Ο Πρόεδρος, τα δημοψηφίσματα, το όριο και οι ανεξάρτητες αρχές

Σταύρος Λυγερός
903
Ο πρόεδρος, τα δημοψηφίσματα, το όριο και οι ανεξάρτητες αρχές, Σταύρος Λυγερός

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ -στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης- ο Πρόεδρος Δημοκρατίας να εκλέγεται από τον λαό εάν σε οκτώ ψηφοφορίες στη Βουλή δεν συγκεντρώνεται πλειοψηφία τριών πέμπτων (180 βουλευτές) εγείρει μείζονος σημασίας ζητήματα. Εάν κρίνουμε, όμως, από την αρχική πρόθεση του Τσίπρα ο Πρόεδρος να εκλέγεται από τον λαό, η τωρινή πρόταση δεν πηγάζει από την ανάγκη να μη διαλύεται η Βουλή. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι αρχικά (2016) είχε ζητήσει πλειοψηφία 200 βουλευτών και στις δύο ψηφοφορίες. Αλλά και τώρα, στη σχετική συζήτηση στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του κόμματός του, το δίλημμα που έθεσε ήταν τελικώς να ισχύσει ή εκλογή με απλή πλειοψηφία (151) ή από τον λαό.

Η κριτική που έχει ασκηθεί είναι ότι η εκλογή από τον λαό δημιουργεί οιωνεί συνθήκες δυαρχίας, λόγω της αυξημένης πολιτικής νομιμοποίησης του Προέδρου Δημοκρατίας. Η εν λόγω κριτική δεν είναι αβάσιμη. Πολύ περισσότερο, όταν ταυτοχρόνως προτείνεται η μερική ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι υποχρεωτικά αρνητικό. Ο απολογισμός δεκαετιών πρωθυπουργοκεντρικού πολιτικού συστήματος δεν είναι και ο καλύτερος.

Όλοι σχεδόν συμφωνούν πως πρέπει να σταματήσει η εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας να είναι αιτία προκήρυξης βουλευτικών εκλογών. Εάν, όμως, αυτός είναι ο στόχος μπορούν να βρεθούν άλλοι τρόποι, όπως η συγκρότηση ενός ευρύτερου εκλεκτορικού σώματος, το οποίο μπορεί π.χ. να περιλαμβάνει αιρετούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και μεγάλων επαγγελματικών ενώσεων.

Προβληματική είναι και η πρόταση του Τσίπρα να μην μπορεί να αναλάβει πρωθυπουργός πρόσωπο που δεν είναι εν ενεργεία βουλευτής. Προφανώς, θέλει να αποτρέψει κυβερνητικές λύσεις τύπου Παπαδήμου. Τέτοιου τύπου πολιτικά προβλήματα, όμως, δεν λύνονται με συνταγματικές διατάξεις. Πρωθυπουργός μπορεί να αναλάβει οποιοσδήποτε έχει την εμπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Δεν έχει προβληθεί κανένα άξιο λόγου επιχείρημα για να αλλάξει αυτή η αρχή.

Πελατειακές σχέσεις και ανεξάρτητες αρχές

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ προτείνει για τους βουλευτές κατ’ ανώτατο όριο δύο πλήρεις διαδοχικές θητείες (οκτώ χρόνια). Η πρόθεσή του να σπάσει την αναπαραγωγή των πελατειακών μηχανισμών επανεκλογής είναι θεμιτή, επειδή ο βουλευτής δεν πρέπει να γίνεται επάγγελμα. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν είναι αβάσιμο το επιχείρημα πως όταν εκλέγει ο λαός δεν πρέπει να τίθεται συνταγματική απαγόρευση. Στην Ελλάδα των πελατειακών σχέσεων, πάντως, θα βοηθήσει εάν τεθεί όριο. Όποιος, άλλωστε, θέλει, θα μπορεί να ξαναδιεκδικήσει την εκλογή του, αφού προηγουμένως μείνει εκτός Βουλής για μία τουλάχιστον τετραετία.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Τσίπρας απέφυγε να θίξει ένα άλλο πιο κρίσιμο ζήτημα: την καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ υπουργού και βουλευτή. Αν και το ασυμβίβαστο αυτό δεν συνηθίζεται σε κοινοβουλευτικά πολιτεύματα, θα μπορούσε να λύσει πολλά προβλήματα. Θα μπορούσε να ανεβάσει την ποιότητα του κυβερνητικού έργου. Ταυτοχρόνως, θα μετέτρεπε τη Βουλή σε πραγματική νομοθετική εξουσία και όχι σε μηχανισμό επικύρωσης των επιλογών της εκτελεστικής εξουσίας, όπως είναι σήμερα. Κι αυτό, επειδή σήμερα ο κάθε βουλευτής νοιώθει ως υποψήφιος προς υπουργοποίηση και ως εκ τούτου γίνεται πολιτικά όμηρος του πρωθυπουργού.

Η πρόταση για περιορισμό της βουλευτικής ασυλίας και για αλλαγή της περί ευθύνης υπουργών αμαρτωλής συνταγματικής διάταξης είναι πλέον κοινός τόπος και με τη μία ή την άλλη μορφή θα περάσει. Σωστή είναι η πρόταση Τσίπρα ότι ανεξάρτητη αρχή μπορεί να συστήνεται με αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Υπενθυμίζουμε ότι –όχι αδικαιολόγητα– είχε χαρακτηρίσει τις ανεξάρτητες αρχές αποθέωση της τεχνοκρατικής ιδεολογίας, η οποία έχει την τάση να συρρικνώνει την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.

Η τάση για δημιουργία ανεξάρτητων αρχών είναι διεθνής, αλλά η Ελλάδα το έχει παρακάνει. Κι αυτό χωρίς να μιλήσουμε για την πρωτοφανή μνημονιακή επιβολή να μετατραπεί σε ανεξάρτητη αρχή ο σκληρός πυρήνας του κράτους που είναι η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων. Είναι αληθές πως υπάρχουν πολλές παθογένειες στη λειτουργία των κυβερνήσεων, αλλά τουλάχιστον αυτές έχουν τη δημοκρατική νομιμοποίηση και περισσότερο ή λιγότερο ελέγχονται. Αντιθέτως, ο θεσμικός έλεγχος των ανεξάρτητων αρχών είναι απαράδεκτα περιορισμένος.

Μια σημαντική καινοτομία

Σημαντική καινοτομία των προτάσεων του Τσίπρα είναι η εισαγωγή των δημοψηφισμάτων στην πολιτική ζωή και με τη δυνατότητα του λαϊκού παράγοντα να επιβάλει δημοψήφισμα ή να αποκτά νομοθετική πρωτοβουλία. Η πρώτη κριτική που ασκείται ισχυρίζεται ότι με τα δημοψηφίσματα υπονομεύεται ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας του πολιτεύματος.

Πρόκειται για νομικίστικο επιχείρημα που υποκρύπτει μία “αριστοκρατική” αντίληψη και μία δυσπιστία προς τον λαϊκό παράγοντα. Το δημοψήφισμα είναι η μόνη δυνατή εκδοχή της άμεσης δημοκρατίας. Συμπληρώνει και εμπλουτίζει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Η αντιπροσωπευτικότητα, άλλωστε, δεν έχει καθιερωθεί σαν ιδανικό. Έχει καθιερωθεί, επειδή στις σύγχρονες Πολιτείες δεν είναι πρακτικά δυνατή η διακυβέρνηση με άμεση δημοκρατία.

Όποιος πιστεύει πως είναι για το καλό μίας Πολιτείας η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εμπλοκή των πολιτών στα κοινά δεν μπορεί να βρει σοβαρά επιχειρήματα εναντίον της λελογισμένης διεξαγωγής δημοψηφισμάτων. Οι ρήτρες, άλλωστε, που τίθενται δεν επιτρέπουν κατάχρηση. Αντιθέτως, έχει την τάση να δαιμονοποιεί τα δημοψηφίσματα όποιος θεωρεί ότι οι πολίτες πρέπει μόνο να ψηφίζουν κάθε τέσσερα χρόνια τα υφιστάμενα κόμματα και στη συνέχεια να αφήνουν αποκλειστικά στα χέρια της κυβέρνησης –εν μέρει και της Βουλής– τη λήψη όλων των αποφάσεων.

Επειδή, όμως, δεν μπορούν να εκφράσουν δημοσίως άποψη ότι ο λαός είναι ανίκανος να αποφασίζει για κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την τύχη του, ισχυρίζονται ότι τα δημοψηφίσματα διχάζουν. Στην πραγματικότητα, αυτή η λογική υποκρύπτει την ίδια “αριστοκρατική” νοοτροπία. Με την ίδια λογική και η δημοκρατία διχάζει, αφού αναδεικνύει τα ζητήματα και τις σχετικές αντιθέσεις που διατρέχουν κάθε κοινωνία. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι οι αντιθέσεις να επικαλύπτονται, αλλά να επιλύονται με δημοκρατικό τρόπο.