Η πρεσβυωπία

Αλεξάνδρα Μητσιάλη
6

της Αλεξάνδρας Μητσιάλη  – 

Κόβει τα κρεμμύδια μεγάλες ροδέλες και τα ρίχνει στο λάδι για να τα ψήσει σε σιγανή φωτιά ώσπου να βγάλουν όλη τη γλύκα τους, συνήθεια σχετικά πρόσφατη, υιοθετημένη από τους μόδιστρους της υψηλής μαγειρικής πρακτικής, τις ώρες της απογευματινής πλήξης, όταν πέφτει σιγά σιγά το σκοτάδι έξω από το παράθυρο και η μέρα γλιστράει ακόμα μια φορά μέσα απ’ το τζάμι και το μοναδικό πράγμα που μπορεί έστω ελάχιστα να την παρηγορήσει γι’ αυτό το αναπόφευκτο μικρό καθημερινό τέλος είναι η ζωή της τηλεόρασης, οι δυνατές φωνές των κοριτσιών και των αγοριών που σχολιάζουν ασταμάτητα και χαχανίζουν, με ή χωρίς μαγειρικά σκεύη, γεμίζοντας το στενό σπίτι που τέτοιες ώρες γίνεται ακόμα στενότερο.

Σπρώχνει με τους κόμπους των δαχτύλων στη μύτη της τα πρεσβυωπικά γυαλιά και κοιτάζει από κοντά το κρέας μέσα στο τσιγαρισμένο λάδι να ροδοκοκκινίζει και το αναποδογυρίζει γρήγορα δυναμώνοντας τη φωτιά. Και πάντα όταν κόβει το κρεμμύδι, όταν ρίχνει το λάδι, όταν αλατοπιπερώνει, όταν ανακατεύει τα διάφορα υλικά φοράει τα γυαλιά της πρεσβυωπίας.

Δεν πάει πολύς καιρός που διαβάζοντας το βιβλίο της, μισοφωτισμένο μέσα από το σκούρο ύφασμα του πορτατίφ και τα κρόσια του, κατάλαβε ότι δεν μπορoύσε να απομακρύνει άλλο τα χέρια της για να βλέπει καλύτερα, ότι τα χέρια της ήταν με έναν αναπότρεπτο τρόπο, εντελώς ανώφελο στη συγκεκριμένη περίπτωση, συναρθρωμένα με το υπόλοιπο κορμί και ότι η  προέκταση χεριών δεν είχε ακόμα εφευρεθεί -και ούτε στη διάρκεια του βιολογικού της χρόνου επρόκειτο- και ως εκ τούτου τα γυαλιά πρεσβυωπίας τής ήταν απαραίτητα.

Από τότε τα έχει κρεμασμένα στο πέτο της, με κείνο το λεπτεπίλεπτο κορδόνι από σιλικόνη που της χάρισαν στο κατάστημα των οπτικών, για να είναι ετοιμοπόλεμη: όταν μαγειρεύει, όταν τρώει, όταν ψάχνει να χτυπήσει το εισιτήριό της στο λεωφορείο από τη σωστή πλευρά, όταν περπατάει στον δρόμο και πλησιάζει με τρόπο να κοιτάξει στις βιτρίνες των μαγαζιών και στους στενόμακρους λερούς καθρέφτες το πρόσωπο και το μαλλί της, για να εξακριβώσει ακόμα μια φορά ότι δεν έχει τραβήξει με το τσιμπιδάκι όλες τις τρίχες από το πιγούνι της ή ότι το μουστάκι και το φρύδι της έχουν και πάλι πυκνώσει και ότι γενικά οι φροντίδες για τη διατήρηση μιας σχετικής εξωτερικής τάξης ξεπερνούν το κουράγιο της και προδίδουν τα ανύπαρκτα κίνητρά της.

Αδειάζει πάνω στο κρέας που τσιτσιρίζει το ποτηράκι με το κοκκινέλι, αγορασμένο από το αντικρινό μαγαζί που πουλάει, υποτίθεται, σκέφτεται η Νίκη, κρητικά προϊόντα, γιατί δεν εμπιστεύτηκε ποτέ τον χοντρό μαγαζάτορα με το λιπαρό θολωμένο βλέμμα που πέφτει στους κώλους των περαστικών κοριτσιών και τους ακολουθεί καρφωμένο μέχρι να στρίψουν στη γωνία. Και γιατί όταν φοράει τα γυαλιά πρεσβυωπίας της ανακαλύπτει πάντα ότι η μπλούζα του είναι γεμάτη λεκέδες και μέσα από τα νύχια στα φουσκωμένα του δάχτυλα έχει κολλήσει άπλυτη μαύρη βρωμιά.

Με τα γυαλιά πρεσβυωπίας ο κόσμος της απέκτησε ξανά τη διάσταση της λεπτομέρειας που πολλές φορές η Νίκη θα ήθελε να αποφύγει. Ξαναβρήκε τα βιβλία της, χωρίς πια να τα επιλέγει με κριτήριο το μέγεθος της γραμματοσειράς. Είδε και πάλι τους κόκκους του πιπεριού πάνω στα κολοκυθάκια, πόσο όμορφο κάνει η πάπρικα το πρασόρυζο, τις κιτρινίλες στο τραπεζομάντηλο του σαλονιού, τα μικροσκοπικά κόκαλα στα ψάρια που ψήνει τις Τρίτες από τη λαϊκή, εκείνο το ύπουλο σκίσιμο στην κουρτίνα της κουζίνας, το ανείπωτο στην ασπρόμαυρη φωτογραφία της μάνας της.

Γι’ αυτό και τώρα, που χτυπάει το κουδούνι ο Μήτσος, η Νίκη φροντίζει να βγάλει τα γυαλιά πρεσβυωπίας από τα μάτια της. Τυλίγει αργά τη σιλικόνη στο κέντρο τους και τα τοποθετεί στην πλαστική τους θήκη πάνω στο μαντιλάκι. Κάθε βράδυ, όταν ο Μήτσος επιστρέφει από το καφενείο, η Νίκη αφήνει το βλέμμα της να επιστρέψει στην προτέρα κατάσταση, σε εκείνο το φυσικό φλουτάρισμα που σβήνει τις σπασμένες φλέβες από το ούζο και τη ρετσίνα στη μύτη και στα μάγουλα, που απλώνει μια ιδιότυπη καλυπτική κρέμα στο βλογιοκομμένο δέρμα και στη συμφραζόμενη φθορά, που κάνει το κενό στα ζαλισμένα μάτια να μην ανιχνεύεται. Μέχρι τη στιγμή που θ’ ακούσει τον ρόγχο του ύπνου δίπλα της στο βαθουλωμένο μαξιλάρι, θα μεταφέρει το χέρι του κουρσούμι από το στήθος της μέσα στο πάπλωμα και θα ανοίξει το βιβλίο της. Τότε και μόνο τότε ξαναφορά η Νίκη τα πρεσβυωπικά γυαλιά.