Γιατί ο χρόνος είναι εχθρός του Μητσοτάκη – Τι θα κρίνει το ποσοστό της ΝΔ
27/08/2026
Το βασικό πολιτικό πρόβλημα του Μητσοτάκη δεν είναι ότι η ΝΔ κινδυνεύει –τουλάχιστον άμεσα– να χάσει την πρώτη θέση. Δεδομένου, όμως, ότι –σύμφωνα με δημοσκοπήσεις– η αυτοδυναμία είναι όνειρο θερινής νυκτός, το βασικό πρόβλημά του είναι ότι πιθανότατα δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει μία τρίτη πρωθυπουργική θητεία. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο πολιτικό τοπίο του 2023 και στο σημερινό.
Η ΝΔ του 40,56% και των 2.115.322 ψήφων του Ιουνίου 2023 δεν υπάρχει πλέον ως εκλογικό μέγεθος. Στις ευρωεκλογές του 2024 περιορίστηκε σε 1.125.602 ψήφους (28,31%). Η πολύ χαμηλότερη συμμετοχή και ο διαφορετικός χαρακτήρας των δύο εκλογών καθιστούν προβληματική τη σύγκριση. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το πολιτικό γεγονός ότι σχεδόν ένα εκατομμύριο ψηφοφόροι μεταξύ 2023 και 2024 εγκατέλειψαν τη ΝΔ. Όσοι την εγκατέλειψαν το 2024 έχουν έναν κοινό παρονομαστή: Ο εκλογικός δεσμός τους με το κόμμα του Μητσοτάκη είχε ήδη τουλάχιστον αποδυναμωθεί, ή και διαρρηχθεί. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η εκλογική εγκατάλειψη δεν οφειλόταν μόνο στη “χαλαρή ψήφο” των ευρωεκλογών, αλλά κυρίως σε πολιτική δυσαρέσκεια. Με άλλα λόγια, μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό θα επιστρέψει στη ΝΔ.
Λόγω, μάλιστα, της εκλογικής φθοράς που έχει μεσολαβήσει από το 2024 μέχρι σήμερα (σκάνδαλα, ακρίβεια κλπ), ένα πρόσθετο ποσοστό από τους 1.125.602 ψηφοφόρους του 2024 θα την εγκαταλείψει εκλογικά. Αυτό φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις, οι οποίες δίνουν στην πρόθεση ψήφου –είναι και η μόνη αξιόπιστη, εάν η εταιρεία δεν έχει “πειράξει” τα νούμερα– από 21-22% μέχρι 26%. Η εκτίμηση ψήφου είναι για πολλούς λόγους στα δικά μου μάτια αναξιόπιστη.
Κρίσιμη παράμετρος η συμμετοχή
Κρίσιμη μεταβλητή της εκλογικής συνάρτησης είναι η συμμετοχή. Όσο περισσότεροι πάνε στις κάλπες, τόσο μικρότερο θα είναι το ποσοστό της ΝΔ. Αυτό οφείλεται στη βάσιμη εκτίμηση πως τα εκατομμύρια που απέχουν από τις κάλπες είναι απογοητευμένοι από το πολιτικό σύστημα και σίγουρα δεν είναι οπαδοί του Μητσοτάκη. Αυτό συνεπάγεται πως ο αριθμητής του κλάσματος (όσοι ψηφίσουν τη ΝΔ) θα αυξηθεί πολύ-πολύ λιγότερο από όσο θα αυξηθεί ο παρονομαστής (όσοι πάνε στις κάλπες), οπότε το ποσοστό θα πέσει.
Ας σημειωθεί ότι στις εκλογές τον Απρίλιο 2000 ψήφισαν περίπου 7.026.500, το Μάρτιο 2004 ψήφισαν 7.573.400, το Σεπτέμβριο 2007 ψήφισαν 7.355.000, τον Οκτώβριο 2009 ψήφισαν 7.044.600, το Μάιο 2012 ψήφισαν 6.476.800, τον Ιούνιο 2012 ψήφισαν 6.217.000, τον Ιανουάριο 2015 ψήφισαν 6.330.400, το Σεπτέμβριο 2015 ψήφισαν 5.567.900, τον Ιούλιο 2019 ψήφισαν 5.769.600, το Μάιο 2023 ψήφισαν 6.6061.098 και τον Ιούνιο 2023 ψήφισαν 5.273.700. Στις δε ευρωεκλογές του 2024 ψήφισαν μόνο 4.062.095.
Όταν από το 2004 μέχρι το 2023 δεν πήγαν επιπλέον να ψηφίσουν πάνω από 2.200.000 πολίτες είναι λογικό να υποθέσουμε ότι υπό προϋποθέσεις μπορεί η συμμετοχή να αυξηθεί σημαντικά. Εάν φθάσει τα 6.500.000, τα δημοσκοπικά ευρήματα για την πρόθεση ψήφου στη ΝΔ θα πρέπει να αναθεωρηθούν προς τα κάτω. Τί μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της συμμετοχής;
Πρώτον, εάν οι απέχοντες απογοητευμένοι και “αντισυστημικοί” θεωρήσουν ότι ψηφίζοντας κάποιο κόμμα μπορούν να τιμωρήσουν το απαξιωμένο στη συνείδησή τους πολιτικό σύστημα. Αυτό φάνηκε να το κάνει η Καρυστιανού, η οποία αντλούσε από αυτή τη δεξαμενή. Μπορεί το κόμμα της –για λόγους που δεν είναι του παρόντος– να έχει εισέλθει σε πτωτική τροχιά, αλλά οι περισσότεροι από όσους “σηκώθηκαν από τον καναπέ” μάλλον δεν θα επιστρέψουν σ’ αυτόν, ακόμα κι αν απομακρυνθούν εκλογικά από την “Ελπίδα”.
Δεύτερον, η διογκούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια, η οποία αναπόφευκτα προσλαμβάνει αντι-μητσοτακικό χαρακτήρα, καθότι αυτός ασκεί την εξουσία. Η ακρίβεια, το στεγαστικό πρόβλημα, η διαφθορά-διαπλοκή, η διαχείριση των εθνικών θεμάτων, η απαξίωση της Δικαιοσύνης και ευρύτερα οι θεσμικές δυσλειτουργίες μπορούν να επαναφέρουν στις κάλπες πολίτες που απείχαν. Αυτή τη φορά η συντριπτική πλειονότητα όσων επιστρέψουν στις κάλπες θα ψηφίσει με σκοπό να εκδιώξει τον Μητσοτάκη, ο οποίος αυτή την περίοδο ενσαρκώνει την εξουσία.
Η μεταβλητή Σαμαράς
Στην εκλογική συνάρτηση υπεισέρχεται και η μεταβλητή Σαμαράς. Το υπό ίδρυση κόμμα του είναι δεδομένο πως θα πλήξει εκλογικά τη ΝΔ με δύο τρόπους:
- Πρώτον, δίνοντας μία διέξοδο στους γαλάζιους ψηφοφόρους του 2023, αλλά και του 2024, που έχουν ήδη πάρει απόσταση από τη ΝΔ, ή είναι έτοιμοι να πάρουν.
- Δεύτερον, προσελκύοντας γαλάζιους ψηφοφόρους, οι οποίοι παραμένουν μέχρι τώρα στη ΝΔ, αλλά ιδεολογικά ανήκουν στη λεγόμενη Λαϊκή Δεξιά, την οποία εκπροσωπεί ο Σαμαράς κι όχι ο Μητσοτάκης.
Στην πραγματικότητα, το κόμμα Σαμαρά θα δώσει διέξοδο σε δεξιούς και κεντροδεξιούς ψηφοφόρους, οι οποίοι ναι μεν έχουν πάρει απόσταση από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά δεν θέλουν να εγκαταλείψουν τον ιδεολογικό-πολιτικό τους χώρο. Αυτή η διέξοδος θα διευκολυνθεί πολιτικο-ψυχολογικά τόσο περισσότερο όσο πιο σαφής θα είναι η δημόσια στάση του Κώστα Καραμανλή. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν μπορεί να “διατάξει” μία μάζα γαλάζιων ψηφοφόρων να εγκαταλείψει τη ΝΔ και να πάει στο κόμμα Σαμαρά. Μπορεί, όμως –έστω και εμμέσως πλην σαφώς– να νομιμοποιήσει αυτό το κόμμα στα μάτια τους, συρρικνώνοντας το ψυχολογικό κόστος εκλογικής μετατόπισης για τον παραδοσιακό γαλάζιο ψηφοφόρο. Η προφανής ρήξη Μητσοτάκη-Καραμανλή, άλλωστε, έχει ήδη κάνει τη μισή δουλειά προς αυτή την κατεύθυνση.
Η εξόφθαλμη πολιτική-εκλογική φθορά της κυβέρνησης Μητσοτάκη, σε συνδυασμό αφενός με το ποσοστό που θα αφαιρέσει από τη ΝΔ το κόμμα Σαμαρά, αφετέρου με την αναμενόμενη αύξηση της συμμετοχής στις εκλογές, θα ωθήσουν το σημερινό ήδη συρρικνωμένο δημοσκοπικό ποσοστό της ΝΔ πιθανότατα και κάτω από το 20%. Εάν, ωστόσο, συνυπολογίσουμε την τάση συσπείρωσης της παραδοσιακής εκλογικής βάσης που παρατηρείται πριν τις κάλπες, είναι λογικό να εκτιμήσουμε πως η ΝΔ μπορεί στις εκλογές να γράψει ποσοστό μεταξύ 20% και 25%.
Αυτό, όμως, ισχύει εάν οι κάλπες στήνονταν τώρα. Χωρίς να αποκλείεται τίποτα, ο Μητσοτάκης δηλώνει ότι σχεδόν θα εξαντλήσει την τετραετία. Ο χρόνος που απομένει μέχρι τότε, όμως, δεν είναι πολιτικά-εκλογικά ουδέτερος. Στο Μαξίμου θεωρούν πως με διάφορες παροχές –αρχίζοντας με τις εξαγγελίες στη ΔΕΘ– μπορούν να αντιστρέψουν το αρνητικό κλίμα και να βελτιώσουν την εκλογική επίδοση της ΝΔ. Αυτή, ωστόσο, είναι μία εκτίμηση που δεν πατάει στα πόδια της.
Η αλυσίδα των σκανδάλων μόνο παρελθόν δεν είναι. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ παραμένει ανοικτό, οι πληροφορίες λένε ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ετοιμάζει νέες δικογραφίες, η δίκη για τα Τέμπη βρίσκεται σε εξέλιξη και τον Δεκέμβριο θα γίνει στο εφετείο η δίκη για τις υποκλοπές. Δεν είναι, λοιπόν, ασφαλές για την κυβέρνηση να θεωρεί ότι το πολιτικό κόστος από τα σκάνδαλα έχει ήδη κορυφωθεί.
Στρατηγική για διαδοχικές εκλογές
Το πιθανότερο είναι ο χρόνος που απομένει μέχρι τον Απρίλιο-Μάιο-Ιούνιο 2027 να εξελιχθεί σε εχθρό του Μητσοτάκη, μεγεθύνοντας την πολιτική φθορά του και συρρικνώνοντας περαιτέρω το εκλογικό ποσοστό της ΝΔ. Μία τέτοια πτωτική πορεία αναπόφευκτα θα οξύνει και τις εσωκομματικές αντιθέσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα περιθώρια δικών του ελιγμών. Με ποσοστό μικρότερο του 25%, ή έστω γύρω από αυτό, ο Μητσοτάκης έχει δύο επιλογές:
Η πρώτη είναι να βρει κυβερνητικούς εταίρους για τον σχηματισμό της κυβέρνησης. Κανένας, όμως, δεν δέχεται συμμετοχή σε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη. Αυτό τον οδηγεί στη δεύτερη επιλογή: Να πάει σε διαδοχικές εκλογές, ελπίζοντας ότι ο φόβος της ακυβερνησίας θα επανασυσπειρώσει συντηρητικούς ψηφοφόρους. Αυτή η στρατηγική θα είχε σοβαρές ελπίδες επιτυχίας, εάν η ΝΔ αποσπούσε στις πρώτες εκλογές ποσοστό γύρω στο 30%. Με ποσοστό γύρω στο 25% και πιθανότατα μικρότερο, η εξίσωση δεν βγαίνει.
Το δίλημμα που θα θέσει “Μητσοτάκης ή ακυβερνησία”, λόγω και του γεγονότος ότι δεν υπάρχει προφανής εναλλακτική λύση, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, αναμφίβολα θα βρει κάποια απήχηση. Γι’ αυτό και εκτίμησα παραπάνω πως θα υπάρξει κάποια συσπείρωση, που σ’ ένα βαθμό θα εξισορροπήσει τους προαναφερθέντες παράγοντες που ωθούν προς τα κάτω το ποσοστό της ΝΔ. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ένα 70% δεν είναι μόνο πως δεν προτιμά τον Μητσοτάκη, αλλά είναι παγιωμένα αρνητικό έως εχθρικό απέναντί του. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει και από τους ποιοτικούς δείκτες. Κατά συνέπεια, τα περιθώρια εκβιασμού των ψηφοφόρων με δίλημμα “Μητσοτάκης ή ακυβερνησία” είναι περιορισμένα, επειδή ακριβώς προσκρούουν σ’ αυτή τη διάχυτη εχθρότητα.
Σ’ αυτές τις συνθήκες, μάλιστα, το γεγονός ότι ο Μητσοτάκης θέτει ως στόχο την αυτοδυναμία, αντί να δημιουργήσει δυναμική συσπείρωσης, μάλλον υπογραμμίζει την αναξιοπιστία του και πιθανότατα να τροφοδοτήσει το εναντίον του ρεύμα αλλαγής. Αυτό θα ισχύσει περισσότερο εάν την επαύριο των εκλογών διαφανεί δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης με αποκλεισμό του Μητσοτάκη από την πρωθυπουργία. Αν, λοιπόν, η κοινή γνώμη θεωρήσει ότι κυβέρνηση μπορεί να σχηματιστεί χωρίς εκείνον, η ευθύνη της ακυβερνησίας μπορεί να στραφεί εναντίον του.
Σε καλύτερη ή χειρότερη θέση;
Στο σημείο αυτό θα αρχίσει η πίεση. Μεγάλοι οικονομικοί παράγοντες που χρειάζονται σταθερή κυβέρνηση θα ασκήσουν την επιρροή τους για να βρεθεί κυβερνητική λύση, χωρίς δεύτερες εκλογές. Και επειδή διατηρούν παραδοσιακά στη ΝΔ δικές τους “κοινοβουλευτικές ομάδες” (δηλαδή βουλευτές που χρηματοδοτούν και τους εξασφαλίζουν μιντιακή προβολή), η πίεση που μπορούν να ασκήσουν στον Μητσοτάκη μπορεί να είναι αποτελεσματική. Έτσι κι αλλιώς, τον θεωρούν “ακριβό”, εξάλλου οι περισσότεροι από αυτούς θεωρούν ότι έχει φτάσει η ώρα να αλλάξει κυβέρνηση.
Γι’ αυτό εκτιμώ ότι το πότε θα στηθούν κάλπες είναι ένα ζήτημα πολύ πιο σύνθετο, από όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Οι εκλογές το 2026 περιορίζουν εκ των πραγμάτων τον χρόνο ανάπτυξης των ανταγωνιστών, μειώνουν την έκθεση σε μελλοντικά απρόβλεπτα γεγονότα και αποτρέπουν την κλιμάκωση της πολιτικής-εκλογικής φθοράς. Από την άλλη η εξάντληση της τετραετίας, εκτός από την παραμονή στην εξουσία για μερικούς μήνες επιπλέον, αφήνει και χώρο στην προσδοκία εκλογικής ανάκαμψης. Και επειδή η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, αυτού του είδους οι προσδοκίες παίζουν σημαντικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων.
Το κρίσιμο ερώτημα που καλείται να απαντήσει ο Μητσοτάκης είναι απλό: “Μετά από 6-8 μήνες η πολιτική-εκλογική θέση του θα είναι καλύτερη ή χειρότερη από ό,τι σήμερα;” Και η απάντηση που θα δώσει συνδέεται με την επιδίωξή του να πάρει ένα ποσοστό που να του επιτρέπει να διεκδικήσει μία τρίτη πρωθυπουργική θητεία. Γιατί σε τελική ανάλυση το ζήτημα “ποιο κόμμα θα συμμετάσχει σε κυβέρνηση υπό τον Μητσοτάκη” είναι διαφορετικό από το ζήτημα “ποιο κόμμα θα συνεργαστεί με τη ΝΔ για τον σχηματισμό κυβέρνησης”.





