Τραπεζικό σύστημα: Και μετά τα stress tests τι;

Σύνταξη SLpress.gr
11

Αν και το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο, τουλάχιστον με βάση τα στοιχεία της πρόσφατης περιόδου, η είδηση ότι όλες οι ελληνικές συστημικές Τράπεζες πέρασαν με επιτυχία τα stress tests της ΕΚΤ, έφερε ιδιαίτερη ανακούφιση στην Αθήνα. Το γεγονός μάλιστα ότι συνέπεσε με την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας  κατά μία βαθμίδα, σε Β από CCC, και από τον οίκο αξιολόγησης DBRS Ratings Limited, δημιουργεί πρόσθετη ικανοποίηση, καθώς στέλνει ηχηρό μήνυμα στις αγορές, στους μετόχους και στους καταθέτες.

Με βάση την ανακοίνωση που εξέδωσε o SSM (πρόκειται για τον  ελεγκτικό βραχίονα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας-ΕΚΤ), o δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζών, στο δυσμενές για την ελληνική οικονομία σενάριο, διαμορφώνεται στο 5,9% για την  Πειραιώς, στο 6,75% για την Εurobank, στο 6,92% για την Εθνική και στο 9,69% για την Αlpha Bank. Αυτό σημαίνει ότι η μείωση του κεφαλαίου που θα υποστούν οι ελληνικές τράπεζες, αν επαληθευτούν οι παραδοχές του δυσμενούς σεναρίου της ΕΚΤ, ανέρχεται σε 15,5 δισ. ευρώ.

Τι περιλαμβάνει όμως το δυσμενές σενάριο; Καταρχήν καλύπτει τριετή περίοδο και βασίζεται σε υπόθεση για στατικούς ισολογισμούς. Η άσκηση προσομοίωσης (stress tests), στην οποία υποβλήθηκαν οι ελληνικές συστημικές τράπεζες έδειξε, ότι με τα σημερινά οικονομικά μεγέθη τους, υπό το δυσμενές για την ελληνική οικονομία σενάριο, θα έχουν μία μέση μείωση κεφαλαίου 9 ποσοστιαίων μονάδων.

Ειδικότερα η μείωση αυτή είναι 8,56 ποσοστιαίες μονάδες για την Alpha Bank, 8,68 για την Eurobank, 9,56 για την Εθνική και 8,95 για την Πειραιώς. Υπενθυμίζεται ότι το δυσμενές σενάριο προέβλεπε μείωση του ΑΕΠ της χώρας κατά 1,3% το 2018, μείωση 2,1% το 2019 και οριακή αύξηση 0,2% το 2020.

Η ΕΚΤ, στην ανακοίνωσή της, αναφέρει ότι η συγκεκριμένη άσκηση προσομοίωσης δεν περιελάμβανε κάποιο κατώτατο αποδεκτό όριο κεφαλαίου για το δυσμενές σενάριο και επομένως δεν προκύπτει από την δοκιμασία «επιτυχία ή αποτυχία» των τραπεζών. Τα αποτελέσματά της ωστόσο, σε συνδυασμό με άλλες σχετικές πληροφορίες, χρησιμοποιούνται για να σχηματιστεί η συνολική εποπτική αξιολόγηση της κατάστασης μιας τράπεζας. Σε κάθε περίπτωση, το ιδιαίτερα θετικό στοιχείο είναι, ότι η ΕΚΤ δεν κάνει στην ανακοίνωση της καμία αναφορά, για την ανάγκη περαιτέρω κεφαλαιακής ενίσχυσης για καμία από τις τέσσερις τράπεζες.

Ποιοι παράγοντες καθόρισαν το αποτέλεσμα

Τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης διαμορφώθηκαν κατά κύριο λόγο από δύο παράγοντες κινδύνου:

  • Πιστωτικός κίνδυνος: ενώ υπό το βασικό σενάριο η αρνητική επίδραση του πιστωτικού κινδύνου στους δείκτες κεφαλαίου CET1 ήταν κατά μέσο όρο περίπου 260 μονάδες βάσης, υπό το δυσμενές σενάριο σημείωνε σημαντική αύξηση και διαμορφωνόταν στις 850 μονάδες βάσης.
  • Καθαρά έσοδα από τόκους: τα καθαρά έσοδα από τόκους υπό το δυσμενές σενάριο σημείωναν μείωση κατά 22,5% σε σύγκριση με το βασικό σενάριο.

Σημειώνεται ότι τα stress tests έγιναν υπό το βασικό και υπό το δυσμενές σενάριο μακροοικονομικών παραδοχών για την τριετία 2018-2020 και είχαν ως σημείο αναφοράς τα μεγέθη της 31 ∆εκεμβρίου 2017. Ανακοινώθηκαν δε σήμερα, νωρίτερα από τις υπόλοιπες συστημικές τράπεζες της Ευρωζώνης, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία πριν από τη λήξη του τρίτου προγράμματος, τον Αύγουστο. Το αποτέλεσμα προσδιορίσθηκε βάσει του ∆είκτη Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1) και δεν εφαρμόσθηκε ελάχιστο όριο κεφαλαίων.

Αποτιμώντας την διαδικασία, στελέχη των τραπεζών επισημαίνουν ότι τα stress tests του 2018 ήταν ιδιαίτερα απαιτητικά, εξαιτίας των περιορισμών της μεθοδολογίας τους. Κι αυτό γιατί προϋπέθετε Στατικούς Ισολογισμούς, εμπροσθοβαρή επίπτωση το 2018 από τη μείωση των τιμών των ακινήτων, έλλειψη δυνατότητας μείωσης των μη εξυπηρετουμένων ανοιγμάτων καθώς και έλλειψη δυνατότητας ανατιμολόγησης του δανειακού χαρτοφυλακίου, με παράλληλη αρνητική επίπτωση από την αύξηση των επιτοκίων καταθέσεων.

Τα ίδια στελέχη τονίζουν ότι η θετική επίδοση στην προσομοίωση κινδύνου επιβεβαιώνει την ανθεκτικότητα των τραπεζών, όσον αφορά στην κεφαλαιακή τους επάρκεια, και τους επιτρέπει να επικεντρωθούν στον στόχο τους για τη μείωση των μη εξυπηρετουμένων δανείων.

Ποια θα είναι όμως η επόμενη ημέρα;  

Σίγουρα το αποτέλεσμα των stress tests σηματοδοτεί μια νέα σελίδα για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, καθώς ανοίγει χώρο και διαμορφώνει μια εντελώς διαφορετική ψυχολογία. Τους φεύγει ένα βάρος, κατά την λαϊκή έκφραση. Το ζητούμενο τώρα είναι, πως θα ανταποκριθούν στο «στοίχημα» της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας και στην ενίσχυση της αναπτυξιακής πορείας της χώρας, που μετά από σχεδόν μία δεκαετία κρίσης και ύφεσης, δείχνει να είναι σε εξέλιξη.

Στελέχη τραπεζών έχουν ήδη επισημάνει ότι το εγχώριο τραπεζικό σύστημα είναι πλέον έτοιμο για αυτήν την αποστολή. Αναφέρουν μάλιστα ότι έχει ήδη ξεκινήσει η χρηματοδότηση της οικονομίας, που στηρίζεται σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο,  το οποίο χαρακτηρίζεται από την εξωστρέφεια και την καινοτομία.

Στις γενικές τοποθετήσεις τους, τα ίδια στελέχη αναφέρουν ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν τα  κεφάλαια, τις υποδομές και το ανθρώπινο δυναμικό για να εξυπηρετήσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Μάλιστα ειδικά για το «επιχειρείν» σημειώνουν ότι θα δοθεί έμφαση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες είναι αυτές που χτυπήθηκαν καίρια από την κρίση, αλλά η συμβολή τους στην ενδυνάμωση της ανάπτυξης θα είναι καθοριστική.

Σε αυτό το πνεύμα οι τράπεζες ανακοινώνουν και συγκεκριμένα ποσά χρηματοδοτήσεων για την ενίσχυση της οικονομίας. Η Εθνική Τράπεζα, μέσα στην εβδομάδα, ανακοίνωσε ποσό 10 δισ. ευρώ την επόμενη τριετία, το οποίο υπολογίζει να διαθέσει για την ανάκαμψη της οικονομίας. Κεφάλαια για τη χρηματοδότηση της οικονομίας έχουν στα «ταμεία» τους και οι υπόλοιπες συστημικές τράπεζες (Τράπεζα Πειραιώς, Alpha Bank και Eurobank), ενώ σε ανάλογες δεσμεύσεις έχει προχωρήσει και η Attica Bank, που θα επικεντρωθεί στην χρηματοδότηση των μικρομεσαίων.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αποτελούσαν και εξακολουθούν να αποτελούν ζήτημα καίριας σημασίας. Οι τράπεζες ωστόσο έχουν καταφέρει,  μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, να ελέγξουν τα ανοίγματά τους και αυτός είναι ο λόγος, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, που σήμερα φιλοδοξούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Σχεδόν όλες οι τράπεζες έχουν πετύχει τους στόχους που έχουν τεθεί από τις εποπτικές αρχές, ενώ πλέον διαθέτουν την οργάνωση, τα εργαλεία και το θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.