Υπάρχει ακόμα Αριστερά;
15/06/2026
Υπήρξε μία εποχή κατά την οποία η Αριστερά, ανεξαρτήτως συμφωνίας ή διαφωνίας μαζί της, αποτελούσε έναν από τους βασικούς φορείς πολιτικής σκέψεως, κοινωνικής κριτικής και εναλλακτικής αναλύσεως της πραγματικότητας. Δεν ήταν απλώς ένας κομματικός μηχανισμός εξουσίας. Ήταν χώρος παραγωγής ιδεών, διανοήσεως, αντιρρήσεως και πολιτικού οράματος.
Το ερώτημα σήμερα τίθεται ολοένα πιο επιτακτικά. Υπάρχει ακόμη Αριστερά ή βρισκόμαστε μπροστά στην ιστορική εξάντλησή της; Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ίσως η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της μεταβολής. Ένα πολιτικό σχήμα που γεννήθηκε ως μετεξέλιξη του ΚΚΕ Εσωτερικού, δηλαδή ενός χώρου που ιστορικά εξέφρασε σημαντικό μέρος της λεγόμενης ανανεωτικής και εναλλακτικής διανοήσεως, ανθρώπων με θεωρητική συγκρότηση, πολιτιστική αναφορά και αναζήτηση ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού προσαρμοσμένου στις σύγχρονες συνθήκες.
Για χρόνια, ο χώρος αυτός έμοιαζε να αποτελεί το τελευταίο ίχνος μιας Αριστεράς που σκεπτόταν, αμφισβητούσε και παρήγε λόγο πέρα από κομματικά συνθήματα. Όμως, η άνοδος στην εξουσία λειτούργησε αποκαλυπτικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μετασχημάτισε το σύστημα. Μετασχηματίστηκε από αυτό. Η περίφημη “πρώτη φορά Αριστερά” κατέληξε να εφαρμόζει μνημονιακές πολιτικές, να ενσωματώνεται πλήρως στους ευρωπαϊκούς οικονομικούς περιορισμούς και τελικώς να λειτουργεί ως ένας ακόμη διαχειριστής ενός ήδη διαμορφωμένου οικονομικού πλαισίου.
Η πρόσφατη πολιτική του πορεία δείχνει πλέον κάτι βαθύτερο∙ όχι απλώς ιδεολογική ήττα, αλλά απώλεια πολιτικής αυτοσυνειδησίας. Ένας χώρος που κάποτε διεκδικούσε εναλλακτικό υπόδειγμα κοινωνικής οργανώσεως μοιάζει πλέον να λειτουργεί περισσότερο ως παράγοντας εντάσεως του διπολισμού προεκλογικά και σταθεροποιήσεως της συστημικής πολιτικής μετεκλογικά.
Ο κατακερματισμός της Αριστεράς
Από την άλλη πλευρά, το ΚΚΕ παραμένει ένας πολιτικός οργανισμός με αξιοσημείωτη ιδεολογική συνοχή, πειθαρχία και ιστορική μνήμη. Διατηρεί μία σταθερή αφήγηση για την οικονομία, την εργασία και τη θέση της Ελλάδας μέσα στο διεθνές σύστημα. Ωστόσο, για πολλούς μοιάζει πλέον εγκλωβισμένο σε μία παγιωμένη αυτάρκεια, σχεδόν αρτηριοσκληρωτική, αδυνατώντας να συνομιλήσει με τα νέα κοινωνικά και οικονομικά αδιέξοδα της εποχής. Η επανάληψη γνωστών αναλύσεων, χωρίς δυνατότητα παραγωγής ενός νέου πολιτικού ορίζοντα, δημιουργεί την αίσθηση ενός χώρου που περισσότερο διασώζει την ταυτότητά του παρά επιχειρεί να μετασχηματίσει την πραγματικότητα.
Η Νέα Αριστερά βρίσκεται σε τροχιά αυτοδιαλύσεως, με στελέχη και πολιτική δυναμική να αποσυντίθενται. Το ακόμη πιο παράδοξο είναι ότι η πορεία αυτή φαίνεται να συνοδεύεται από την προσδοκία επανασυσπειρώσεως γύρω από το νέο πολιτικό φορέα του Αλέξη Τσίπρα, δηλαδή γύρω από τον ίδιο πολιτικό που ταυτίστηκε με την πλήρη προσαρμογή της ελληνικής Αριστεράς στο νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό οικονομικό πλαίσιο μετά το 2015.
Το ΜέΡΑ25 επιμένει σε μία αντισυστημική οικονομική ρητορική και διατηρεί έναν βαθμό θεωρητικής επεξεργασίας, αλλά για πολλούς αδυνατεί να μετατρέψει τις ιδέες του σε ρεαλιστικό κοινωνικό σχέδιο με ευρύτερη απήχηση. Η Πλεύση Ελευθερίας, αν και απορροφά μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας, δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί κλασικός αριστερός χώρος με συνεκτική κοινωνική θεωρία. Περισσότερο μοιάζει να λειτουργεί ως προσωποκεντρική πολιτική έκφραση διαμαρτυρίας.
Έτσι προκύπτει ένα δύσκολο αλλά αναγκαίο ερώτημα. Ποια Αριστερά απέμεινε; Υπάρχει σήμερα πολιτικός χώρος που να μπορεί να αρθρώσει σοβαρή κοινωνική κριτική απέναντι στην απορρύθμιση της εργασίας, στην οικονομική εξάρτηση, στη συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας και στην πολιτιστική αποδιάρθρωση, χωρίς ταυτόχρονα να ενσωματώνεται στο ίδιο σύστημα που υποτίθεται ότι αμφισβητεί;
Ίσως τελικώς το πρόβλημα να μην είναι απλώς κομματικό. Ίσως η βαθύτερη κρίση να είναι κρίση πολιτικής σκέψεως, αλλά και πολιτικής βουλήσεως. Διότι όταν ένας χώρος που κάποτε υπήρξε από τους πλέον βαθυστόχαστους αδυνατεί πια να παράγει πραγματική εναλλακτική πρόταση, τότε το σύστημα δεν έχει απλώς νικήσει πολιτικά. Έχει κατορθώσει να βρει την “εναλλακτική” του μέσα στον μέχρι πρότινος αμφισβητία του. Εκτός, βεβαίως, και αν αυτή η αμφισβήτηση υπήρξε ούτως ή άλλως ψευδεπίγραφή και η εξουσία απλά την αποκάλυψε.





