Να μάθεις να αφηγείσαι την ευτυχία

Μυρένα Σερβιτζόγλου
36

της Μυρένας Σερβιτζόγλου  – 

Γνώριζε δύο γυναίκες, γεννημένες και μεγαλωμένες στην ίδια πόλη, αλλά εντελώς αντίθετες. Το άσπρο και το μαύρο.

H πρώτη, είχε βιώσει παιδιόθεν την δυσθυμία της μητέρας της ως απόρριψη. Δεν θυμάται την μητέρα της να την αγαπάει, ή να αγαπάει την μητέρα της. Θυμόταν μόνο φόβο, έως και τρόμο, ήταν το κόστος που πλήρωνε για να αισθάνεται δίπλα της την μόνη ασφάλεια. Την παιδική και εφηβική της ηλικία συνόψιζε μία ατάκα της Τερέζας στην “Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι”. «Το κύριο στοιχείο ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης δεν είναι η βία, αλλά η παντελής έλλειψη προσωπικού χώρου και χρόνου». Η Τερέζα και η ίδια είχαν μεγαλώσει σε ένα τέτοιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Γι’ αυτό και οι δύο μεγάλωσαν σε γιάφκα. Με πυρομαχικά και όπλα τα βιβλία. Η Τερέζα τριγυρνούσε και ταξίδευε συνεχώς με ένα βιβλίο υπό μάλης. Εκείνη για περισσότερο από δέκα χρόνια δεν ζούσε, ανέπνεε και αναγίγνωσκε.

Στα σοβαρά προβλήματα υγείας των δύο γονιών της, υπήρχαν πάντοτε παράλληλα οι ακόμα πιο απειλητικές οικονομικές εκκρεμότητες της οικογενειακής επιχείρησης. -Φύγε παιδί μου να σωθείς, της είχε πει κατακαλόκαιρο ένα πρωινό η μητέρα της στο ακροθαλάσσι. Ακόμη θυμάται, όπως είχαν ξαποστάσει στην νωπή αμμουδιά, τον ήμερο κυματισμό στα πόδια τους. Κι έφυγε.

Από την βόρεια υγρή πόλη της περιφέρειας βρέθηκε στην πρωτεύουσα. Εκεί ακριβώς που χρόνια ήθελε να ζήσει. Την έβρισκε πολύ περισσότερο δημοκρατική σε σύγκριση με την γενέτειρα συμπρωτεύουσα, που ήταν μπετόν αρμέ, απόρθητο φρούριο της συντηρητικότητας. Αλλά κι εκεί όλα δύσκολα τα έκανε, διότι ήταν ο μοναδικός τρόπος να κάνει τα πράγματα. Και ο μοναδικός τρόπος που είχαν τα πράγματα να ορθώνονται απέναντί της. Ενάντια.

Στα πόδια του Ολύμπου

Η δεύτερη, όμως. Είχε γεννηθεί καταχείμωνο μέσα στα χιόνια, μες στην αλμύρα της Θεσσαλονίκης λίγα μόλις μέτρα από το παλιό λιμάνι. Και είχε μεγαλώσει σε μία από τις πιο εύφορες και όμορφες περιοχές της Ελλάδος, στην ποδιά του Ολύμπου. Η μητέρα της έκανε πάντα ό,τι καλύτερο μπορούσε για εκείνη και την αδελφή της, και ο πατέρας της τους αγαπούσε με τον πιο γνήσιο τρόπο που κατείχε. Τα μεγάλα καλοκαίρια τα περνούσε στην θάλασσα, μεγάλωνε με το αλάτι και παιδικούς φίλους. Είχαν πάντοτε το πιο όμορφο λευκό μαλλιαρό σκυλάκι. Τώρα πια τρίτη γενιά. Οι γονείς της την σπούδασαν, ό,τι καλύτερο μπορούσαν και δεν μπορούσαν από μόρφωση, της το είχαν προσφέρει. Και μετά ήρθαν τα πολύ δύσκολα. Που όμως τα άντεξαν.

Της πήρε πολλά χρόνια να καταλάβει ότι είτε αφηγούταν την μία, είτε διηγούταν την άλλη, μιλούσε για το ίδιο πρόσωπο. Το φως και το σκοτάδι είναι οι γλώσσες που σου μαθαίνουν να μιλάς. Για χρόνια γνώριζε μοναχά την πρώτη.

Ο Ρολάν Μπαρτ εξομολογούταν ότι διόλου δεν τα κατάφερνε με τις ξένες γλώσσες. Και ότι το γεγονός ότι δεν είχε καμία έφεση σε αυτές, ήταν η ανεστραμμένη όψη ενός μεγάλου έρωτα. Του έρωτα της μητρικής. Η πρώτη, αν δεν τα κατάφερνε με την ζωή, κι αν όλα ήξερε να τα αφηγείται σκιώδη και βλοσυρά, ήταν γιατί γνώριζε και αγαπούσε τον τρόπο που της είχε μάθει η μητέρα της.

– Είσαι εξαρτημένη από την μητέρα σου, της είχαν πει.

– Όχι, φυσικά και δεν είμαι, απήντησε αφιονισμένη, μπορώ κάλλιστα να ζήσω χωρίς εκείνη, εκείνη δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εμένα.

– Όταν λέω εξαρτημένη, εννοώ ότι θεωρείς πως ό,τι λέει η μητέρα σου είναι σωστό.

– Εκείνη πρέπει να αλλάξει όχι εγώ.

– Για να αλλάξει εκείνη, πρέπει να αλλάξεις εσύ.

Τα σκοτάδια τους το φως της

Η δεύτερη, ήταν μανιώδης αναγνώστρια του Παπαγιώργη, του Χειμωνά, της Ζατέλη, του Κούντερα, του Μπαρτ, του Νίτσε. Τα σκοτάδια τους ήταν το φως της. Και ήταν εκείνοι που την είχαν μυήσει να αφηγείται διαφορετικά την ζωή της, να εξιστορεί φωτεινώ τω τρόπω τα σκότη της. Όταν ο Νίτσε έγραφε ότι πρέπει να λέμε ναι σε όλα, δεν εννοούσε ότι πρέπει να καταφάσκουμε σε όλα, ακόμη και στο κακό. Εννοούσε ότι οφείλουμε να καταφάσκουμε στην ύπαρξη όλων, ακόμη και του κακού. Ειδάλλως, διατρέχουμε τον κίνδυνο να υποπέσουμε στο αμάρτημα του κιτς, κατά τον Κούντερα. Κιτς είναι η άρνηση των περιττωμάτων. Είναι όταν αρνούμαστε ότι υπάρχουν περιττώματα, ότι οι ζωντανοί οργανισμοί και φευ ο άνθρωπος, τα παράγουν.

Πριν από χρόνια ένα παγωμένο χειμώνα στην Πράγα, μια ευδιάθετη παρέα πείραζαν την αγαπημένη της καθηγήτρια για τον σύζυγό της. Εκείνη μειλίχια τους απάντησε: Ο Α.; Εγώ έχω παντρευτεί την φιλοσοφία. Της πήρε χρόνια να καταλάβει τι σήμαινε, τόσα όσα χρειάστηκε για να παντρευτεί η ίδια.

Είχε διαβάσει πολλούς και πολλά, αλλά ο λόγος που αισθανόταν ύπανδρος του Παπαγιώργη, δεν ήταν το εύρος των φιλοσοφικών του γνώσεων, μήτε η γλωσσική του δεινότητα και δεξιοτεχνία. Είχε αναγνωρίσει τον πόνο του. Κάθε του πρόταση, κάθε του φράση –«Δεν γράφω βιβλία, φράσεις γράφω, είμαι φρασάκιας», έλεγε και ξαναέλεγε ο Κωστής– έσταζε, ήταν έμπλεος ατόφιου, μύχιου πόνου. «Ecce homo: μια πέτρα αμέθυστου, όπου ένα ασώματο χέρι σκαλίζει τραυλά την μορφή της μάνας του». «Κάπου εκεί στα σαράντα, αντιλαμβάνεται κανείς, ότι φοράει κατάσαρκα τους γονείς του». Ερωτηθείς ποια για εκείνον θα ήταν η μεγαλύτερη ευτυχία, απροκάλυπτα απήντησε: Να επέστρεφε έστω για ένα απόγευμα η μητέρα μου.

Τώρα που όλα τα απογεύματα, ειδυλλιακά και ονειρώδη δειλινά, ο Κωστής τα περνάει με την μητέρα του, όσοι τον διάβασαν και τον διαβάζουν έχουν ένα χρέος απέναντι στον κόπο της γραφίδος του και τον μόχθο της πένας του. Να μάθουν να αφηγούνται την ευτυχία. Έστω και σαν ξένη γλώσσα. Ο Μπλεζ Πασκάλ, αυτός ο φιλόσοφος του Πορτ Ρουαγιάλ, η μεγαλοφυΐα που ασπάστηκε τον Γιανσενισμό, έλεγε ότι ακόμη κι αν δεν πιστεύεις, φέρσου ως εάν πίστευες. Στο τέλος θα πιστέψεις πραγματικά. Γιατί η συνήθεια δεν είναι παρά μια δεύτερη φύση, και η φύση μία πρώτη συνήθεια, έξη. «Δεν υπάρχει κύμα που να μην φτάνει τελικά στην στεριά». «Αν κοιτάζεις δια βίου το θαύμα, στο τέλος θα γυρίσει να σε κοιτάξει και εκείνο». Τα απολυτίκια του Κωστή. Ή επί το λαϊκότερον: «Φέρτε μου αδιέξοδο, κι εγώ θα το γαμήσω».

Είναι οι άνθρωποι…

Όπως πήρε με το αυτοκίνητο να ανεβαίνει την Τσαφτάνα (το βουνό πριν το Πόγραδετς, αν κατεβαίνεις Ελλάδα, ή μετά το Πόγραδετς αν ανεβαίνεις Τίρανα), εκεί που μια φορά ο μικρός ξύπνησε έξαφνα από τον ύπνο στο πιο υψηλό σημείο και αντικρίζοντας τον ορίζοντα της Αχρίδας είχε πει «Εγώ καταλαβαίνω ότι εδώ είναι κίνδυνος να πέσει το αυτοκίνητό μας μέσα στην λίμνη», χτύπησε μήνυμα στο viber. Έκανε στην άκρη, ακόμη ήταν στις παρυφές και η άσφαλτος είχε περιθώριο χωματόδρομου και λασπόλακκων, καθώς έβρεχε, για να απαντήσει.

– Σε παρακαλώ εσύ που είσαι αγαπημένο παιδί του Θεού, ρώτησέ τον, γιατί έφερε την υγεία μου σε τέτοια κατάσταση που να αναγκαστώ να φύγω από τα Τίρανα; Εγώ τον ρωτάω και δεν απαντάει.

– Από το λίγο που τον ξέρω, δεν απαντάει σε τέτοιου είδους ερωτήσεις.

– Κάτι θα ξέρει. Τότε ευχαρίστησέ Τον εκ μέρους μου, που έστω και έτσι, έστω για τόσο, το έζησα.

– Κάνεις λες και έφυγες από την Εδέμ, σιγά. Άλλοι παρακαλούν πότε να φύγουν. Δίπλα είναι τα Τίρανα, όταν σου βουλκιώνεται, πας.

– Δεν είναι οι τόποι. Είναι οι άνθρωποι που σε σεργιανάν στους τόπους, που σου μαθαίνουν και σε κάνουν να αγαπήσεις έναν τόπο. Είναι οι άνθρωποι που σου μαθαίνουν να αφηγείσαι την ευτυχία.

Η κόλαση είναι οι άλλοι. Και ο παράδεισος. Άπαξ και γεννηθεί ο άνθρωπος είναι όμηρος και δέσμιος της διυποκειμενικότητας. Μόνο με τον άλλο χάνουμε ή κερδίζουμε τον εαυτό μας. Χάνουμε και κερδίζουμε τον εαυτό μας. «Κανείς να μην ξέρει, ούτε και ο πιο αγαπημένος, πως έζησες και πως αγάπησες, και πως πεθαίνεις», ξεστόμιζε αταλάντευτα η ηρωίδα του Χειμωνά στον “Εχθρό του ποιητή”. Συγγραφείς είναι εκείνοι που μετέπλασαν τον πόνο τους σε μαλακό προσκέφαλο για όλους μας να υπομείνουμε την αγωνία. «Δεν είναι δυνατόν να είσαι νοήμων και να μην θλίβεσαι, να μην αγωνιάς», έγραφε ο Χειμωνάς. Η δύναμη δεν είναι παρά μια μεταπλασμένη αδυναμία, κι η αδυναμία μια εκφυλισμένη δύναμη.

Όταν την πληγώνουν οι άνθρωποι, ξέρει ότι το κάνουν γιατί είναι δυστυχισμένοι. «Δεν είναι κακία, είναι δυστυχία». Άλλωστε και η ίδια όταν τους πλήγωνε, δεν το έκανε παρά για τον ίδιο λόγο. Και όσες φορές επιτέθηκε ή εναντιώθηκε σε ανθρώπους, δεν ήταν παρά για να προστατεύσει τον εαυτό της. Τώρα πια γνωρίζει ότι ακόμη και όταν πρέπει να προστατευθεί, οφείλει να το κάνει με τρόπο που δεν θα ζημιώσει και δεν θα πονέσει κανέναν.

Ο άνθρωπος καλλιεργεί τις καλύτερές του πλευρές για να διαπρέψει και τις χειρότερες για να επιβιώσει. Hélas.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.