Τι είδους συνταγματική αναθεώρηση χρειαζόμαστε;

Γιώργος Σωτηρέλης
362
Τι είδους αναθεώρηση χρειαζόμαστε;, Γιώργος Σωτηρέλης

Τώρα που αποκαλύφθηκε, επιτέλους, η συνταγματική πολιτική των κομμάτων, το πρώτο ερώτημα που τίθεται επί τάπητος αφορά, κατά την άποψή μου, το ζήτημα της αρχής: χρειαζόμαστε όντως συνταγματική αναθεώρηση και αν ναι τι είδους αναθεώρηση; Το ελληνικό Σύνταγμα του 1975 υπήρξε αναμφίβολα ένα εξαιρετικά σημαντικό Σύνταγμα, που σφράγισε την εποχή της μεταπολίτευσης, αλλά και επανασυνέδεσε, με καθυστέρηση 30 χρόνων, τον ελληνικό με τον μεταπολεμικό ευρωπαϊκό συνταγματισμό, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου υπήρξαν οι ευρύτατες συναινέσεις και συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν ως προς τις θεμελιώδεις επιλογές τους.

Αντίστοιχες συναινέσεις επιτεύχθηκαν και στο Σύνταγμα του 1975, με μοναδική εξαίρεση τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, η κατάστρωση των οποίων, υπαγορευμένη από την προσωπική πολιτική στρατηγική του Κωνσταντίνου Καραμανλή, είχε έντονα πατερναλιστικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο οι αρμοδιότητες αυτές, παρότι δεν ασκήθηκαν, καταργήθηκαν κατά ένα μεγάλο μέρος με την πρώτη συνταγματική αναθεώρηση, του 1986, υπαγορευμένη πλέον από την πολιτική στρατηγική του Ανδρέα Παπανδρέου για τις εκλογές του 1985.

Οι αδυναμίες του Συντάγματος του 1975

Το μοντέλο που επικράτησε έκτοτε, έως και σήμερα, είναι αυτό της πλέον αποδυναμωμένης εκδοχής της προεδρευόμενης δημοκρατίας. Το μοντέλο αυτό, όμως, ανέδειξε εύγλωττα τις αδυναμίες του κατά την πρόσφατη περίοδο της κρίσης, όταν η εκτελεστική λειτουργία βρέθηκε χωρίς έναν δεύτερο ισχυρό πόλο, που θα μπορούσε να υπερβεί το κατακερματισμένο κομματικό τοπίο και να αναλάβει ενωτικές πρωτοβουλίες για την επικράτηση εθνικά επωφελών πολιτικών. Ωστόσο, η άκριτη συρρίκνωση των προεδρικών αρμοδιοτήτων δεν ήταν το μόνο συνταγματικό πρόβλημα που ανέδειξε η κρίση.

Το πρώτο που πρέπει να παρατηρήσουμε είναι ότι το Σύνταγμά μας δεν αποδείχθηκε, εν τέλει, αθώο ούτε για τα αίτια αυτής της κρίσης. Είτε λόγω προβληματικών ρυθμίσεων είτε λόγω της παράλειψης κρίσιμων εγγυήσεων επέτρεψε –ή έστω δεν απέτρεψε– την επικράτηση ενός ιδιότυπου κοινωνικοπολιτικού καθεστωτισμού, με κύρια χαρακτηριστικά την προνομιακή μεταχείριση του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου, τον καταθλιπτικό ρόλο του μαύρου πολιτικού χρήματος, την ασυδοσία των ιδιωτικών ηλεκτρονικών ΜΜΕ, την κοινοβουλευτική φαυλοκρατία και την πελατειακό κρατισμό.

Περαιτέρω το Σύνταγμά μας, έστω και υπό την αδυσώπητη πίεση του δικαίου της ανάγκης –αλλά και ανεξάρτητα ενίοτε από αυτήν– δεν αποδείχθηκε αρκούντως ανθεκτικό ούτε στην παραβίαση κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων, ούτε σε παρεκτροπές ως προς την άσκηση του νομοθετικού έργου.

Έχω διατυπώσει επανειλημμένα την αντίθεσή μου στον «συνταγματικό λαϊκισμό», που βαφτίζει αντισυνταγματικό οτιδήποτε μη αρεστό πολιτικά, τροφοδοτώντας μια ισοπεδωτική λογική που θεωρεί ότι το Σύνταγμα έγινε ένα άνευ σημασίας κουρελόχαρτο και άρα ότι μια παραβίαση πάνω μια παραβίαση κάτω δεν έχει σημασία. Ωστόσο, δεν μπορώ να παραβλέψω και το ότι πράγματι υπήρξε ένας ιδιότυπος συνταγματικός μιθριδατισμός, με παραβιάσεις σε δόσεις, ώστε να τις συνηθίζουν οι πολίτες αλλά και να τις «καλύπτουν» πιο εύκολα τα Δικαστήρια. Με βάση τα ανωτέρω, θεωρώ ότι η συνταγματική μας τάξη, χρειάζεται επειγόντως αλλαγή παραδείγματος.

Αλλαγή της διαδικασίας της αναθεώρησης

Την αλλαγή αυτή θα μπορούσε να σηματοδοτήσει, αφετηριακά, η αλλαγή της ίδιας της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος, που κατά την κρατούσα πλέον γνώμη είναι συνταγματικά επιτρεπτή. Η εν λόγω διαδικασία (άρθρο 110 Σ) είναι υπερβολικά δυσκίνητη αλλά και μπορεί να επιφυλάξει δυσάρεστες εκπλήξεις στην δεύτερη φάση της αναθεώρησης (ιδίως αν στην πρώτη φάση οι προτάσεις για τις αναθεωρητέες διατάξεις είναι γενικόλογες και ψηφισθούν με την αυξημένη πλειοψηφία των 3/5, όπως συνέβη με το επαγγελματικό ασυμβίβαστο στην αναθεώρηση του 2001).

Με δεδομένο λοιπόν ότι κανείς δεν ξέρει ποιος θα είναι ο συσχετισμός μετά τις εκλογές και ποιες θα είναι οι τελικές αποφάσεις (πολλώ μάλλον αν ληφθούν με πλειοψηφία 151 βουλευτών) είναι δικαιολογημένες οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται από πολλές πλευρές, για μια άνευ όρων συμπερίληψη ορισμένων κρίσιμων συνταγματικών άρθρων στα αναθεωρητέα.

Εν όψει όλων αυτών των προβλημάτων έχει ωριμάσει πλέον η ιδέα ότι η αναθεώρηση πρέπει να ολοκληρώνεται σε μια μόνο Βουλή, με δύο ψηφοφορίες που θα απέχουν μεταξύ τους ένα μήνα. Η απαιτούμενη πλειοψηφία, όμως, κατά την άποψή μου, πρέπει να ανέλθει στα 2/3 σε αμφότερες, όπως ισχύει ήδη για την αλλαγή του εκλογικού συστήματος και τη νομοθετική ρύθμιση της ψήφου των εκτός επικρατείας πολιτών.

Από εκεί και πέρα, η επιλογή της αλλαγής παραδείγματος σημαίνει, ιδίως, μια συνολική συνταγματική πολιτική, συνδεδεμένη με τις νέες ανάγκες της χώρας, η οποία: Πρώτον θα απομακρυνθεί από την εμβαλωματική και αποσπασματική λογική της άτολμης και άχρωμης αναθεώρησης του 2001. Δεύτερον, θα εστιασθεί κυρίως στις ως άνω παθογένειες και υστερήσεις, προκειμένου να υπάρξει θεσμική και εγγυητική αναβάθμιση του ισχύοντος Συντάγματος, όπως θα προσπαθήσω να την προσδιορίσω με μια σειρά ειδικότερων παρεμβάσεων στις φιλόξενες στήλες αυτής της ιστοσελίδας.