικονομικά προβλήματα της Τουρκίας τα αποδίδουν σε «μακροπρόθεσμες τάσεις» της τουρκικής οικονομίας και όχι σε αμερικανικές παρεμβάσεις.

Ευρωπαϊκά ανοίγματα και όχι μόνο

Μπορεί ο Ερντογάν να εξαντλεί την «σκληρότητά» του έναντι των ΗΠΑ, αγωνιά ωστόσο για το που μπορεί να οδηγηθεί η κατάσταση και αυτό φαίνεται στην σπουδή του να διευθετήσει σχέσεις και εκκρεμότητες με άλλους εταίρους.

Την περασμένη Παρασκευή ο Τούρκος πρόεδρος συνομίλησε με τον Πούτιν, δέχθηκε στην Άγκυρα τον εμίρη του Κατάρ, σεΐχη αλ-Θάνι, και υπέγραψε επενδυτική συμφωνία, ενώ επιχειρεί την επαναπροσέγγιση της Ευρώπης και κυρίως της Γερμανίας. Στο πλαίσιο αυτό, και σε μια προσπάθεια να δείξει στις ΗΠΑ ότι υπάρχει και το Βερολίνο, ο Ερντογάν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την Μέρκελ, με την οποία αναμένεται να συναντηθεί και στην επίσημη επίσκεψή του στην Γερμανία, στα τέλη Σεπτεμβρίου.

Την ίδια ώρα, ο Τσαβούσογλου δηλώνει ότι θα συναντηθεί με τον αντιπρόεδρο της Κομισιόν, Φρανς Τίμερμανς, επιδιώκοντας την επιτάχυνση των συζητήσεων σχετικά με την απελευθέρωση της βίζας για τους Τούρκους υπηκόους. Παραλλήλως ανακοινώνει ότι ομάδες εργασίας από την Τουρκία και τη Ρωσία θα έχουν, την επόμενη εβδομάδα, αντίστοιχες συνομιλίες με θέμα την κατάργηση της βίζας για τα ταξίδια Τούρκων υπηκόων στην Ρωσία. Όλα αυτά βέβαια δεν τον εμποδίζουν να δηλώνει ότι η Τουρκία είναι έτοιμη για διάλογο με τις ΗΠΑ, αλλά χωρίς απειλές.