Συντρίβουν την κοινωνία για να εξοφλούν τους δανειστές
15/07/2026
Το τελευταίο διάστημα, η κυβέρνηση προβάλλει ως σημαντική επιτυχία την επίτευξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων, τα οποία της επιτρέπουν να αποπληρώνει πρόωρα δανειακές υποχρεώσεις της χώρας. Αν τα πλεονάσματα αυτά αποτελούσαν προϊόν ουσιαστικής οικονομικής ανάπτυξης, που δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας, ενισχύει τα πραγματικά εισοδήματα και, μέσω αυτών, αυξάνει τα δημόσια έσοδα, τότε θα επρόκειτο πράγματι για επιτυχία, για την οποία η κυβέρνηση θα είχε κάθε λόγο να υπερηφανεύεται.
Όμως σημαντικό μέρος από τα πλεονάσματα αυτά οφείλεται στην άνοδο των εσόδων από εμμέσους φόρους, την οποία προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό η εκρηκτική άνοδος του πληθωρισμού από το 2022 και μετά. Βεβαίως, αυτή η αύξηση εσόδων οφείλεται και σε άλλους παράγοντες, όπως η βελτίωση της εισπραξιμότητας, μέσω της αύξησης των ηλεκτρονικών συναλλαγών και σε μικρό βαθμό η ονομαστική μεγέθυνση της οικονομίας.
Σε ονομαστικά ποσά και με βάση τις επίσημες εκθέσεις της ΑΑΔΕ, τα συνολικά έσοδα από έμμεσους φόρους αυξήθηκαν από 30,8 δισεκατομμύρια ευρώ το 2021 σε 42,9 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025. Ειδικότερα, όσον αφορά την κατηγορία φόρων επί αγαθών και υπηρεσιών, τα έσοδα αυξήθηκαν από τα 26,7 δισεκατομμύρια ευρώ το 2021 στα 39,5 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025. Με άλλα λόγια, τα έσοδα αυτής της κατηγορίας, βασική συνιστώσα της οποίας είναι ο ΦΠΑ, αυξήθηκαν κατά 47,9% μέσα σε μία πενταετία.
Πλεονάσματα: Ο πληθωρισμός φουσκώνει τα έσοδα
Επομένως, ένας βασικός λόγος που η κυβέρνηση παράγει δημοσιονομικά πλεονάσματα είναι ότι έχει αναδειχτεί σε σιωπηρό κερδοσκόπο του πληθωρισμού. Καθώς οι συντελεστές του ΦΠΑ παρέμειναν αμετάβλητοι, η άνοδος των τιμών αγαθών και υπηρεσιών διόγκωσε αυτομάτως τα έσοδα από τους φόρους κατανάλωσης.
Τίποτε το εντυπωσιακό δεν υπάρχει σε αυτό, ούτε βέβαια υπάρχει κάποια επιτυχία για να πανηγυρίζει η κυβέρνηση. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά εκατομμύρια νοικοκυριά που στηρίζονται κυρίως σε μισθούς και συντάξεις και είδαν το πραγματικό τους εισόδημα να διαβρώνεται από τον πληθωρισμό.
Είναι η μεγάλη πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας που αγωνιά κάθε μήνα για να ανταποκριθεί στις βασικές της υποχρεώσεις. Είναι οι οικογένειες που είδαν τα παιδιά τους να μεταναστεύουν ή να παραμένουν στο πατρικό σπίτι, ακόμη και όταν εργάζονται, επειδή ο μισθός τους δεν επαρκεί για να αυτονομηθούν και να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια.
Οι γεννήσεις μειώνονται
Και ποιος είναι ο κοινωνικός αντίκτυπος όλων αυτών; Στην πιο δραματική του διάσταση, ο κοινωνικός αντίκτυπος αποτυπώνεται στα στοιχεία που ανακοινώνει η ΕΛΣΤΑΤ. Οι γεννήσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν από 85,3 χιλιάδες το 2021 σε 65,6 χιλιάδες το 2025. Δηλαδή στην ίδια πενταετία που τα έσοδα από εμμέσους φόρους εκτινάχθηκαν, οι γεννήσεις στην Ελλάδα κατέρρευσαν κατά 23%. Αν μάλιστα από τους παραπάνω αριθμούς αφαιρέσει κανείς τις γεννήσεις αλλοδαπών, η κατάσταση για τον γηγενή ελληνικό πληθυσμό είναι ακόμη πιο δραματική.
Είναι απορίας άξιο λοιπόν, ότι την ίδια ώρα που χάθηκε σχεδόν μια στις τέσσερις γεννήσεις, η κυβέρνηση επαίρεται ότι παράγει πλεονάσματα με τα οποία πληρώνει τους δανειστές πριν την ώρα τους. Αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει – και το οποίο είναι λόγος να εξανίσταται κανείς και όχι να πανηγυρίζει – είναι ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη λειτουργεί ως ο απόλυτος μνημονιακός φοροεισπράκτορας: Συνθλίβει την κοινωνία για να εξοφλεί πρόωρα τους δανειστές.
Λανθασμένη πολιτική
Η πρακτική αυτή υπόκειται σε βαριά κριτική όχι μόνο για τις κοινωνικές της συνέπειες, αλλά και για τον οικονομικό της ανορθολογισμό. Αφαιρεί πολύτιμη ρευστότητα από μια κοινωνία εγκλωβισμένη στη μόνιμη φτωχοποίηση και περιορίζει ακόμη περισσότερο τις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας. Πιθανώς βέβαια, κάποιοι από την κυβέρνηση να αντιτείνουν: Ναι, όμως έτσι βελτιώνεται η σχέση χρέους προς ΑΕΠ και αυτό βελτιώνει την πιστοληπτική αξιολόγηση του δημοσίου, με αποτέλεσμα να μειώνεται το κόστος δανεισμού.
Η καθαρά οικονομική απάντηση εδώ είναι η εξής: Η πρόωρη αποπληρωμή μπορεί πράγματι να περιορίζει τους μελλοντικούς τόκους και τους χρηματοδοτικούς κινδύνους. Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι αν το σχετικό όφελος δικαιολογεί την αφαίρεση τόσο μεγάλων πόρων από μια οικονομία με επενδυτικό, στεγαστικό και δημογραφικό έλλειμμα. Η κυβέρνηση με τις πράξεις της μας λέει ότι δεν έχει σχέδιο για την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση αυτών των κεφαλαίων, για αυτό τα επιστρέφει πρόωρα στους δανειστές.
Όσον αφορά πάντως τον κίνδυνο αύξησης των τόκων λόγω της ανόδου των επιτοκίων, υπάρχει τεχνικά τρόπος να αποφευχθεί αυτό. Θα αρκούσε η κυβέρνηση να έχει μετατρέψει εγκαίρως το τμήμα του χρέους που έχει κυμαινόμενο επιτόκιο σε σταθερό, με τη χρήση ειδικών χρηματοοικονομικών εργαλείων, όπως τα Interest Rate Swaps.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, η αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ πρέπει να επιδιώκεται πρωτίστως με την αύξηση του παρονομαστή, δηλαδή του πραγματικού προϊόντος, και όχι με τη μείωση του αριθμητή, δηλαδή με υπερβολικά πρωτογενή πλεονάσματα που απορροφούν πόρους από την οικονομία και υπονομεύουν τις αναπτυξιακές της δυνατότητες.
Συνταγή καταστροφής
Και όλα αυτά πού γίνονται; Γίνονται σε μια χώρα που τελεί υπό δημογραφική κατάρρευση και απειλείται από την αναθεωρητική Τουρκία. Μια Τουρκία που γιγαντώνεται βιομηχανικά με τη βοήθεια των ξένων επενδύσεων, την ίδια ώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη εμφανίζει ως επιτυχία την πρόωρη αποπληρωμή των δανειστών, εις βάρος μιας φτωχοποιημένης κοινωνίας που φυτοζωεί.
Όχι, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη οικονομικής επιτυχίας. Πίσω από τους λογιστικούς δείκτες βρίσκονται η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης, η αδυναμία δημιουργίας οικογένειας και η ματαίωση των σχεδίων ζωής μιας ολόκληρης γενιάς. Μια χώρα δεν μπορεί να πανηγυρίζει για τα πλεονάσματά της, όταν ταυτόχρονα εξαντλεί την κοινωνική και δημογραφική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται το μέλλον της.
Μνημονιακοί τοποτηρητές
Και αυτή η διαπίστωση γυρίζει το ρολόι πολύ πίσω, όταν η βασική κριτική που ασκείτο στα μνημόνια ήταν ότι η περιοριστική και τιμωρητική τους φιλοσοφία θα καθήλωνε την ελληνική κοινωνία στη φτώχεια, με βαρύτατες συνέπειες για τη χώρα και το έθνος μακροπρόθεσμα.
Αργότερα οι ίδιοι οι δανειστές παραδέχτηκαν ότι έγιναν λάθη στους υπολογισμούς. Λάθη τα οποία κανείς δεν έκανε την προσπάθεια να διορθώσει. Αντιθέτως, η κυβέρνηση σήμερα, συνεπής εφαρμοστής των πολιτικών και των δεσμεύσεων για πλεονάσματα που ανέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, υπερακοντίζει σε μνημονιακή αυστηρότητα, αντί να αναζητά ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης. Και εξαπατά την κοινωνία, πανηγυρίζοντας για ψεύτικες επιτυχίες, αντί να κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης! Και σε αυτό βεβαίως συνένοχη είναι και η βουβή αντιπολίτευση, η οποία λειτουργεί ως οιονεί συμπολίτευση.
Έτσι αποδεικνύεται ότι μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία και στην υποθήκευση, παραμένει αμετανόητο. Προτεραιότητά του δεν υπήρξε η ενίσχυση της παραγωγικής και κοινωνικής βάσης της χώρας, αλλά η διατήρηση ενός οικονομικού υποδείγματος που ευνοεί τις ολιγοπωλιακές δομές και τους εξωτερικούς πιστωτές. Για τον λαό απομένουν μόνο μερικά επιδόματα, πληρωμένα με τα δικά του χρήματα, και τα επικοινωνιακά αφηγήματα, τα οποία παρουσιάζουν τη συντριβή του ως το αναγκαίο “νοικοκύρεμα” που πέτυχαν “άριστοι” διαχειριστές.





