Τι εμποδίζει τις επενδύσεις – οι προτάσεις της Deloitte

Κωνσταντίνος Μπίτσιος
32
Τι εμποδίζει την ανάπτυξη - οι προτάσεις της Deloitte, Κωνσταντίνος Μπίτσιος

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μπίτσιος  – 

Τώρα που η οικονομία σταθεροποιείται και γυρνά σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, πρέπει και η Πολιτεία αλλά και ο επιχειρηματικός κόσμος να στηρίξει τις επενδύσεις. Με την ολοκλήρωση του προγράμματος προσαρμογής, τον προσεχή Αύγουστο, κύριο ζητούμενο είναι η αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων. Αντιμετωπίζουμε τρεις προκλήσεις.

Η πρώτη είναι ποσοτική και αφορά στην κάλυψη του επενδυτικού κενού σε σχέση με την ευρωπαϊκή οικονομία. Από την αρχή της κρίσης, το επενδυτικό κενό στην Ελλάδα, ανέρχεται στα 100 δισ. ευρώ, υπάρχει δηλαδή μια πολύ σημαντική αποεπένδυση. Ειδικότερα, οι ακαθάριστες επενδύσεις ανήλθαν το 2017, σε 22 δισ. από 60 δισ. το 2007. Από τα 22 αυτά δισ. τα 15,5 δισ. είναι οι επιχειρηματικές επενδύσεις (από 24 δισ. το 2007). Έχουμε συνεπώς, μια μείωση των επιχειρηματικών επενδύσεων κατά 8,5 δισ. στη δεκαετία.

Το 2017, είχαμε για πρώτη φορά, 370 εκ. καθαρών επενδύσεων. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρηματικές επενδύσεις του 2017, αναπλήρωσαν τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό των επιχειρήσεων που φθείρεται και αύξησαν μόνον οριακά, το απόθεμα κεφαλαίου επί του οποίου στηρίζεται η αύξηση της παραγωγικότητας και του βιοτικού επιπέδου. Το 2007, ο καθαρές επενδύσεις ανέρχονταν σε 8,6 δις. Το πολύ μικρό ποσό καθαρών επενδύσεων, δείχνει το μέγεθος του προβλήματος σήμερα και το διακύβευμα που τίθεται.

Ποιότητα και επιδόσεις

Η δεύτερη πρόκληση είναι ποιοτική. Αφορά στο μείγμα των επενδύσεων από το οποίο θα προκύψει το νέο παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας. Δηλαδή, σε ποιους τομείς θα επικεντρώσουμε τις επενδύσεις. Ο ΣΕΒ υποστηρίζει ότι σε αυτό το νέο κύκλο που ανοίγεται μπροστά μας, σε αντίθεση με ο,τι κάναμε στο παρελθόν, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να αυξήσουμε τις επενδύσεις αλλά να κατευθυνθούν και προς τους κατάλληλους κλάδους της οικονομίας και ειδικότερα προς τη βιομηχανία και τη μεταποίηση.

Η τρίτη πρόκληση αφορά στη βελτίωση των επιδόσεων μας στους διεθνείς δείκτες ανταγωνιστικότητας. Η επενδυτική και επιχειρηματική ανταγωνιστικότητα της χώρας αποκλίνει σημαντικά από εκείνη της ΕΕ. Παρά τις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών, απέχουμε σε όλους τους δείκτες που αφορούν σε πρακτικές που ενθαρρύνουν τις παραγωγικές επενδύσεις. Σε μια οικονομία στην οποία το θεσμικό πλαίσιο συχνά εμποδίζει αντί να διευκολύνει τη λειτουργία των επιχειρήσεων, η σημασία των διαρθρωτικών αλλαγών που θα αντιστρέψουν αυτή την πραγματικότητα και θα απελευθερώσουν εγκλωβισμένες παραγωγικές δυνάμεις είναι προφανής.

Αναφέρω ενδεικτικά, την αρνητική επίδραση της φορολογίας στις επενδύσεις, τους μεγάλους χρόνους αδειοδότησης, το αυξημένο κόστος ενέργειας, τις ανεπαρκείς υποδομές μεταφορών, την αδυναμία μετασχηματισμού της έρευνας σε εμπορεύσιμα προϊόντα, την αδυναμία ανάπτυξης παραγωγικών δικτύων, την έλλειψη ασφάλειας δικαίου, την ασάφεια και έλλειψη σταθερότητας στις αποφάσεις της δημόσιας διοίκησης.

Σε δείκτες όπως το Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας, τον δείκτη Ανταγωνιστικότητας του WEF και το δείκτη ψηφιακής ωριμότητας, συνεχίζουμε να καταλαμβάνουμε τις τελευταίες θέσεις στην Ε.Ε. Ο ΣΕΒ εκτιμά ότι εάν βελτιώσουμε τους τομείς ως προς την υποδοχή και την υλοποίηση επενδύσεων θα μπορούσαμε να διπλασιάσουμε τις παραγωγικές επενδύσεις και να πετύχουμε έναν ετήσιο ρυθμό αύξησης επενδύσεων άνω του 10%. Δηλαδή από 22,5 δισ. ευρώ το 2017 να πάμε στα 45 δις το 2024, ή στο 20% του ΑΕΠ που είναι και ο ευρωπαϊκός μέσος όρος. (Η Ελλάδα, είναι στο 13% του ΑΕΠ). Αυτό σημαίνει αύξηση 3 έως 3,5 δις ευρώ ετησίως.

Τα 35 εμπόδια

Για τον λόγο αυτό, η Deloitte, εκπόνησε για λογαριασμό του ΣΕΒ μια μελέτη για τις επενδύσεις που παρουσιάστηκε στις 23-24 Απριλίου 2018 στο συνέδριο με θέμα: «Σχεδιάζουμε το μέλλον με επενδύσεις. Κερδίζουμε στον διεθνή ανταγωνισμό με πρακτικές λύσεις». Η μελέτη εντοπίζει κατ’ αρχήν 35 βασικά εμπόδια. Τα 15 συνδέονται με ασαφή εθνική στρατηγική προσέλκυσης επενδύσεων ενώ τα υπόλοιπα 20 αναφέρονται στη δημόσια δομή και στους μηχανισμούς έγκρισης. Στη συνέχεια, η έκθεση καταγράφει 130 διεθνείς πρακτικές από 35 χώρες. Οι πρακτικές αυτές αφορούν σε ένα ευρύ φάσμα δομών, μηχανισμών και διαδικασιών που επιταχύνουν τις επενδύσεις.

Τέλος, η έκθεση, προτείνει 50 δράσεις στους τομείς φορολογικής ενθάρρυνσης επενδύσεων, αδειοδότησης εγκαταστάσεων, απονομής δικαιοσύνης, ψηφιακού μετασχηματισμού της βιομηχανίας, διοικητικού κόστους και γραφειοκρατίας και των επενδύσεων στην καινοτομία. Όλες αυτές οι δράσεις θα πρέπει να αναληφθούν συνδυαστικά και ταυτόχρονα από την κυβέρνηση ώστε η χώρα να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της και να αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματά προς όφελος της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Δεν πρέπει να επιστρέψουμε στο παλαιό αναπτυξιακό υπόδειγμα εισαγωγών, αποβιομηχάνισης και κατανάλωσης.