ΑΝΑΛΥΣΗ

Τέμπη – Νόβι Σαντ: Η διαφορά ανάμεσα στην οργή και την πολιτική

Τέμπη – Νόβι Σαντ: Η διαφορά ανάμεσα στην οργή και την πολιτική, Ανύτος Αγγελής
EPA/MARKO DJOKOVIC

Δύο σιδηροδρομικές τραγωδίες, δύο μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις, δύο εντελώς διαφορετικές πολιτικές διαδρομές. Στα Τέμπη, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, χάθηκαν 57 άνθρωποι. Στο Νόβι Σαντ της Σερβίας, την 1η Νοεμβρίου 2024, η κατάρρευση του στεγάστρου ενός ανακαινισμένου σιδηροδρομικού σταθμού στοίχισε τη ζωή σε 16 ανθρώπους.

Και στις δύο χώρες, η τραγωδία ξεπέρασε γρήγορα τα όρια ενός ζητήματος ασφάλειας των μεταφορών. Οι καταγγελίες για κρατική αμέλεια, διαφθορά, έλλειψη λογοδοσίας και θεσμικές δυσλειτουργίες έφεραν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες στους δρόμους. Η αγανάκτηση απέκτησε ευρύτατη κοινωνική απήχηση και μετατράπηκε σε αμφισβήτηση της δημόσιας εξουσίας.

Ωστόσο, οι πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν υπήρξαν εντυπωσιακά διαφορετικές. Στις 25 Οκτωβρίου 2026, η Φοιτητική Λίστα της Σερβίας κατέκτησε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, συγκεντρώνοντας περίπου 52,7% των ψήφων και 140 έδρες, σύμφωνα με τα προσωρινά επίσημα αποτελέσματα.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, η τεράστια κοινωνική κινητοποίηση για τα Τέμπη δεν οδήγησε σε αντίστοιχη πολιτική εξέλιξη. Η κομματική πρωτοβουλία της Μαρίας Καρυστιανού, που αναδύθηκε από το περιβάλλον αυτής της κινητοποίησης, αντιμετωπίζει ήδη μια μεγάλη δημοσκοπική υποχώρηση.

Η διαφορά δεν εξηγείται από το μέγεθος της αγανάκτησης ούτε από την ένταση των διαδηλώσεων. Για να την κατανοήσουμε, χρειάζεται να εξετάσουμε κάτι βαθύτερο: Με ποιον τρόπο η κοινωνική διαμαρτυρία μετατρέπεται – ή αποτυγχάνει να μετατραπεί – σε συλλογικά οργανωμένη πολιτική ισχύ.

Από τη διαμαρτυρία στη συλλογική πολιτική δράση

Στη Σερβία, η κινητοποίηση απέκτησε από νωρίς έναν διακριτό οργανωτικό πυρήνα: Τους φοιτητές. Τα πανεπιστήμια δεν αποτέλεσαν απλώς χώρους διαμαρτυρίας, αλλά περιβάλλοντα στα οποία υπήρχαν ήδη εμπειρίες συλλογικής οργάνωσης, καθημερινής επικοινωνίας και διαχείρισης κοινών υποθέσεων.

Μέσα σε αυτούς τους χώρους συγκροτήθηκαν οι φοιτητικές συνελεύσεις, τα γνωστά plenums. Οι συμμετέχοντες συζητούσαν, διαφωνούσαν, αποφάσιζαν, συντόνιζαν δράσεις και αναλάμβαναν την επίλυση των οργανωτικών προβλημάτων που δημιουργούσε η ίδια η κινητοποίηση. Η επανάληψη αυτών των διαδικασιών επέτρεψε στη συλλογική δράση να αποκτήσει διάρκεια, συνέχεια και συσσωρευμένη πολιτική εμπειρία. Σταδιακά, η πρακτική αυτή επεκτάθηκε πέρα από τα πανεπιστήμια, εμπνέοντας και τοπικές συνελεύσεις πολιτών.

Στην Ελλάδα, η κοινωνική κινητοποίηση διαμορφώθηκε διαφορετικά. Ο Σύλλογος Συγγενών Θυμάτων, τα εργατικά σωματεία, οι φοιτητικοί σύλλογοι και πολλές άλλες οργανώσεις συνέβαλαν καθοριστικά στη συγκρότηση ενός εξαιρετικά μαζικού κινήματος. Το κυρίαρχο πεδίο της κοινής του έκφρασης παρέμειναν, ωστόσο, οι δρόμοι και οι πλατείες, χωρίς να αναπτυχθεί ένας αντίστοιχος ενιαίος και διαρκής μηχανισμός συλλογικής πολιτικής απόφασης του συνολικού κινήματος.

Η διαφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Μια μαζική συγκέντρωση μπορεί να εκφράσει με τεράστια δύναμη την κοινή απαίτηση χιλιάδων ανθρώπων. Η συνέλευση, όμως, μπορεί να κάνει ένα επιπλέον βήμα: Να μετατρέψει τη διαμαρτυρία σε συλλογική απόφαση, να οργανώσει την εφαρμογή της, να αξιολογήσει τα αποτελέσματα και να επαναπροσδιορίσει τους επόμενους στόχους.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι συμμετέχοντες δεν εκφράζουν απλώς τις πολιτικές τους απαιτήσεις. Αποκτούν σταδιακά και την πρακτική ικανότητα να τις διαμορφώνουν, να τις επεξεργάζονται και να τις προωθούν συλλογικά. Η διαφορετική οργανωτική αφετηρία συνδέθηκε και με μια δεύτερη, εξίσου σημαντική διαφοροποίηση: Το ίδιο το περιεχόμενο της πολιτικής αμφισβήτησης.

Στην Ελλάδα, το κύριο επίδικο παρέμεινε η ασφάλεια των σιδηροδρόμων, η απόδοση ευθυνών, η κυβερνητική λογοδοσία και η δικαστική διερεύνηση της τραγωδίας. Η αμφισβήτηση έφθασε να αφορά ευρύτερα την αξιοπιστία των θεσμών και το κράτος δικαίου, χωρίς όμως να αποκτήσει έναν κοινό οργανωτικό φορέα που να διεκδικεί τη μεταβολή των ίδιων των διαδικασιών παραγωγής πολιτικών αποφάσεων.

Στη Σερβία, αντίθετα, η διαμαρτυρία διευρύνθηκε σταδιακά προς το συνολικό μοντέλο διακυβέρνησης, θέτοντας ζητήματα κομματικού ελέγχου της διοίκησης, ανεξαρτησίας των θεσμών, διαφάνειας των δημόσιων συμβάσεων και κατανομής της πολιτικής ισχύος. Η διεύρυνση αυτή δεν περιορίστηκε στις δημόσιες διακηρύξεις. Οι φοιτητές είχαν ήδη αρχίσει να εφαρμόζουν μια διαφορετική πρακτική συλλογικής απόφασης. Και όταν αποφάσισαν να διεκδικήσουν την εκλογική εκπροσώπηση, δεν αναζήτησαν απλώς έναν δημοφιλή ηγέτη που θα αναλάμβανε να εκφράσει το κίνημά τους.

Οι ίδιες οι συνελεύσεις διαμόρφωσαν κανόνες επιλογής υποψηφίων και άσκησαν ουσιαστικό έλεγχο στα πρόσωπα που επρόκειτο να τους εκπροσωπήσουν. Έφθασαν μάλιστα να αποκλείσουν από την εκλογική λίστα τον πρύτανη του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου, παρά τη δημόσια υποστήριξή του στο κίνημα. Η συλλογική οργάνωση είχε προηγηθεί της εκλογικής εκπροσώπησης και είχε καθορίσει τους όρους της. Αυτό αποτελεί ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της σερβικής εμπειρίας.

Η ελληνική διαδρομή και το εγχείρημα Καρυστιανού

Στην Ελλάδα, η μετάβαση από την κοινωνική κινητοποίηση στην οργανωμένη πολιτική διεκδίκηση ακολούθησε διαφορετική διαδρομή.
Η Μαρία Καρυστιανού απέκτησε ευρύτατη δημόσια αναγνώριση μέσα από τον αγώνα για τη δικαίωση των θυμάτων των Τεμπών. Η προσωπική της ιστορία, η δημόσια παρουσία της και η επιμονή στην απόδοση ευθυνών την ανέδειξαν σε ένα από τα περισσότερο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Η αναγνώριση αυτή αποτυπώθηκε εντυπωσιακά και στις δημοσκοπήσεις. Τον Οκτώβριο του 2025, η Marc κατέγραφε δυνητική υποστήριξη 32,3% για ένα ενδεχόμενο κόμμα υπό την ηγεσία της. Έναν χρόνο αργότερα, το ήδη συγκροτημένο κόμμα “Ελπίδα για τη Δημοκρατία” καταγραφόταν στο 2,6% στην εκτίμηση ψήφου της GPO. Παρότι τα δύο ποσοστά δεν αποτελούν απολύτως συγκρίσιμα μεγέθη, η μεγάλη υποχώρηση επιβεβαιώνεται και από τις διαδοχικές δημοσκοπήσεις μετά την ίδρυση του κόμματος.

Η εξέλιξη αυτή δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια συνηθισμένη δημοσκοπική διακύμανση. Θέτει ένα ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα: Τι ακριβώς εκπροσωπούσε η αρχική τεράστια απήχηση και γιατί δεν μετατράπηκε σε αντίστοιχη σταθερή υποστήριξη προς το συγκεκριμένο κομματικό εγχείρημα;

Μια ισχυρή εξήγηση είναι ότι η κοινωνική αναγνώριση της Καρυστιανού είχε συγκεντρώσει πολύ ευρύτερες πολιτικές προσδοκίες από εκείνες που μπόρεσε τελικά να εκφράσει το κόμμα της. Πολίτες διαφορετικών αντιλήψεων είχαν αναγνωρίσει στο πρόσωπό της μια απαίτηση για δικαιοσύνη, διαφάνεια και αλλαγή του τρόπου άσκησης της εξουσίας. Αυτό, όμως, δεν σήμαινε ότι είχαν συμφωνήσει σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα, ούτε ότι είχαν εξουσιοδοτήσει την ίδια να προσδιορίσει το περιεχόμενο αυτών των προσδοκιών.

Καθώς το νέο εγχείρημα άρχισε να αποκτά συγκεκριμένο πολιτικό και οργανωτικό περιεχόμενο, η απόσταση ανάμεσα στην αρχική κοινωνική προσδοκία και στην πραγματική κομματική του συγκρότηση έγινε περισσότερο ορατή. Οι διαδοχικές αποχωρήσεις στελεχών προσέθεσαν μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική διάσταση. Τον Αύγουστο του 2026, 22 αποχωρήσαντες κατήγγειλαν συγκεντρωτική λήψη αποφάσεων, ελλιπή εσωτερική διαφάνεια και περιορισμένη συμμετοχή της βάσης. Η ηγεσία αμφισβήτησε τις καταγγελίες, αλλά η δημόσια διαφωνία ανέδειξε ένα ζήτημα που υπερβαίνει τις προσωπικές αντιπαραθέσεις: Ποιος πραγματικά αποφασίζει μέσα σε έναν πολιτικό φορέα που επικαλείται τη δημοκρατική αναγέννηση;

Η απάντηση δεν μπορεί να αναζητηθεί αποκλειστικά στις διακηρύξεις του. Η παρουσίαση προτάσεων για τοπικές συνελεύσεις, αποκέντρωση ή θεσμικές μεταρρυθμίσεις έχει ασφαλώς πολιτικό περιεχόμενο. Δεν αναπληρώνει, όμως, την ανάγκη να προσδιοριστεί ποιος συγκροτεί το ίδιο το πολιτικό εγχείρημα, ποιος αποφασίζει για τις προτεραιότητές του και ποιος ελέγχει εκείνους που αναλαμβάνουν να το εκπροσωπήσουν.

Εδώ αναδεικνύεται η ουσιώδης διαφορά με τη σερβική εμπειρία. Στην Ελλάδα, ένα μέρος της κοινωνικής δυναμικής των Τεμπών μεταφέρθηκε σε μια κομματική πρωτοβουλία, συγκροτημένη γύρω από ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Στη Σερβία, οι πολιτικοί εκπρόσωποι προέκυψαν από μια ήδη συγκροτημένη διαδικασία συλλογικών αποφάσεων. Δεν πρόκειται απλώς για διαφορετικές οργανωτικές τεχνικές. Πρόκειται για διαφορετικές διαδρομές μετατροπής της κοινωνικής ισχύος σε πολιτική εκπροσώπηση.

Το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα

Η εκλογική νίκη της σερβικής Φοιτητικής Λίστας δεν σημαίνει ότι το κίνημα έχει ήδη επιτύχει μια συνολική μεταβολή της πολιτικής εξουσίας. Παραμένει, μάλιστα, μια καθοριστική εκκρεμότητα: Οι φοιτητικές συνελεύσεις απέκτησαν ουσιαστικό έλεγχο στην προεκλογική επιλογή των υποψηφίων, χωρίς να διαθέτουν αντίστοιχη δεσμευτική εξουσία επί των βουλευτών μετά την εκλογή τους.

Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί επομένως να αποτελέσει αφετηρία βαθύτερων θεσμικών αλλαγών. Μπορεί, όμως, και να οδηγήσει σταδιακά στην απορρόφηση της συλλογικής δυναμικής από τους συνηθισμένους μηχανισμούς κυβερνητικής εξουσίας.
Η έκβαση παραμένει ανοιχτή. Εκείνο που έχει ήδη συμβεί, ωστόσο, είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Στη Σερβία, ένα κοινωνικό κίνημα δεν περιορίστηκε να διεκδικεί διαφορετική διακυβέρνηση. Δημιούργησε δικούς του μηχανισμούς συλλογικής απόφασης, απέκτησε εμπειρία οργανωμένης πολιτικής δράσης και χρησιμοποίησε αυτή την ικανότητα για να συγκροτήσει και να ελέγξει, τουλάχιστον προεκλογικά, την πολιτική του εκπροσώπηση.

Η αντιπαραβολή με την ελληνική περίπτωση αναδεικνύει έτσι μια διάκριση βαθύτερη από την εκλογική επιτυχία ή τη δημοσκοπική υποχώρηση. Άλλο είναι να μεταφέρεται η κοινωνική αγανάκτηση σε ένα νέο πολιτικό πρόσωπο και άλλο να συγκροτούνται οι ίδιοι οι πολίτες σε συλλογικό φορέα πολιτικής απόφασης.

Στην πρώτη περίπτωση, η δημόσια αναγνώριση μπορεί να δημιουργήσει τεράστιες προσδοκίες χωρίς να έχει προηγηθεί η συλλογική διαμόρφωση του πολιτικού τους περιεχομένου. Στη δεύτερη, η ίδια η διαδικασία οργάνωσης και λήψης αποφάσεων μπορεί να παράγει μια νέα συλλογική πολιτική ικανότητα, η οποία δεν εξαντλείται στην εκλογική υποστήριξη ενός προσώπου.

Αυτή η διαφορά βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης. Διότι το αποφασιστικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα αναλάβει τη διακυβέρνηση μετά από μια μεγάλη κοινωνική αναταραχή. Είναι ποιος θα έχει την εξουσία να καθορίζει τι πρέπει να γίνει, με ποια εντολή και υπό ποιον έλεγχο.

Μια κοινωνία μπορεί να γεμίσει τις πλατείες της χωρίς να αποκτήσει μεγαλύτερη πολιτική εξουσία. Μπορεί, αντίθετα, μέσα από τη συστηματική άσκηση συλλογικών αποφάσεων, να αρχίσει να μεταβάλλει την ίδια τη σχέση της με την εξουσία. Αυτό είναι το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα που αναδεικνύει σήμερα η σύγκριση των Τεμπών με το Νόβι Σαντ: Όχι μόνο πώς μια κοινωνία αμφισβητεί την εξουσία, αλλά πώς αποκτά την ικανότητα να την ασκεί η ίδια.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx