Γιατί η γιορτή τους δεν είναι και δική μας…
25/07/2026
«…Κάθε πραγματικότης μού είναι αποκρουστική…», Κώστας Καρυωτάκης… Τι γιορτάσαμε χτες, 24 Ιουλίου, πατριώτες και πατριώτισσες; Καλύτερα, τί γιόρτασε υποκριτικά το κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο της χώρας;
Η γιορτή στο προεδρικό… Γιατί έβαλε ο κύριος Πρόεδρος το καινούριο του μπλε-αρζάν κοστούμι με την μεταξωτή, γαλάζια – να μην ξεχνιόμαστε κιόλας – γραβάτα και υποδέχτηκε στους κήπους του προεδρικού Μεγάρου; Βρέξει δεν βρέξει; Γιατί υποδέχτηκε τις οικονομικές ελίτ, αλλά και μόλις τρεις αρχηγούς και αρχηγίσκους της παρούσας Βουλής, όλους με τα “καλά” τους, τις υπερήφανες συμβίες στο πλάι αλλά και τα χαμόγελα της – με το μπαρντόν – αυτοϊκανοποίησης;
Γιατί γέμισε η Ηρώδου Αττικού και οι παράπλευρες οδοί με εκατοντάδες (!) κρατικές λιμουζίνες, οδηγούς, συνοδούς, φρουρούς και λοιπούς σκύλακες – η λέξη είναι του Πλάτωνα – της εξουσίας; Αν μαζεύαμε, σκέφτομαι, το συνολικό κόστος της εκδήλωσης, θα χρηματοδοτούσαμε ένα μεγάλο νοσοκομείο της χώρας για έναν τουλάχιστον χρόνο. Αλλά δεν βαριέστε. Λεφτά υπάρχουν, όπως είπε κι ένας άλλος τέως πρωθυπουργός, επίσημος κι αυτός προσκεκλημένος της πιο επίσημης Δεξίωσης του Έθνους (μόνο ο Ερντογάν έλειπε). Αν μάλιστα προσθέταμε και τα διαχρονικά πρόστιμα του ΟΠΕΚΕΠΕ, θα αλλάζαμε την κοινωνική πολιτική της χώρας υπέρ των αδυνάμων (Τί λέω τώρα;).
Γιορτή για την αποτυχία μιας εποχής
Γιατί γέμισε η Ηρώδου Αττικού; Προς τι η γιορτή; Μήπως για την αποτυχία μιας εποχής, για την κατάντια μιας γενιάς, για την διχοτόμηση της Κύπρου μισόν αιώνα τώρα, για την φενάκη της δημοκρατίας, για τις συσσωρευμένες απάτες, τα ψευδώνυμα συνθήματα, τον εκμαυλισμό ενός ολόκληρου λαού, για την διάψευση του Πολυτεχνείου, για την κάλπικη Μεταπολίτευση, για την παράδοση της χώρας από μέσα και την μετατροπή της σε προτεκτοράτο; Τί στο διάβολο γιόρταζαν συγκινημένες οι πολιτειακές αρχές; Απαντήστε εσείς.
(Σημ.: Τέλος, και σε αντίθεση με την μυθολογία των διακοπών αλλά και την μεταφυσική του ελληνικού καλοκαιριού, ο Ιούλιος ίσως τείνει να είναι για την Ελλάδα ο πιο ζοφερός μήνας του χρόνου. Για μένα τουλάχιστον είναι ο μήνας που θάβω θρηνώντας τους νεκρούς μου, τους πραγματικούς και τους συμβολικούς, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία.)
Και δεν είναι μόνο τα Ιουλιανά και η αποστασία με το βασιλικό πραξικόπημα, που κάθε χρόνο τέτοιο μήνα δραματικά μάς θυμίζουν από πού και πώς ξεκίνησε η Χούντα, αλλά και η ζοφερή καθημερινότητα του σήμερα και εντός και εκτός. Αφού τις συνέπειες του τότε πληρώνουμε τώρα, και θα πληρώνουμε ακόμα για πολύ. Με πλέον χαρακτηριστικές πληγές την εισβολή στη βόρεια Κύπρο των Τούρκων με τις αμερικανικές και βρετανικές ευλογίες.
Σύμπτωση: Οι Άγγλοι διατηρούν ακόμη βάσεις σ’ ένα ανεξάρτητο κράτος-μέλος εκείνης της Ένωσης που οι ίδιοι έχουν εγκαταλείψει! Πού ‘ντο; ΝΑΤΟ! Κι άλλες συμπτώσεις του Ιουλίου: Δεν ξεχνώ πως τέτοιες μέρες 104 άνθρωποι είτε κάηκαν, είτε πνίγηκαν, τη στιγμή που ο τότε πρωθυπουργός δήλωνε ότι δεν έχει πληροφορίες για νεκρούς. Η υποκρισία του ελληνικού γκουβέρνου, ασχέτως ιδεολογικού προσήμου!
Επρεπε να είναι μέρα σιωπής και όχι γιορτής
Θλιβερό συμπέρασμα: Κανονικά χτες θα έπρεπε να είναι ημέρα σιωπής και εθνικής περισυλλογής. Ημέρα πένθους αφού δεν μπορεί, δεν δικαιούμαστε, να είναι μέρα οργής, αφού η πλειοψηφία των πολιτών, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, είδε με τουλάχιστον ανακούφιση τους άξεστους κολονέλους. Αυτή είναι η πικρή αλήθεια για τον “αδάμαστο” λαό. Πάντα και παντού οι λίγοι κάνουν τη διαφορά. Και έπειτα έρχονται οι επαγγελματίες του λαϊκισμού και καταθέτουν στεφάνους. Α ρε Λαυρέντη! Που έγραφε κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης πικρά, πλην εύστοχα. Ατελείωτοι οι εορταστές Λαυρέντηδες σ’ αυτή την χώρα. Ας έβρεχε τουλάχιστον!
Να προσθέσω ότι λίγο πριν αυτοκτονήσει ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης, ο κορυφαίος μας ποιητής μετά τον Καβάφη, στο καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος», στην παραλία της Πρέβεζας, έγραφε, σ’ ένα χαρτί, που βρέθηκε στην τσέπη του, τα εξής: «Κάθε πραγματικότης, μού είναι αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο, σαν ήρθε, τον δέχομαι, με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους και εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία.
Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού ευδοκίμησα όλες τις χαρές! είμαι τώρα έτοιμος για ένα ατιμωτικό θάνατο…». Αυτό το κείμενο θα έπρεπε να διδασκόταν στα σχολεία μας σαν ευαγγέλιο. Όπως είναι γνωστό, ο Καρυωτάκης αυτοκτόνησε με πιστόλι το απόγευμα της 21ης Ιουλίου 1928.
Την προηγουμένη, όπως έχει σημειώσει, σε υστερόγραφο στο ίδιο χαρτί, «μάταια δερνόταν επί δέκα ώρες με τα κύματα», για να πνιγεί γι’ αυτό και συμβούλευε «όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουν ποτέ ν’ αυτοκτονήσουν διά θαλάσσης…». Απίστευτος αυτοσαρκασμός, αυτό που δραματικά λείπει από την σύνολη ηγεσία της χώρας, πολιτική και πνευματική (εκτός των φιλότεχνων τραπεζιτών και των καλαίσθητων κατασκευαστών των δύο καζίνων που σύντομα θα αποκτήσει η πρωτεύουσα: Ένα στο Μαρούσι κι ένα στην αναμορφωμένη παραλιακή. Τυχεροί)!





