Τρία τρισ. ευρώ χαμένα σε 25 χρόνια!
05/10/2026
Το κεντρικό συμπέρασμα εμπεριστατωμένης έρευνας ότι η ελληνική οικονομία παρήγαγε το 2025 κατά 10% λιγότερο σε σχέση με το 2009 και 13% λιγότερο από το ιστορικό υψηλό του 2008, αποκαλύπτει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης εφάρμοσε σχεδόν τα αντίθετα από όσα είχε υποσχεθεί παρουσιάζοντας το 2020 την Έκθεση Πισσαρίδη, μολονότι διαχειρίστηκε πάνω από 800 δισ. ευρώ.
Όταν διάβασα τις απογοητευτικές διαπιστώσεις της εμπεριστατωμένης (όπως πάντα) έρευνας του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) με θέμα “Το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο 2000-2025”, την οποία υπογράφουν οι Χρήστος Λούκας και Νίκος Ρώμπαπας, και ειδικότερα το κεντρικό συμπέρασμα ότι η ελληνική οικονομία παρήγαγε το 2025 λιγότερο σε σχέση με το 2009 και το 2008, ανέκραξα απογοητευμένος “αλί και τρισαλί”.
Ο λόγος ήταν ότι πήγαν χαμένα περίπου τρία τρις. ευρώ που εισέρρευσαν κατά την ίδια περίοδο στα δημόσια ταμεία και που διαχειρίστηκαν ίδια κόμματα ως κυβερνήσεις, τα οποία και σήμερα ανταγωνίζονται γύρω από την κάλπη καταγγέλλοντας αλλήλους και υποσχόμενοι τώρα τα ίδια που ουδέποτε υλοποίησαν. Έτσι, η απογοήτευση από την κοροϊδία γίνεται έντονη αγανάκτηση.
Η παραπάνω έρευνα του ΚΕΦΙΜ δόθηκε στη δημοσιότητα στις 29 Σεπτεμβρίου 2026 και στον απόηχο ενός άλλου πρωθυπουργικού αφηγήματος, ύστερα από επτά χρόνια, ότι “το παραγωγικό μοντέλο της χώρας αλλάζει και στόχος είναι να φτάσει το μέρισμα της ευημερίας σε όλους τους πολίτες” κάνοντάς το κομμάτια και θρύψαλα, όπως διαβολοσκόρπισε στην επταετία έσοδα πάνω από 800 δισ. ευρώ, από τα οποία 381 δισ. ευρώ από πληθωριστικούς, αντιεπενδυτικούς, αντικοινωνικούς και αντιαναπτυξιακούς φόρους.
Το παραγωγικό μοντέλο
Την προηγούμενη ημέρα (28 Σεπτεμβρίου 2026) ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ και πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος διαχειρίστηκε κατά την τετραετή κυβερνητική του θητεία περίπου 390 δισ. ευρώ, από τα οποία 70 δις. ευρώ από δάνεια του τρίτου Μνημονίου που υπέγραψε και 190 περίπου δισ. ευρώ από φόρους, μας επεφύλαξε κι εκείνος απογοήτευση.
Παρουσιάζοντας στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών το σχέδιο της ΕΛΑΣ για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα (και δέκα “εργαλεία” που όλα σχεδόν είναι … οικονομικά!), ανέφερε ότι «η χώρα έχει ανάγκη από ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, ζήτημα κατεξοχήν πολιτικό» και ότι «μια τρίτη τετραετία της ΝΔ δεν πρόκειται να διορθώσει αλλά θα επιδεινώσει τη θέση της μικρής και μεσαίας επιχείρησης».
Τα ίδια εξαγγέλλει και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης για την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες, έτσι όπως τις κατάντησαν, συγκαταλέγονται μεταξύ των αιτίων που το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο, παρά την εισροή εσόδων τριών περίπου τρισ. ευρώ στα δημόσια ταμεία, εξακολουθεί να είναι σαθρό, όπως επιστημονικώς καταδεικνύεται στη συνέχεια και προκύπτει από την Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη και μελέτη του ΚΕΦΙΜ.
Τι έλεγε η κυβέρνηση
Η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, όμως, είναι ζήτημα οικονομικό κι όχι… πολιτικό! Και εδώ εντοπίζονται όλα τα πραγματικά αίτια της εφιαλτικής εικόνας του παραγωγικού μοντέλου της χώρας επί 25 χρόνια. Η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου είναι μόνο οικονομικό ζήτημα όπως ευστόχως επισημαίνεται στην προαναφερόμενη μελέτη του ΚΕΦΙΜ, που αναφέρει ότι «για να αυξηθεί η πραγματική παραγωγή, απαιτούνται επενδύσεις, πιο εξωστρεφείς επιχειρήσεις και άρση των εμποδίων στην παραγωγικότητα».
Η μελέτη υπενθυμίζει τις 525 προτάσεις-κατευθύνσεις που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Πισσαρίδη του 2020 και την διαπίστωση, όσον αφορά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ότι «το επιχειρηματικό υπόδειγμα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από αυξημένη παρουσία μικρών και ατομικών επιχειρήσεων χαμηλής παραγωγικότητας».
Όπως προκύπτει από τις διαπιστώσεις της μελέτης του ΚΕΦΙΜ το πρόβλημα του σαθρού παραγωγικού μοντέλου της χώρας τα τελευταία επτάμισι χρόνια είναι αποκλειστικά πολιτικό και για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος, όπως συνηθίζει, άλλα υπόσχεται κι άλλα πράττει.
Υπενθυμίζω μερικά που ανέφερε κατά την παρουσίαση σε τηλεδιάσκεψη στην κυβέρνηση από την Επιτροπή Πισσαρίδη στις 14 Ιουλίου 2020 της ενδιάμεσης έκθεσης για το σχέδιο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας (η οριστική παρουσιάστηκε πανηγυρικώς στις Νοεμβρίου 2020 από τον ίδιο τον πρωθυπουργό με επαίνους και υποσχέσεις!):
«Κεντρικός στόχος είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η συστηματική αύξηση των εξαγωγών, η στενότερη διασύνδεση της παραγωγής με την τεχνολογία και την καινοτομία, η ενίσχυση της εργασίας, το σχέδιο είναι ρεαλιστικό, εξαιρετικά χρήσιμο, θα αποτελέσει ένα σχέδιο αναφοράς για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, πολλές από τις προτάσεις της έκθεσης κινούνται στη γραμμή, όχι απλά των δικών μας προγραμματικών δηλώσεων, αλλά και δράσεων που έχουμε ήδη δρομολογήσει. Όμως προφανώς αυτό είναι ένα πυκνό σχέδιο το οποίο φιλοδοξεί να αλλάξει τον ίδιο τον παραγωγικό ιστό της χώρας και θέτει στόχους οι οποίοι εφόσον μπορέσουμε να τους πετύχουμε, θα μιλάμε πράγματι για μια μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας».
Κι όμως, όπως προκύπτει και από διαπιστώσεις της μελέτης του ΚΕΦΙΜ που αφορούν αντίστοιχες προτάσεις της Επιτροπής Πισσαρίδη (που ήταν καταπέλτης για τα αίτια που το καθιστούσαν σαθρό μονίμως το παραγωγικό μοντέλο), έκανε σχεδόν τα αντίθετα. Προς επίρρωσιν της μελαγχολικής αυτής διαπίστωσης, παραθέτω μερικές “οικονομικές προτεραιότητες του σχεδίου”, όπως αξιολογήθηκαν και αναρτήθηκαν τότε (14 Ιουλίου 2020) στον κυβερνητικό – πρωθυπουργικό ιστότοπο:
- Άνοδος των επενδύσεων και των εξαγωγών ως ποσοστό του ΑΕΠ.
- Ενίσχυση της μισθωτής εργασίας και μείωση της παραοικονομίας.
- Επένδυση στην εκπαίδευση και τη γνώση.
- Αύξηση του μεγέθους των ελληνικών επιχειρήσεων.
- Προώθηση της τεχνολογίας αιχμής, της καινοτομίας και της ψηφιοποίησης.
- Επίτευξη φιλόδοξων περιβαλλοντικών στόχων.
Προτάσεις της Επιτροπής Πισσαρίδη
Επίσης, από τον ίδιο κυβερνητικό ιστότοπο προκύπτει ότι , για την εξασφάλιση αυτών των προτεραιοτήτων οι καθηγητές της Επιτροπής Πισσαρίδη πρότειναν, με την επισήμανση ότι «η κυβέρνηση θα μελετήσει προσεκτικά όλες τις προτάσεις της επιτροπής, τους ακόλουθους 15 άξονες αναπτυξιακής πολιτικής:
- Μείωση του φορολογικού βάρους στη μισθωτή εργασία.
- Επιταχυνόμενες αποσβέσεις και μείωση κόστους ενέργειας στη μεταποίηση.
- Ενίσχυση βασικής έρευνας μέσω άρσης αγκυλώσεων στα πανεπιστήμια. Κίνητρα για ενίσχυση της καινοτομίας.
- Ριζική αναβάθμιση του συστήματος κατάρτισης για ανέργους και εργαζόμενους.
- Υποστήριξη των γυναικών ώστε να διευκολυνθεί η συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας.
- Εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος στον δεύτερο πυλώνα κοινωνικής ασφάλισης.
- Δημιουργία εξειδικευμένων τμημάτων στα δικαστήρια για υποθέσεις σημαντικού οικονομικού ενδιαφέροντος, με ανώτατο όριο έκδοσης απόφασης το ένα έτος.
- Συνέχιση και εμβάθυνση της ψηφιακής μεταρρύθμισης στη δημόσια διοίκηση.
- Εκσυγχρονισμός του συστήματος χρηματοπιστωτικής εποπτείας στον τομέα της προστασίας των επενδυτών.
- Εκσυγχρονισμός της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες.
- Αναδιάρθρωση του συστήματος υγείας με προτεραιότητα στην ψηφιοποίηση.
- Σταδιακή μεταφορά πόρων του φόρου ακίνητης περιουσίας σε τοπικό επίπεδο.
- Ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων.
- Στροφή σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με άμβλυνση του κόστους μετάβασης και στήριξη των τοπικών κοινωνιών κατά την απολιγνιτοποίηση.
- Ανάπτυξη υποδομών.
Πώς πήγαν χαράμι 200 δισ. ευρώ!
Αμ δε! Ύστερα από επτάμισι χρόνια από τη μελέτη του ΚΕΦΙΜ για την εξέλιξη του παραγωγικού μοντέλου στην Ελλάδα την περίοδο 2000-2025 προκύπτει όλα αυτά, όπως και πάνω από 800 δισ. ευρώ, Ταμείο Ανάκαμψης και Σταθερότητας, πήγαν χαράμι. Παραθέτω τις ακόλουθες (κυριότερες) διαπιστώσεις της μελέτης του ΚΕΦΙΜ:
- Η χαμηλή παραγωγικότητα και η περιορισμένη διεθνής ανταγωνιστικότητα αποτελούν ισχυρές έμμεσες ενδείξεις ότι η ένταση του ανταγωνισμού στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας είναι χαμηλή.
- Το επιχειρηματικό υπόδειγμα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από αυξημένη παρουσία μικρών και ατομικών επιχειρήσεων χαμηλής παραγωγικότητας.
Μια επιπλέον πιθανή αιτία της χαμηλής παραγωγικότητας είναι η απουσία των κατάλληλων δεξιοτήτων καθώς και η περιορισμένη κινητικότητα μεταξύ θέσεων εργασίας, η οποία παρότι είναι ελαφρά υψηλότερη από ότι πριν τη δεκαετή οικονομική κρίση, εξακολουθεί να είναι χαμηλή. Ως προς την απουσία δεξιοτήτων, τα στοιχεία δείχνουν ότι παρά το υψηλό ποσοστό αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στον πληθυσμό, λείπουν από αυτόν απαραίτητα εφόδια για την αγορά εργασίας.
Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στην Ελλάδα εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το 2025 διαμορφώθηκαν στο 16,88% του ΑΕΠ, έναντι 21,32% στην ΕΕ-27 (παραμένουν περίπου 4,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 και 8,7 μονάδες κάτω από το επίπεδο του 2007).
Το επενδυτικό χάσμα εντοπίζεται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. Το 2024 οι δημόσιες επενδύσεις αντιστοιχούσαν στο 3,71% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 3,68% στην ΕΕ-27. Αντίθετα, οι επιχειρηματικές επενδύσεις βρίσκονταν στο 8,48%, έναντι 12,69%. Η υστέρηση των επιχειρηματικών επενδύσεων προϋπήρχε της κρίσης χρέους, γεγονός που αναδεικνύει τον διαρθρωτικό χαρακτήρα του προβλήματος.
- Κατοικίες και λοιπές κατασκευές παρουσιάζουν μεγάλη απόσταση από τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Το 2024 οι επενδύσεις σε κατοικίες ανήλθαν στο 2,56% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 5,09% στην ΕΕ-27. Στις λοιπές κατασκευές, τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 3,98% και 5,57%.
- Η υστέρηση στο άυλο κεφάλαιο αποτελεί κρίσιμη πρόκληση για την παραγωγικότητα. Το 2024 οι επενδύσεις σε προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας, στα οποία περιλαμβάνονται το λογισμικό, και η έρευνα και ανάπτυξη, διαμορφώθηκαν στο 2,80% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 4,14% στην ΕΕ-27.
Το παραγωγικό χάσμα καταπίνει τους…κακομοίρηδες
Συμβαίνουν όλα αυτά εν Ελλάδι και αποτυπώνονται ανάγλυφα τόσο το μακροοιονομικό όσο και το κοινωνικό χάσμα με την ΕΕ – χάσμα που διεύρυνε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με την παράθεση μερικών συνεπειών του σαθρού παραγωγικού μοντέλου που βιώνουν σήμερα οι “κακομοίρηδες” Έλληνες:
- Οι χαμηλότερες επενδύσεις περιορίζουν την παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας.
- Λιγότερες επενδύσεις σημαίνουν λιγότερες νέες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, ιδιαίτερα σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.
- Η υστέρηση σε λογισμικό, έρευνα και ανάπτυξη και άυλο κεφάλαιο δυσκολεύει τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την αξιοποίηση τεχνολογιών αιχμής, όπως η τεχνητή νοημοσύνη.
- Οι χαμηλότερες επιχειρηματικές επενδύσεις μειώνουν τη δυνατότητα των ελληνικών επιχειρήσεων να αναπτυχθούν, να καινοτομήσουν και να ανταγωνιστούν στις διεθνείς αγορές.
- Η υστέρηση στις επενδύσεις σε κατοικίες και υποδομές περιορίζει τις επιλογές των νοικοκυριών και των νέων ανθρώπων και επιβαρύνει την πρόσβαση σε ποιοτικές και οικονομικά προσιτές υπηρεσίες.
- Η κάλυψη του επενδυτικού χάσματος είναι απαραίτητη για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και τη διασφάλιση διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης για τις επόμενες γενιές.





