Ο Τάσος ο Ταγατατζούμ

Αλεξάνδρα Μητσιάλη777


+100%-

Όταν ο εργάτης Τάσος, ο επονομαζόμενος και Ταρατατζούμ, υψώνει το ταπεινό ανάστημά του στον γιό του αφεντικού. Μία ιστορία από τη λογοτέχνη Αλεξάνδρα Μητσιάλη.

Γράφει η Αλεξάνδρα Μητσιάλη  – 

Στη μνήμη της γιαγιάς μου

Άφεγγα ξύπνησε ο Τάσος στο καμαράκι. Καμαρούλα μια σταλιά, δύο επί δύο, που το παραθύρι της, ένα και μοναδικό, έβλεπε στο καντούνι ίσαμε τους ώμους του καθενός περαστικού. Οι τάβλες τον είχανε στραβώσει αποβραδίς και για να σκωθεί έβαλε φόρα. Με την τρίτη εδέησε να κωλοκάτσει στη σιδεριά του κρεβατιού και μετά βάλθηκε να τεντώνεται σιγά σιγά, γιατί η μέση του από το βραδινό δίπλωμα είχε κλειδώσει. Με τα πολλά βρέθηκε ορθός.

Νιβότανε με κάτι σταγόνες από νερό που ’χανε απομείνει στο μπουκαλέτο και σκουπιζότανε από πάνω του. Έκανε δύο δάχτυλα καφέ πικρό που τον έπινε από το μπρίκι κι αφού έσιαξε με τα χέρια του τα μαλλιά, έβαλε τα ρούχα του. Στολή ίδια κι απαράλλαγη, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, παρεκτός από τότες που έπρεπε να πλυθεί κι έπαιρνε κάτι ρούχα δεύτερα που είχε για αλλαξιά σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγκης.

«Δε θέλω να δουλεύεις, δε θέλω να δουλεύεις
δε θέλω να δουλεύεις, να βασανίζεσαι.
Θέλω να τρως να πίνεις, θέλω να τρως να πίνεις
θέλω να τρως, να πίνεις και να στολίζεσαι»

Έπιακε τον εαυτό του να τραγουδάει σότο βότσε και τραγουδώντας έκαμε τις τελευταίες ετοιμασίες και βγήκε από το πορτί σκυφτός. Μα και στο ίδιο του το σπίτι λυγισμένος περπατούσε, γιατί ήτανε ψηλολέλεκας, κρεμανταλάς και το σπίτι καμωμένο για αλλιώτικα μεγέθη. Γι’ αυτό μια κλίση ελαφριά, μια καμπύλη μόλις διακριτή στην κορφή της πλάτης, των ανθρώπων που απ’ ανάγκη αντικρίζουνε σεμνοί και μετρημένοι τη ζωή, του ‘χε μόνιμα εγκατασταθεί.

Ξεκινούσε κάθε πρωί πριν ακουστεί η πρώτη του Δεσύλλα. Έβγαινε στο καντούνι, στεκότανε για λίγο ακούνητος και τραβούσε, όσο ήτανε μπορετό, το κουφάρι του να ισιώσει από την καμπουριασμένη νύχτα. Έπαιρνε μια ανάσα που τις περσότερες φορές βρωμούσε κατουρλίλα κι οχετό και τις λιγότερες ψαρίλα κι αλμύρα της θάλασσας και ξεκινούσε. Στο χέρι του κρατούσε δεμένη σε μια παλιοπετσέτα τη μαρέντα του: μια αγκωνή ξερό ψωμί πιτισμένη λάδι κι ένα κρεμμύδι στουμπισμένο, που το παράχωνε στην ψίχα του.

Έμπαινε πάντα από την πύλη την μπροστινή και βρισκότανε στο πόστο του πριν αρχίσουνε ν’ αριβάρουνε οι εργάτριες. Αρχιεργάτης ο ίδιος σ’ ένα από τα τμήματα των αργαλειών, επιστάτης σαν να λέμε, είχε στην επίβλεψή του σκάρσα δύο ντουζίνες γυναίκες. Πρόσεχε να εργάζονται με σέστο, να μην πιάνονται σε κουβέντες αναμεταξύ τους και ξελασκάρει το μυαλό τους και χάνουνε τον ρυθμό της δουλειάς, να μη ντένουνε τα νήματα, ν’ αλλάζουνε μόλις νετάρανε τα κουβάρια.

Τις ήξερε όλες με τα ονόματά τους, με τις ιστορίες της ζωής τους και τα ιντερέσα τους. Ποια ήτανε στεφανωμένη, ποια έμπαζε από την πίσω πόρτα τον λεγάμενο, ποια μεγάλωνε μ’ αέρα κοπανιστό και με ψυχικά τα κουτσούβελά της, ποιανής ο άντρας ήτανε χαραμοφάης και μεθύστακας, ποιανής η μάνα ή η πεθερά τής έκανε μαύρη τη ζωή.

Τον εξέρανε και κείνες. Ορφανό από τα μικράτα του, με μια αδελφή που τονε πρόσεχε μα που συχωρέθηκε νωρίς, καλόψυχο και μαγκούφη, δυνατό στο κορμί αλλά αδύναμο στη γλώσσα. Γιατί ο Τάσος ήτανε ψευδός και κεκές και κάθε που μιλούσε, μια τσερμαρισμένη φωνή, που θύμιζε μαθητή μπροστά σε μανιασμένο δάσκαλο, έβγαινε από ένα αντρίκιο, σκληρόπετσο σώμα. Εκεινού τα μάγουλα γινότανε φουρνέλο και κείνες κρατιότανε να μη σκάσουνε στα γέλια μπροστά στα μούτρα του αναφανδόν.

Κι ο Τάσος φουρκιζότανε. Ένα παραπάνω που το διαολεμένο του το ψεύδισμα δεν έκανε πουθενά σκόντο. Γιατί δε θα τονε πείραζε τον Τάσο ν’ ακούγεται τ’ αναθεματισμένο μπροστά σ’ όλες τις εργάτριες. Ας ακουγότανε σ’ όλες τους μπροστά, μα σ’ όλες τους, σ’ όλες εκτός από τη Ροζέτα.

Και τι δε θα ’δινε όταν πλησίαζε σε κείνη, όταν έσκυβε από πάνω της, όταν σίμωνε τα κοντά μαλλιά της κι έφτανε μέχρι τα ρουθούνια του αυτή η αψιά γυναικεία μυρωδιά που βγάνανε το δέρμα κι οι αμασχάλες της, πόσο θα το ’θελε τότες να μη ρετάρει η φωνή του κι αυτό το «γ» να μην παίρνει το πόστο που κανονικά θα ’πρεπε να ’χει το «ρ».

-Θα, θα, θα ’γθω να σε παπαπάγω αύγιο το αποποποπόγιομα να σουσουσουλατσάγουμε στον Ανενενενεμόμυλο παγέα, θα ’λεγε.

Μα μιλείς έτσι σε γυναίκα; Γι’ αυτό όταν ήτανε αναγκασμένος να μιλήσει στη Ροζέτα κλωθογύριζε κάμποσες φορές μέσα του αυτό που ’πρεπε να πει: έραβε μικρές τις προτάσεις, τις προβάριζε ξανά και ξανά κι έπαιρνε βαθιές ανάσες να καταφέρει να τις ξεγεννήσει μπατιγκάδα, τουτέστιν με μια αναπνοή, χωρίς ρετάρισμα. Μα ποτέ δεν τα κατάφερνε. Κι έσκυβε το κεφάλι άτυχος, ανεπιτήδειος, λειψός.

Την ήξερε ο Τάσος από μικρή τη Ροζέτα. Η μάνα της την είχε φέρει στου Δεσύλλα. Εκείνο τον καιρό αυτή δούλευε στις ραπτομηχανές και τη Ροζέτα τη βάλανε στις ματσετίνες. Τα χέρια της τότε, θα ’τανε δε θα ’τανε οχτώ χρονών, ίσια που φτάνανε στην τάβλα του μακρόστενου τραπεζιού, που ολοτρόγυρά του καθότανε  τα κορίτσια. Κι εκεί πάνω στη γρέτζα επιφάνεια έπρεπε να παίρνουνε τ’ ανήλικα τον σπάγγο και να τονε τυλίγουνε σε ματσάκια, έτοιμα να πάρουνε τον δρόμο για τα μαγαζιά: «προς πώληση», έγραφε η ταμπέλα του κιβωτίου.

Κι ο Τάσος εκοίταζε πάντα σ’ αυτά τα μακρόστενα τραπέζια τα κοπελούδια μ’ ένα βάσταμα στην καρδιά, γιατί ήξερε τι εσήμαινε να πιάνεις από τόσο μικρή πόστο στις ματσετίνες. Δε θα πήγαινες ποτέ σκολειό, δε θα μάθαινες γράμματα, δε θα ’χε άλλο δρομολόγιο η ζωή σου παρά να μεγαλώνεις μαζί με τη θέση που καπάρωσες: από τις ματσετίνες, στις ραπτομηχανές, μετά στ’ αργαλειά κι από κει καμιά φορά μπορεί κι αρχιεργάτρια. Αν σου ’χανε συμπάθεια τ’ αφεντικά. Μπορεί κι άμα άφηνες τον μικρότερο από τους δύο να κάμει και τίποτ’ άλλο, σε περίπτωση που τ’ άρεσε το σουλούπι σου. Γιατί το δεύτερο αφεντικό ήτανε λιμοκοντόρος και γυναικάς κι εκμεταλλευότανε τη θέση του αδιακρίτως.

Και τη ζωή σου να τη μετράνε η πρώτη, η δεύτερη κι η τρίτη πρωινή του Δεσύλλα κι εκείνη η πανηγυρική, η χαρμόσυνη σειρήνα της βάρδιας που τελείωσε και τα οκτάωρα τοκισμένα με υπερωρίες, μεροδούλι μεροφάι, με μόνο τις Κυριακές ένα μισερό διάλειμμα. «Εργοστάσιο Ιούτης, Λινού και Κάνναβης» έγραφε φάτσα κάρτα κρεμασμένη στο κούτελο η ταμπέλα της ζωής σου.

Όλα τούτα τα χρόνια στο εργοστάσιο παρακολουθούσε ο Τάσος τη Ροζέτα να μεγαλώνει: να ψηλώνουν τα κανιά της, να μακραίνουνε τα χέρια της, η λεκάνη της να φαρδαίνει και τα βυζιά της να τσιτώνονται στριμωγμένα μέσα στο μπλουζάκι και στο σουτιέν. Και τ’ άρεσε που ’τανε λιγόλογη και που κρατούσε τα μάτια χαμηλά και δε φερότανε όπως άλλες, που κάνανε με τα βλέμματα το «ορίστε» στους άντρες που δουλεύανε στις μηχανές, όταν τους συναπαντούσανε στο έμπα και στο έβγα της βάρδιας μέσα στο μπουλούκι.

Στοίβαζε ο Τάσος τα τσουβάλια και τ’ απίθωνε στη γωνιά και με την άκρια του ματιού του την εκοίταζε να ’χει κιόλας ξεκινήσει. Ο αργαλειός ήθελε να ’χεις το βλέμμα σου απίκο και το χέρι σου έτοιμο να ενώσει την κλωστή άμα κοβότανε και το μηχάνημα αυτόματα σταματούσε. Και την έβλεπε να παραστέκει άγρυπνη το υφάδι στο σύθαμπο του πρωινού, γιατί έξι και κάτι χάραμα δεκεμβριάτικο, το γυρόφερνε ακόμα να ξημερώσει. Κι ήξερε ο Τάσος ότι ήτανε κομμάτι δύσκολο να κάμεις καλά τη δουλειά με τα μάτια και τα χέρια μαργωμένα από τη χειμωνιάτικη παγωνιά.

Και πόσες φορές έτσι που την έβλεπε, θα κόντευε οσονούπω τα δεκαεφτά, δε σκεφτότανε τι καλά που θα ’τανε ν’ ανταμώνανε τα μεροκάματα και τα κρεβάτια τους και να βρίσκανε ένα καμαράκι πιο απλόχωρο και να χουχουλιάζονται τα βράδια για να στεγνώνουνε την υγρασία και να ζεσταίνονται στ’ αγιάζι και στον χιονιά; Κι αναθεμάτιζε ντακάπο την ώρα και τη στιγμή που ’χε γεννηθεί κεκές και ψευδός, γιατί δεν εμπόρουνε να ξεχωρίσει ακριβώς πότε και πώς είχε αποκτήσει αυτό το κουσούρι κι έλεγε μην ήτανε από γεννησιμιού του στάμπα ανεξίτηλη.

Και στοίβαζε κι απίθωνε με φούρια και σιγοτραγουδούσε.

«Κι αν μου σε πάρει η ρόδα κι αν μου σε πάρει η ρόδα
κι αν μου σε πάρει η ρόδα, βάλε μου μία φωνή,
ν’ ακούσει ο επιστάτης, ν’ ακούσει ο επιστάτης
ν’ ακούσει ο επιστάτης, να σβήσει η μηχανή».

Πάντα είχε βιάση η δουλειά του αλλά σήμερα λες και τονε ξάτρεχε μια αναστάτωση απρόσμενη, μια δυσερμήνευτη ταραχή. Να ’τανε το δίπλωμα στις ξύλινες τάβλες που ’χε αφήκει μέσα κι όξω του γρόμπους και κλειδώματα ή κανένας εφιάλτης από κείνους που ζωντανεύανε πού και πού στο χαμηλοτάβανο καμαράκι και παιζότανε μέχρι τέλους στους ξεφλουδισμένους του τοίχους; Ή να ’τανε που ’χανε περάσει μόλις τρεις μέρες από τ’ Αγιού τη γιορτή κι είχε πάρει, κατά το  συνήθειο του, από πίσω τις μπάντες στα καντούνια και με το ψευδό του «ταγατατζούμ», «ταγατατζούμ» τις συνόδευε ρυθμικά; Κι η μουσική, με τη βαθιά κουτάλα της, πάντα κάτι ανακάτωνε μέσα του. Σαν να μπέρδευε κι άλλο τ’ ατακτοποίητα και σαν στα τακτοποιημένα ν’ άλλαζε τη σειρά και τη μορφή.

Κι έτσι επερνούσε η ώρα κι ο Τάσος κόντευε ν’ αποσώσει με τις λινάτσες και τα σακιά κι όλο εκοίταζε στα κλεφτά τη Ροζέτα. Ώσπου σε μια στιγμή τον ένιωσε να στέκεται σχεδόν δίπλα του. Με το γκρι φανελένιο κουστούμι, το μακρύ αγγλικό πανωφόρι και το μεταξωτό μαντίλι στον λαιμό, δεμένο και σινιαρισμένο μέσα στ’ άνοιγμα που άφηνε το πουκάμισο. Την ήξερε ο Τάσος την κουστουμιά, δεν είχε χρεία να τηνε κοιτάξει.

Τονε νιώθει εκεί, αυτόνε τον σιχαμένο και τον θρασύτατο, που πότε κόρταρε φόρα παρτίδα την ώρα της δουλειάς, πότε φύλαγε καραούλι σ’ ένα πέρασμα, πότε έστελνε όρντινο και καλούσε ονομαστικά στο γραφείο του κάποια που ’χε σταμπάρει για τα περαιτέρω.

Και ξέρει ο Τάσος ότι τονε κοιτάζει με κείνο το περιπαικτικό ύφος που το συνήθιζε και ότι ετοιμάζεται ν’ ανοίξει το στόμα, όπως πάντα, και ν’ αμολήσει τη χλευαστική κουβέντα και να τονε κάνει ρεντίκολο στο γυναικομάνι με το χωρατό.  Και δεν ελάθεψε.

-Τι γίνηκε σήμερα; Την εκούρδισες καλύτερα τη φωνή σου; ακούγονται μπάσα τα λόγια του μικρότερου αφεντικού κι αντηχούνε σαν φτύσιμο μέσα στη μεγάλη αίθουσα.

Δεν περνάει μέρα που να μη μπει μέσα και να μην τονε κοροϊδέψει. Δεν περνάει μέρα που να μη φοβηθεί ο Τάσος για τη Ροζέτα, ότι έχει έρθει για τα περαιτέρω η ώρα της. Κι ο Τάσος δεν ασκώνει το κεφάλι και δώσ’ του σωριάζει τις λινάτσες και τα σακιά. Μα η φωνή του αφεντικού ξανακούγεται επίμονη κι αυτή τη φορά πιο δυνατή και καβατζάρει τον μηχανικό θόρυβο.

-Αλλά τι ανάγκη έχεις, καημένε; Με το ρετάρισμα γίνεσαι μουζικάντης περιωπής, λέει και κοιτάει ένα γύρο με το κόρδωμα του θεατρίνου τις γυναίκες που δουλεύουνε. Κοιτάει και τη Ροζέτα. Κι ο Τάσος σκυμμένος, είναι σαν να βλέπει το κοροϊδευτικό ύφος και τα μότα που κάνει για να τονε κογιονάρει και για να προκαλέσει τα γέλια τους.

Αέρας φύσηξε στην ψυχή του Τάσου. Βγήκε από μέσα του ή μπήκε μέσα του από κάποια αθέατη ρωγμή; Κανένας δε θα μπορούσε να βεβαιώσει. Μια φορά, εκεί μέσα στα σωθικά του ο αέρας σφυρίζει δυνατά, πολύ δυνατά και σηκώνει αντάρα. Κι όλη η ζωή του Τάσου περνάει ετούτη τη στιγμή μπροστά από τα μάτια του αστραπιαία σαν ταινία βουβή: ζωή επαναλαμβανόμενη, σκυμμένη, μουντή. Τάβλες, ξεροκόμματα,  προσβολές, βάρδιες και σειρήνες που σφυρίζουνε στ’ αυτιά του και τονε κουφαίνουνε.

Κι ο Τάσος αρπάζει τη σιδεριά που ’ναι πεσμένη εκεί παραδίπλα κι ορθώνει το κορμί και το ισιώνει, όσο δεν το ’χει κατορθώσει ποτέ. Και χωρίς να σκεφτεί τίποτα, βαστώντας το σίδερο σαν δρεπάνι, ουρλιάζει στ’ αφεντικό:

-Χάσου από τα μάτια μου! Κι εδώ μέσα, αν θέλεις το καλό σου, μην ξαναπατήσεις!

Και μπροστά σ’ όλο το γυναικολόι και τ’ αργαλειά τα ξερνάει όλα μπατιγκάδα χωρίς καθόλου ρετάρισμα.

Και μαζί με το χρώμα, που βλέπει να εξαφανίζεται από το μούτρο του μικρότερου αφεντικού, βλέπει και το χαμόγελο της Ροζέτας να φωτίζει το μελαχρινό της, όμορφο πρόσωπο.

bookmark icon