Φοβού τους Δαναούς…

Παντελής Οικονόμου
3

του Παντελή Οικονόμου –

Είναι πια ευκρινείς ή και ομολογημένες οι επιδιώξεις και διευθετήσεις, τις οποίες αφορά η συζήτηση των ημερών για την «κεντροαριστερά». Κεντρικό θέμα  η αύξηση εκλογικών ποσοστών και βουλευτικών εδρών σε επίπεδα απαραίτητα για επιβίωση. «Κομματική» ή προσωπική.

Από την συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό, όμως, λείπει η -κατ’ επίφαση έστω- αναφορά στην προαγωγή του εθνικού και δημοσίου συμφέροντος. Παραμένει ακαθόριστο σε τι θα μπορούσε να προσβλέπει ο ελληνικός λαός, εφ’ όσον η «κεντροαριστερά» πετύχαινε αυτή την αύξηση της επιρροής της.

Τα… δώρα των Δαναών

Επιβαρύνεται, όμως, η ημερήσια διάταξη και από περιθωριακούς, είναι η αλήθεια, νταλκάδες. Να επαναληφθεί το αυτοκτονικό διάβημα της συγκυβέρνησης με την Δεξιά, ο πιο γνωστός από αυτούς. Σερβίρουν οι Δαναοί το δώρο τους αυτό ως «κυβέρνηση δυνάμεων του ευρωπαϊκού τόξου» μετά τις εκλογές. Ή και «κυβέρνηση εθνικής ενότητας» από τώρα.  Έτσι,  χωρίς βάση, χωρίς σκοπό, χωρίς πρόγραμμα. Κυβερνήσεις να είναι κι όποιες να είναι, μπας και κάτσει κανένας θώκος για τους Δαναούς, μιας και χωρίς αυτόν δεν υπάρχουνε. Τα ίδια ολίγα από τους ίδιους ολίγους.

Αλλά η χαριστική βολή στην εγκυρότητα των όσων διενεργούνται είναι η «εκλογή αρχηγού από την βάση»: με ακαθόριστο το ον, του οποίου θα ηγηθεί (η υπόστασή του θα συζητηθεί εκ των υστέρων), αλλά και την «βάση» η οποία θα νομιμοποιήσει (δεν υπάρχει εκλογικός κατάλογος).

Μια τόσο άκυρη διαδικασία δεν σώζεται από το όποιο κύρος διαθέτουν τα  πρόσωπα, τα οποία την διενεργούν. Αντιθέτως, είναι αυτή η ακυρότητα, η οποία εξανεμίζει τα υπολείμματα κύρους των εμπλεκόμενων, όποιον ρόλο και αν έχουν επιφυλάξει στον εαυτό τους (υποψήφιοι, ρυθμιστές, παράγοντες εν γένει).

Τα lifting του ΣΥΡΙΖΑ

Αυτά (και άλλα πολλά) συμβαίνουν στον (κάποτε κραταιό, αλλά καθημαγμένο πια) χώρο, επιτείνοντας την σύγχυση στην διάσπαρτη πια λαϊκή βάση της παράταξης. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έρχεται και το τελευταίο πλήγμα εκ των έσω: η εισήγηση για σύμπραξη στην  απόπειρα του ΣΥΡΙΖΑ να πολιτογραφηθεί ως «κεντροαριστερά» και μάλιστα ως ο κεντρικός πόλος συγκρότησής της.

Στην πραγματικότητα, το πιστοποιητικό εξαγνισμού μιας ακόμα κυνικής μετάλλαξής του. Έχουν προηγηθεί η μετάλλαξη από κίνημα απόρριψης σε «αντιμνημονιακό» κόμμα και η μετάλλαξη σε στυγνό αρμό του κατεστημένου. Τα αξιοθρήνητα αποτελέσματα τόσων και τέτοιων lifting είναι αναπόφευκτα. Και είναι εδώ. Όσοι προτείνουν να τα υποστούμε, και μάλιστα χωρίς κανένα λόγο, οφείλουν εξηγήσεις!

Όσοι αγαπήσαμε το ΠΑΣΟΚ εκτιμούμε τις μακροχρόνιες και ακλόνητες εγγυήσεις που είχε διασφαλίσει για καλύτερες συνθήκες ζωής των πολλών και αδύναμων (ναι, αυτές που εξανεμίστηκαν με την διάλυση του). Για εμάς όλα όσα συμβαίνουν σήμερα στην «κεντροαριστερά» αποτελούν πηγή προβληματισμού. Πριν απ’ όλα, για την διάχυτη απογοήτευση, η οποία ενισχύει ένα ρεύμα αποχής από τα δημόσια πράγματα. Και αμέσως μετά ξαναγεννιέται μέσα μας η ελπίδα!

Οριοθέτηση του χώρου

Όχι λοιπόν, δεν είναι όλα μαύρα. Είναι βέβαιον ότι η παρακαταθήκη του Κινήματος που ιδρύθηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου τέτοιες μέρες το 1974, είναι καταπίστευμα με δικαιούχο τον ελληνικό λαό («δεν τεμαχίζεται, δεν κληρονομείται…»). Συνεπώς, παραμένει έξω από την δικαιοδοσία όσων το έχουν δει ως κεφάλαιο κίνησής τους.

Το ισοκράτημα αυτών των αυτόκλητων κανοναρχών «είσαι ή δεν είσαι υπέρ της ενότητας της κεντροαριστεράς» δεν μας αγγίζει. Σεβόμαστε την προσπάθεια της ΔΗΣΥ για αύξηση ποσοστών και εδρών. Αναγνωρίζουμε, ίσως, και την οριακή αναγκαιότητα μιας τέτοιας υπερψήφισης ως επιλογής χαμηλού κόστους και περιορισμένης προσδοκίας.

Άλλο, όμως, αυτό, και εντελώς άλλο το τιτάνιο έργο της οριοθέτησης του χώρου, της αναθέρμανσης των παραδόσεων της παράταξης, της συγκρότησης της κομματικής της έκφρασης και της χάραξης της πολιτικής της.

Αυτό και τίποτε άλλο υπηρετούμε από τον Μάρτιο του 2014 με την πολιτική οργάνωση ΕΚΚΙΝΗΣΗ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ που ιδρύσαμε. Με την πεποίθηση ότι ναι μεν «χαμαί πέσαι δαίδαλος αυλά…», δεν «απέσβετο και το λάλον ύδωρ…» όμως. Και είναι η ώρα να κατευθύνουμε την ροή του έξω και πάνω από όσα μας κρατούν πιασμένους στο δόκανο.