Μία «Καντάτα» και μία «Σπουδή» για να γίνει η ανάγκη ιστορία

Βαγγέλης Σαρακινός
465
Μία «Καντάτα» και μία «Σπουδή» για την πάλη να γίνει η ανάγκη ιστορία, Βαγγέλης Σαρακινός

Ένα ιστορικό μουσικό έργο, δύο ποιητές που έγραψαν για τον λαό και παραλλήλως προχώρησαν την Τέχνη τους και ένα ιστορικό κόμμα: Αυτοί είναι οι πυλώνες της συλλεκτικής έκδοσης του βιβλίου-CD «Καντάτα για τη Μακρόνησο-Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη», η οποία είναι αφιερωμένη στα 100 χρόνια από την ίδρυση του ΚΚΕ.

Η φρίκη και ο εφιάλτης της Μακρονήσου, όπως αποτυπώθηκε στον «Πέτρινο Χρόνο» του Γιάννη Ρίτσου και οι ελπίδες και οι προβληματισμοί της Οκτωβριανής Επανάστασης, όπως τις είδε το κοφτερό πνεύμα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκη, δένουν αρμονικά και ανάρμοστα, στην τονική και ατονική μουσική του Θάνου Μικρούτσικου, στο πρωτοποριακό και κλασσικό έργο του «Καντάτα για τη Μακρόνησο-Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη», που παρουσίασε για πρώτη φορά το 1976. Αυτό το έργο, και συνολικά την μουσική δημιουργία του Θάνου Μικρούτσικου, επέλεξε το ΚΚΕ για τις εκδηλώσεις μνήμης και τιμής για τα 100 χρόνια από την ίδρυσή του.

«Ο Θάνος Μικρούτσικος συνέλαβε και απέδωσε μουσικά την διαχρονική αξία των ποιημάτων του «Πέτρινου Χρόνου» του Γιάννη Ρίτσου, το εγκώμιο στον νέο ανθρωπισμό που μπορεί να ανθίζει και να αναπτύσσεται κάτω από τις πιο ακραίες συνθήκες πόνου και απόγνωσης κατανικώντας ακόμα και τον ίδιο τον θάνατο. Όπως ο κομμουνιστικός ανθρωπισμός έρχεται από το μέλλον, έτσι και η φόρμα της «Καντάτας» φέρνει ως τις μέρες μας στοιχεία του μέλλοντος στην μελοποίηση της» υπογράμμισε ο κ. Κουτσούμπας.

Ο ΓΓ του ΚΚΕ αναφέρθηκε και στην εξίσου πρωτοποριακή φόρμα της «Σπουδής στα ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη», μεταφρασμένα από τον Γιάννη Ρίτσο, σημειώνοντας ότι «για τον Μικρούτσικο το νέο περιεχόμενο που εισηγείται στην Τέχνη είναι αυτό που του υπαγορεύει την ανανέωση στην φόρμα, χωρίς να εντυπωσιάζει με ψεύτικους νεωτερισμούς».

Μια νέα γραφή από έναν ακούραστο δημιουργό

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η συλλεκτική έκδοση δεν είναι απλά μια επανέκδοση του δίσκου του 1976. Ο Θάνος Μικρούτσικος ξαναδούλεψε το έργο, πρόσθεσε νέα στοιχεία στην ηχογράφηση και σε αρκετά σημεία έκανε νέες ενορχηστρώσεις. Διατήρησε ωστόσο απόλυτα  τις εναλλαγές ατονικής-τονικής μουσικής, κρατώντας όλα εκείνα τα στοιχεία που ανέδειξαν την Καντάτα ως πρωτοποριακό έργο στην πρώτη έκδοσή της, την κατέστησαν κλασσικό στην συνέχεια, και σήμερα της δίνουν τα χαρακτηριστικά μιας νέας πρωτοπορίας.

Και όλα αυτά σε μία σχέση διαλεκτική, όπως σχολίασε ο κ. Κουτσούμπας τονίζοντας, ότι ο Θάνος Μικρούτσικος έκανε «πιο στέρεη την πρωτοποριακή φόρμα της αρχικής εκδοχής, επιβεβαιώνοντας και με αυτόν τον τρόπο ότι αν και πολυγραφότατος δεν επαναλαμβάνεται, αν και απόλυτα καταξιωμένος δεν επαναπαύεται, είναι ακαταπόνητος και απαιτητικότατος από τον εαυτό του, τον οποίο σε κάθε έργο του καταφέρνει να τον ξεπερνά διαλεκτικά, έτσι που να τον εμπεριέχει, αλλά σε ένα καινούργιο, παραπάνω κάθε φορά επίπεδο».

Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού η διαλεκτική αποτελεί θεμέλιο λίθο της αριστερής σκέψης, της πάλης για την αλλαγή, του αγώνα και των αγωνιών των λαών και των εργαζομένων, και ως τέτοια διαπερνά και το έργο των δημιουργών που πίστεψαν, τίμησαν και τιμούν αυτές τις αγωνίες και αυτούς τους αγώνες.

Ο κ. Κουτσούμπας ευχαρίστησε όλους τους συντελεστές, εκείνους που μετείχαν στην πρώτη έκδοση και «ευγενικά παραχώρησαν τα δικαιώματά τους για την παρούσα», καθώς και όσους συνέβαλαν σε αυτό «το δώρο του Θάνου Μικρούτσικου». Ένα δώρο, που όπως είπε, δεν απευθύνεται «μόνο στα μέλη και στους φίλους του ΚΚΕ, αλλά σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που το τελευταίο μισό σχεδόν ολόκληρης της ζωής του κόμματός μας εμπνέονται, εμψυχώνονται, κατανοούν τον κόσμο και αγωνίζονται να τον αλλάξουν συντροφιά με τη μουσική και μέσα από τη μουσική του».

Με την υπογραφή του Θάνου

Στις δύο διαστάσεις της ζωής του, την μουσική και την ποίηση αναφέρθηκε ο Θάνος Μικρούτσικος, κάνοντας μια αναδρομή στην πορεία του και στην καθοριστική για την τέχνη του συνάντησή του με τον Γιάννη Ρίτσο και το ποιητικό του έργο. Ανέφερε επίσης ότι η αρχή της μελοποίησης της «Καντάτας» και της «Σπουδής» έγινε το καλοκαίρι του 1975 και ότι σε αυτό το έργο ένωνε δύο κόσμους: Εκείνον της σύγχρονης μουσικής και του τραγουδιού με «την μοναδική ως ιέρεια αρχαίας τραγωδίας» Μαρία Δημητριάδη.

Ο Θάνος Μικρούτσικος δεν παρέλειψε να τονίσει ότι σε αυτήν την κατεύθυνση ένωσης «δύο κόσμων» είχαν προηγηθεί οι «Όρνιθες» του Μ. Χατζιδάκι, το «‘Αξιον Εστί» του Μ. Θεοδωράκη και ο «Μπολιβάρ» του Ν. Μαμαγκάκη, ενώ αναφερόμενος στον Μαγιακόφσκι είπε ότι, με την  μεγάλη τέχνη του εξέφρασε την «πιο δημιουργική και απελευθερωτική δεκαετία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος στα περίπου 6000 χρόνια ταξικών κοινωνιών: Την δεκαετία του 1920 στην ΕΣΣΔ».

Σε ό,τι αφορά την ιστορία της Καντάτας, ο δημιουργός θύμισε ότι εκδόθηκε το 1976 και ό,τι ακολούθησαν δύο παραστάσεις στο Σπόρτινγκ στην Αθήνα για να ταξιδέψει στην συνέχεια, το 1981 στην Λαϊκή Όπερα του Βερολίνου, το 1982 στη Βιέννη και το 1983 στην Όπερα της Γλασκόβης. Ο Θάνος Μικρούτσικος μίλησε επίσης για την εξαιρετική τιμή που του έκανε το ΚΚΕ να τον καλέσει για τρεις συναυλίες με τα έργα αυτά και εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του.

«Εγώ είμαι οριστικά μαζί με το ΚΚΕ και έχω ένα καθήκον, όπως και άλλοι: Να προσπαθήσουμε με τα γραπτά μας, με τις δημόσιες παρεμβάσεις μας, με την τέχνη μας να ξανακάνουμε γοητευτική την εικόνα του κόσμου που θέλουμε τελικά να πάμε, σε μια κοινωνία που ο άνθρωπος θα αυτοπραγματωθεί. Το οφείλουμε στις επόμενες γενιές που έρχονται. Δεν θέλουμε ένα πλανήτη βάρβαρο, ένα πλανήτη έρημο. Θέλουμε μια κοινωνία που ο ψαράς θα γράφει ποιήματα και ο ποιητής θα ψαρεύει», τόνισε χαρακτηριστικά ο μεγάλος μουσικός.

Για αυτήν την ιδιαίτερη παρέμβαση του Θάνου Μικρούτσικου στην Τέχνη είχε μιλήσει νωρίτερα και ο ΓΓ του ΚΚΕ, υπογραμμίζοντας ότι ο δημιουργός Θάνος Μικρούτσικος όρισε ως σκοπό της: «Να μην εξαντλείται σε θρηνωδίες για τη βάρβαρη πραγματικότητα, αλλά να αποκαλύπτει τις αιτίες της, να βοηθά τους ανθρώπους να επενεργήσουν σε αυτήν την πραγματικότητα για να την ανατρέψουν, να την εξανθρωπίσουν. Γιατί πρόκειται για έργο που εξέφρασε την ουσία, όχι μόνο μιας συγκεκριμένης αυστηρά περιόδου, αλλά ολόκληρης της ιστορικής εποχής μας. Και γι αυτό, όπως και όλα τα μεγάλα καλλιτεχνικά έργα που πέτυχαν αντίστοιχους στόχους, αποτελεί πραγματικό μνημείο δόξας γι αυτούς που το ενέπνευσαν παλεύοντας να κάνουν πραγματικότητα τον πιο προωθημένο στόχο της ανθρωπότητας».