Delivery…

Αλεξάνδρα Μητσιάλη
12
Delivery…, Αλεξάνδρα Μητσιάλη

Γράφει η Αλεξάνδρα Μητσιάλη  – 

Καντεμιά. Έχει έξι γύρους, δύο παντσέτες μερίδα και μία caesar’s να παραδώσει και οι δρόμοι στο συνδυασμό τους δε βολεύουν και του πέφτουν μακριά. Συνήθως τέτοια ώρα οι παραγγελίες είναι περιορισμένες και το πράγμα σπιντάρει από τις οκτώ και μετά. Αλλά σήμερα…

Και βάζει τα δυνατά του στους ελιγμούς ανάμεσα στα αυτοκίνητα που προχωρούν σημειωτόν και φρακάρουν  διπλή φορά στα φανάρια κι επιχειρεί ανεβοκατεβάσματα στα πεζοδρόμια εκεί που είναι σχετικά ανεκτά από πεζούς και κοπανάει κάμποσα συγνώμη με τα μάτια καρφωμένα στις πλάκες, βρώμικες από τα σκουπίδια που σέρνουν τα σούπερ-μάρκετ και τα φαγάδικα, προσεκτικός γιατί την προηγούμενη τον σταμάτησε τροχονόμος που εμφανίστηκε ξαφνικά και του έκανε αυστηρή σύσταση και τον απείλησε υπενθυμίζοντας ότι αυτή τη φορά δεν του κόβει κλίση, την επόμενη όμως…

Αλλά ο Σταμάτης βιάζεται, γιατί το ραντεβού είναι στις επτά και δε θα έχει στη διάθεσή του παρά είκοσι λεπτά, το διάλειμμα δηλαδή που του επιτρέπει το αφεντικό στο δεκάωρο μπορεί και δωδεκάωρο που δουλεύει καθημερινά στο γυράδικο-ψησταριά: αρνί στη σούβλα, κοντοσούβλι, μπριζόλα καπνιστή, παντσέτα γεμιστή, κοκορέτσι και σάντουιτς επινόησης του ψήστη που έχει έμπνευση και γούστο σεφ, και του αρέσουν ιδιαιτέρως του Σταμάτη αυτά τα σάντουιτς και τα δοκιμάζει με τη σειρά όταν τελειώνει η βάρδια του κατά τις δύο.

Η δική της παραγγελία ήταν σταθερή: γύρο κοτόπουλο μερίδα και σαλάτα του σεφ, δυο φορές την εβδομάδα πάντα την ίδια ώρα. «Οδός Κουσίδου, λίγο πριν τα κοιμητήρια».

Εμφανιζόταν στην πόρτα συνήθως με μακρύ φόρεμα και μεγάλα μπλε μάτια, έπαιρνε από τα χέρια του το πακέτο και του έδινε ενισχυμένο μπουρμπουάρ, τέσσερα ευρώ για παραγγελία των δέκα, και του έλεγε ευχαριστώ καρφώνοντάς τον για λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω από όσο κρατάει το πάρε-δώσε του βιαστικού delivery μπροστά σε μια συνηθισμένη πόρτα.

Βαθύ πορτοκαλί σχεδόν κόκκινο και αναγκάζεται να φρενάρει ο Σταμάτης κι αφήνει το δεξί χέρι κάτω να χαλαρώσει, γιατί τόση ώρα φρένο γκάζι, γκάζι  φρένο πόνεσε από το σφίξιμο. Είχε διαλέξει την πιο μακρινή αγγελία από την Καλλιθέα, δεν ήθελε να δουλεύει delivery στη γειτονιά του όπου, όσο να πεις, όλο και πάνω σε κάποιο γνωστό θα έπεφτε. Όχι ότι ήταν ο μόνος με πτυχίο πάνω στο δίτροχο της συμφοράς αλλά το έφερνε κάπως βαρέως, θα προτιμούσε το φροντιστήριο έστω για τέσσερα ευρώ την ώρα και στο χέρι το ένσημο, γιατί τη γούσταρε τη φυσική και του άρεσε να δείχνει στα παιδιά τα μυστικά της κίνησης, της ενέργειας, του χρόνου με παραδείγματα που είχε ο ίδιος επινοήσει κρίνοντας από τις απογοητευτικές εμπειρίες της σχολικής προϊστορίας του.

Την πέμπτη εβδομάδα τον τράβηξε από το χέρι και τον έβαλε στο σπίτι της. Του πήρε το πακέτο, το άφησε στο διπλανό τραπεζάκι και χάιδεψε το πρόσωπό του με τα δάχτυλά της. Μετά κατέβασε τα δάχτυλα στους ώμους, στο στήθος, στα μπράτσα του. Όταν τα δάχτυλά της έφτασαν  στη ζώνη του παντελονιού του εκείνος είχε μουδιάσει κανονικά.

Έκτοτε υπήρξε ιδιαίτερα ευγενική. Ποτέ δεν τον φίλησε στο στόμα, ποτέ δεν τον ρώτησε για την οικογένεια, τη δουλειά του, κάτι προσωπικό ποτέ. Την ώρα μόνο που του άνοιγε την πόρτα για την αποχώρηση τον κάρφωνε με τα μπλε μάτια για λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω απ’ όσα δικαιολογεί μια φευγαλέα ευχαριστία φύσεως επαγγελματικής.

Κοίταξε το ρολόι στην αλλαγή του πράσινου και γκάζωσε για την τελευταία παντσέτα και την caesar’s, μάλλον θα προλάβαινε,  στο διάολο όλο αυτό το άγχος και το καμπούριασμα που χαντάκωνε τη μέση του αλλά την ψησταριά την προτίμησε γιατί δεν ήθελε να ξαναπεράσει από τον ΟΑΕΔ και τις επιδοτούμενες θέσεις εργασίας: υπάλληλος γραφείου, χειριστής κεντητικών μηχανών, βοηθός λογιστή, υπάλληλος μπουφέ, πωλήτρια, προκλητικά ελάχιστες για την αμέτρητη άνεργη ουρά. Και κυρίως επειδή δεν ήθελε να βλέπει τις τοιχοκολλημένες ανακοινώσεις των σεμιναρίων: «Ποιότητα ζωής και ανεργία», «Δωρεάν εργαστήρια ενδυνάμωσης και ψυχικής ανθεκτικότητας άνω των 50». Να τους πει αυτός τι ανθεκτικότητα έχεις στην κατάθλιψη όταν σε απολύουν στα πενήντα, όπως τον πατέρα του. Να τους πει αυτός τι ποιότητα ζωής έχει η μάνα του που προσέχει μια ξεμωραμένη γιαγιά, που ψελλίζει στα φαντάσματά της, τα αμολάει παντού σαν κρυωμένο μικρό παιδί και ουρλιάζει όταν την καθαρίζει στην μπανιέρα.

Ήταν ευγενική. Και τα χρήματα στην τσέπη του τα έβαζε όταν εκείνος έμπαινε στην τουαλέτα να πλυθεί. Και ποτέ δεν ανέφερε τίποτα ούτε έλεγε ευχαριστώ ή κάτι που θα μπορούσε να την προδώσει. Κι εκείνος έφευγε σαν να μην είχε καταλάβει, σαν να μην είχε βάλει ποτέ το χέρι στην τσέπη, σαν να μην ήξερε. Και με τον ίδιο τρόπο ερχόταν την επόμενη φορά. Δις εβδομαδιαίως «Οδός Κουσίδου, λίγο πριν τα κοιμητήρια».

Κοίταξε πάλι το ρολόι. Ήταν παρά δέκα επτά. Θα προλάβαινε.