Στη “σέντρα” και το Μαξίμου λόγω Αβραμόπουλου
23/06/2026
Ένα εικοσιτετράωρο μετά τις αποκαλύψεις περί ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και αιτήματος άρσης της βουλευτικής ασυλίας του Δημήτρη Αβραμόπουλου από τις βελγικές αρχές, η υπόθεση εξακολουθεί να προκαλεί έντονο πολιτικό και δημόσιο ενδιαφέρον. Το όνομα ενός από τους πλέον προβεβλημένους πρώην υπουργούς και επιτρόπους της χώρας επανήλθε στο προσκήνιο της υπόθεσης Qatargate, η οποία εδώ και χρόνια ταλανίζει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η βελγική Δικαιοσύνη διερευνά τη σχέση του Δημήτρη Αβραμόπουλου με τη ΜΚΟ Fighting Impunity του Αντόνιο Παντσέρι, προσώπου που βρέθηκε στο επίκεντρο του σκανδάλου διαφθοράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στο μικροσκόπιο των αρχών βρίσκονται αμοιβές που έλαβε ο Δημήτρης Αβραμόπουλος για τη συμμετοχή του στο διοικητικό συμβούλιο της οργάνωσης, με τις δικαστικές έρευνες να βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.
Από την πλευρά του, ο πρώην επίτροπος απορρίπτει κάθε υπόνοια παρανομίας, υποστηρίζοντας ότι η συνεργασία του με τη συγκεκριμένη οργάνωση ήταν απολύτως νόμιμη, δηλωμένη και φορολογημένη. Ωστόσο, ανεξαρτήτως της τελικής δικαστικής κατάληξης, η επανεμφάνιση της υπόθεσης δημιουργεί νέα πολιτικά ερωτήματα, καθώς αφορά ένα πρόσωπο που επί δεκαετίες βρέθηκε στον πυρήνα της ελληνικής πολιτικής ζωής και συνδέθηκε με κορυφαία αξιώματα εντός και εκτός συνόρων.
Οι κατηγορίες για Αβραμόπουλο
Η υπόθεση συνδέεται με το λεγόμενο Qatargate, το σκάνδαλο που ξέσπασε στα τέλη του 2022 και αποκάλυψε ένα εκτεταμένο δίκτυο επιρροής γύρω από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Κεντρικό πρόσωπο της έρευνας υπήρξε ο Ιταλός πρώην ευρωβουλευτής Αντόνιο Παντσέρι, ο οποίος κατηγορήθηκε από τις βελγικές αρχές ότι είχε δημιουργήσει μηχανισμό άσκησης πολιτικής επιρροής υπέρ ξένων κρατών, μέσω χρηματοδοτήσεων, επαφών και οργανώσεων που εμφανίζονταν ως φορείς προάσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας βρέθηκε στο επίκεντρο η ΜΚΟ Fighting Impunity, την οποία ίδρυσε ο Παντσέρι μετά την αποχώρησή του από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στο διοικητικό συμβούλιο της οργάνωσης συμμετείχαν γνωστές πολιτικές προσωπικότητες από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, μετά την ολοκλήρωση της θητείας του ως Ευρωπαίου Επιτρόπου.
Οι βελγικές αρχές εξετάζουν τις οικονομικές σχέσεις και τις αμοιβές που καταβλήθηκαν σε πρόσωπα που συνδέθηκαν με τη συγκεκριμένη οργάνωση. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, ο πρώην επίτροπος είχε λάβει αμοιβές δεκάδων χιλιάδων ευρώ για τη συμμετοχή του στο διοικητικό συμβούλιο της ΜΚΟ. Το βασικό ερώτημα που φαίνεται να απασχολεί τους ερευνητές είναι αν οι συγκεκριμένες πληρωμές συνδέονταν αποκλειστικά με τις δραστηριότητες της οργάνωσης ή αν αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου συστήματος επιρροής που βρίσκεται υπό δικαστική διερεύνηση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το όνομα του Δημήτρη Αβραμόπουλου είχε αναφερθεί και στα πρώτα στάδια των αποκαλύψεων του Qatargate, χωρίς ωστόσο να του αποδοθούν τότε συγκεκριμένες κατηγορίες. Η σημερινή εξέλιξη θεωρείται σημαντική ακριβώς επειδή η βελγική Δικαιοσύνη εμφανίζεται πλέον να προχωρά σε περαιτέρω ενέργειες, ζητώντας να διερευνηθεί επίσημα ο ρόλος του στο πλαίσιο της υπόθεσης.
Την ίδια στιγμή, ο ίδιος επιμένει ότι ουδέποτε συμμετείχε σε οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα και ότι όλες οι αμοιβές που έλαβε ήταν νόμιμες, δηλωμένες και γνωστές στις αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές. Για τον λόγο αυτόν έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν έχει κανένα λόγο να επικαλεστεί ασυλία και επιθυμεί η υπόθεση να εξεταστεί πλήρως από τη Δικαιοσύνη.
Νέος πονοκέφαλος στο Μαξίμου
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τη κυβέρνηση Μητσοτάκη, καθώς δεν αφορά ένα πρόσωπο που έχει αποσυρθεί από την πολιτική ζωή, αλλά έναν εν ενεργεία βουλευτή της κυβερνητικής παράταξης. Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος υπήρξε επί δεκαετίες κορυφαίο στέλεχος της ΝΔ, έχοντας διατελέσει υπουργός σε κρίσιμα χαρτοφυλάκια, δήμαρχος Αθηναίων και επίτροπος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως εκ τούτου, οι εξελίξεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως μια υπόθεση που αφορά αποκλειστικά τον ίδιο.
Οι συγκρίσεις με την περίπτωση της Εύας Καϊλή είναι αναπόφευκτες. Όταν ξέσπασε το Qatargate, ο Νίκος Ανδρουλάκης προχώρησε άμεσα στη διαγραφή της από το ΠΑΣΟΚ, επιλέγοντας να στείλει πολιτικό μήνυμα μηδενικής ανοχής. Θα ακολουθήσει η Νέα Δημοκρατία την ίδια γραμμή στην περίπτωση Αβραμόπουλου ή θα επιλέξει διαφορετική αντιμετώπιση; Το ερώτημα τίθεται πλέον ανοιχτά στο πολιτικό σκηνικό, με την ΝΔ πάντως έως τώρα να δείχνει να έχει την πάρει την απόφαση να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η Εύα Καϊλή ήταν ένα πολιτικό πρόσωπο που επί σειρά ετών αντιμετωπιζόταν με ιδιαίτερη συμπάθεια από κύκλους της Νέας Δημοκρατίας και από σημαντικό μέρος του φιλοκυβερνητικού δημόσιου λόγου. Σήμερα, ωστόσο, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια υπόθεση που αφορά δικό της εν ενεργεία βουλευτή και καλείται να αποδείξει στην πράξη αν εφαρμόζει τα ίδια κριτήρια για όλους.
Ήδη πληθαίνουν οι φωνές εντός της Νέας Δημοκρατίας που καλούν τον Κυριάκο Μητσοτάκη να λάβει δραστικά μέτρα και να δώσει σαφές πολιτικό στίγμα. Ωστόσο, περισσότερο από ένα εικοσιτετράωρο μετά τις πληροφορίες για τις κινήσεις των βελγικών αρχών, δεν διαφαίνεται κάποια ουσιαστική κινητοποίηση από την Πειραιώς ή το Μέγαρο Μαξίμου. Όλα αυτά και κατά τη διάρκεια μίας χρονικής συγκυρίας κατά την οποία η γαλάζια παράταξη είδε την Άννα-Μισέλ Ασημακοπούλου να καταδικάζετε για την υπόθεση των διαρροών των ηλεκτρονικών διευθύνσεων των αποδήμων.
Η εμπλοκή Αβραμόπουλου στην Novartis
Ταξιδεύοντας λίγο πίσω στον χρόνο, αξίζει να θυμηθούμε πως ο Δημήτρης Αβραμόπουλος είχε βρεθεί στο επίκεντρο της υπόθεσης Novartis το 2018 (σ.σ. τέσσερα χρονιά μετά την εποχή που ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ τον είχαν στην κορυφή της λίστας του για τη θέση του υποψήφιου Προέδρου της Δημοκρατίας), όταν το όνομά του συμπεριλήφθηκε μεταξύ των δέκα πολιτικών προσώπων που ερευνήθηκαν για ενδεχόμενη εμπλοκή στο σκάνδαλο της φαρμακοβιομηχανίας. Η έρευνα ξεκίνησε ύστερα από καταθέσεις προστατευόμενων μαρτύρων, οι οποίοι έκαναν λόγο για χρηματισμό πολιτικών προσώπων προκειμένου να ευνοηθούν συγκεκριμένες πολιτικές στον χώρο του φαρμάκου. Ωστόσο, μετά από πολυετή δικαστική διερεύνηση, δεν προέκυψαν στοιχεία που να τεκμηριώνουν δωροδοκία ή οποιαδήποτε παράνομη σχέση του πρώην υπουργού με τη Novartis και το σχετικό σκέλος της δικογραφίας αρχειοθετήθηκε.
Παρ’ όλα αυτά, η αρχειοθέτηση δεν σήμαινε ότι όλα τα ερωτήματα είχαν απαντηθεί. Στα έγγραφα της έρευνας υπήρχαν αναφορές σε τραπεζικές καταθέσεις και πιστώσεις σημαντικού ύψους, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως «αδιευκρίνιστες». Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, επρόκειτο για ποσά που συνολικά προσέγγιζαν τις 900.000 ευρώ σε βάθος ετών και για τα οποία οι εισαγγελικές αρχές δεν είχαν καταφέρει να διαπιστώσουν πλήρως την προέλευση ή τη δικαιολογητική τους βάση στο πλαίσιο της συγκεκριμένης έρευνας.
Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι ότι οι αρχές δεν βρήκαν σύνδεση αυτών των ποσών με τη Novartis. Για τον λόγο αυτό δεν προέκυψε ποινική δίωξη στο συγκεκριμένο σκέλος και η υπόθεση αρχειοθετήθηκε ως προς τον πρώην υπουργό. Τα στοιχεία διαβιβάστηκαν στις αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες για τυχόν περαιτέρω έλεγχο, καθώς η διερεύνηση φορολογικών ζητημάτων αποτελεί διαφορετική διαδικασία από την ποινική έρευνα για δωροδοκία ή διαφθορά.





