Για ένα άλλο πολιτικό σύστημα 2 – Βραχυκυκλωμένη δημοκρατία

Μάκης Γιομπαζολιάς
618
Για ένα άλλο πολιτικό σύστημα - Βραχυκυκλωμένη δημοκρατία, Μάκης Γιομπαζολιάς

Η αλλαγή του άρθρου στο Σύνταγμα σχετικά με τις ευθύνες των υπουργών είναι αναγκαία. Γιατί από την αγνή(;) πρόθεση να μην γίνονται οι υπουργοί ανίσχυροι στο έργο τους, από τυχόν κακόβουλες νομικές επιθέσεις και δικαστικές διώξεις εναντίον τους, φτάσαμε στο σημείο να καλύπτονται διαπλοκές, μίζες και άλλες υπουργικές ελεεινότητες, με την προβλεπόμενη παραγραφή αδικημάτων, ακόμη και με την πρόωρη λήξη κοινοβουλευτικών περιόδων.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα π.χ. οι μίζες να ψάχνονται περισσότερο ως μαύρο αδήλωτο και αδικαιολόγητο χρήμα και λιγότερο ως μέσο διαπλοκής και χρηματισμού. Οι περιπτώσεις Τσοχατζόπουλου (καταδικασμένος) και Παπαντωνίου (προφυλακισμένος) είναι χαρακτηριστικές. Και δυστυχώς όχι οι μόνες.

Είναι, όμως, υποκριτικό να θεωρείται ότι με την αυστηροποίηση της νομοθεσίας ώστε π.χ. να μην παραγράφεται το αδίκημα και να τιμωρείται ο υπουργός όπως για κάθε πολίτης, θα λυθεί το πρόβλημα. Και αυτά που συμβαίνουν και δεν αποκαλύπτονται; Για παράδειγμα μπορεί ο υπουργός-αποδέκτης της μίζας να είναι προσεκτικός και να μην αφήνει ίχνη. Αποκλείεται να έχουν υπάρξει τέτοιες (άλλες) περιπτώσεις;

Δεν αρκεί, λοιπόν, να κολάζεται αυστηρότερα το όποιο αδίκημα υπουργού, όπως άλλωστε και κάθε άλλου δημόσιου λειτουργού. Πρέπει, εκτός από τον κολασμό κάθε τέτοιου αδικήματος, να υπάρχουν πρόνοιες και λειτουργίες που να αφαιρούν τα κίνητρα και τις δυνατότητες να διαπράττονται τέτοια αδικήματα. Αυτό βέβαια να γίνεται στον μέγιστο δυνατό βαθμό, καθώς αποκλείεται η εξαφάνιση της ανθρώπινης «βουλιμικής» αδυναμίας.

Να λειτουργήσουν τα συλλογικά όργανα

Ένας τρόπος είναι να μην αρκεί η -τελική έστω- υπογραφή του υπουργού, ή περιφερειάρχη, ή δημάρχου, αλλά να απαιτείται συλλογική απόφαση (π.χ. Υπουργικού Συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου). Και κυρίως τέτοιες ενέργειες να ελέγχονται αυστηρά, πριν και μετά, από πολιτικά (Βουλή) και δικαστικά όργανα, που δεν εξαρτώνται από τον υπουργό ή τον πρωθυπουργό. Εδώ γελάμε! Ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του δεν ελέγχουν σήμερα την πλειοψηφία της Βουλής;

Αν βρει και καταγγείλει κάτι η αντιπολίτευση, που πάντως είναι μειοψηφία, πάει καλά. Το ίδιο κι αν αποκαλύψει κάτι η δημοσιογραφία, της οποίας το αδέσμευτο, σε αρκετές περιπτώσεις, αμφισβητείται και δεν είναι άλλωστε θεσμός αιρετών εκπροσώπων. Αν, λοιπόν, αν..! Και αν δεν…; «Και τι να κάνουμε;«, θα πει κάποιος. Να έχουμε πρωθυπουργό και υπουργούς ανίσχυρους, που να μην μπορούν να κυβερνούν; Κάθε άλλο. Η κυβέρνηση έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής αν κάνει σωστά την δουλειά της. Και δεν πρέπει να την έχει αν δεν κάνει σωστά την δουλειά της. Αλλά ποια κυβέρνηση και ποια Βουλή;

Εδώ είναι το πρόβλημα που βραχυκυκλώνει και απονευρώνει τη Δημοκρατία μας, παρά το πράγματι καλό Σύνταγμα που έχουμε, το οποίο καθιερώνει την ανεξαρτησία μεταξύ των τριών βασικών λειτουργιών (εξουσιών) του πολιτεύματος. Δηλαδή, η Βουλή νομοθετεί (νομοθετική εξουσία), η Κυβέρνηση εκτελεί το κυβερνητικό έργο, βάσει των νόμων (εκτελεστική εξουσία) και η Δικαιοσύνη ελέγχει τη νομιμότητα των αποφάσεων και ενεργειών κρατικών οργάνων και πολιτών και κολάζει την παρανομία (δικαστική εξουσία).

Βλέπετε εσείς ανεξαρτησία;

Υπάρχει, όμως, στην πραγματικότητα αυτή η ανεξαρτησία; Για σκεφθείτε αυτό που συμβαίνει στην πράξη παρά τις θεωρητικές προβλέψεις. Ο αρχηγός του κόμματος που κερδίζει τις εκλογές και αναλαμβάνει την πρωθυπουργία έχει τις εξής απόλυτες δυνατότητες, μόνος του ή με το άμεσο ολιγάνθρωπο περιβάλλον του:

  • Ελέγχει την κυβέρνηση (εκτελεστική εξουσία), αφού διορίζει τους υπουργούς του, συνήθως από βουλευτές του κόμματος του ή άντε και από βουλευτές άλλου συγκυβερνώντος κόμματος, του οποίου τον αρχηγό διορίζει επίσης υπουργό.
  • Ελέγχει την πλειοψηφία της Βουλής (νομοθετική εξουσία), τα μέλη της οποίας έχει ορίσει ως υποψήφιους βουλευτές ο κομματικός αρχηγός και μετά πρωθυπουργός. Και με την κομματική πειθαρχία οι βουλευτές ψηφίζουν ό,τι θέλουν ο πρωθυπουργός και οι διορισμένοι από αυτόν υπουργοί. Μπορεί, άλλωστε, να τους διαγράψει εάν δεν το πράξουν σε κρίσιμα νομοθετήματα.
  • Ελέγχει τη Δικαιοσύνη (δικαστική εξουσία), καθώς διορίζει, μέσω του διορισμένου από τον πρωθυπουργό Υπουργικού Συμβουλίου, την ηγεσία της. Και από την ηγεσία της Δικαιοσύνης εξαρτάται η υπηρεσιακή εξέλιξη και θέση κάθε δικαστικού λειτουργού.

Βλέπετε εσείς καμιά ανεξαρτησία μεταξύ των τριών λειτουργιών (εξουσιών) του πολιτεύματος; Ή μήπως βλέπετε «δημοκρατική» απολυταρχία ενός ηγέτη και εν μέρει του απολύτως αφοσιωμένου σε αυτόν στενού περιβάλλοντος του; Οι βουλευτές που ασκούν έλεγχο στη λειτουργία της κυβέρνησης ή είναι ελάχιστοι (οι άλλοι φοβούνται τη διαγραφή τους και ελπίζουν σε υπουργοποίηση) ή είναι της πολιτικά αντίπαλης μειοψηφίας. Και οι περιπτώσεις που δικαστικές ηγεσίες πάνε κόντρα στις κυβερνητικές επιθυμίες (για κρίσιμα μεγάλα θέματα μιλάμε) αποτελούν φωτεινές εξαιρέσεις.

Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε πρέπει να παραδεχτούμε, ότι δεν έχουμε Κοινοβουλευτική Δημοκρατία με ανεξάρτητες βασικές λειτουργίες, όπως ορίζει το γράμμα του Συντάγματος. Έχουμε Δημοκρατία «βραχυκυκλωμένη» από την «δημοκρατική» απολυταρχία ενός ηγέτη και του στενού περιβάλλοντος του. Και ο κατά το Σύνταγμα κυρίαρχος λαός, τον οποίο όλοι οι παραπάνω πρέπει να εκπροσωπούν και υπηρετούν, τι γίνεται;

O κυρίαρχος λαός

Στην πράξη ο «κυρίαρχος» λαός εκλέγει τους κομματικούς αρχηγούς, συνήθως μέσα από κατευθυνόμενες διαδικασίες. Και κάθε τέσσερα χρόνια εκλέγει Βουλή από διορισμένους υποψηφίους και κυβέρνηση, με διορισμένους υπουργούς από τον αρχηγό του κόμματος που κερδίζει τις εκλογές και γίνεται πρωθυπουργός. Αυτός, μαζί με το στενό περιβάλλον του, κυβερνά με «δημοκρατική απολυταρχία», αποφασίζοντας για όλα. Με ελάχιστο έως καθόλου έλεγχο από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του. Και με άνευρο και συνήθως αναποτελεσματικό έλεγχο από την κοινοβουλευτική μειοψηφία, από την αντιπολίτευση.

Μπορεί άραγε να αλλάξει αυτό το καθεστώς και να υπάρξει πραγματική ανεξαρτησία μεταξύ των τριών βασικών λειτουργιών (εξουσιών) του πολιτεύματος; Γιατί αυτός είναι ο κόμπος της «βραχυκυκλωμένης» Δημοκρατίας. Η απάντηση είναι, ότι ναι μπορεί να γίνει αυτό, στον μέγιστο δυνατό έστω βαθμό. Με συνταγματικές ρυθμίσεις, που δεν θα επιτρέπουν αλληλεξάρτηση και τελικά απόλυτη εξάρτηση των εξουσιών αυτών. Γίνεται. Αρκεί να το θελήσουν βεβαίως οι πολιτικοί μας ταγοί.

Ας ασχοληθούν λοιπόν με τέτοια μείζονα θέματα, εν όψει της συνταγματικής αναθεώρησης. Και όχι μόνο με αξιόλογα μεν, αλλά «βολικά και ελάσσονα», όπως το αν θα διαλύεται ή όχι η Βουλή για την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας και το πως θα γίνει «φιλικά και αγαπημένα» ο χωρισμός του Κράτους από την Εκκλησία.

Εμείς στην σειρά αυτών των άρθρων που έχουν ως θέμα ένα Νέο Πολιτικό Σύστημα, θα διατυπώσουμε προβληματισμούς, σκέψεις και προτάσεις. Για την καλύτερη δυνατή ανάδειξη και λειτουργία του Προέδρου της Δημοκρατίας, της Κυβέρνησης, της Βουλής και της Δικαιοσύνης. Και βεβαίως για την λειτουργία των κομμάτων. Με κυρίαρχο γνώμονα την μέγιστη δυνατή ανεξαρτησία μεταξύ των τριών βασικών λειτουργιών (εξουσιών) του πολιτεύματος. Μόνον έτσι νομίζουμε ότι θα ανασάνει η δημοκρατία στον τόπο που γεννήθηκε.