Οι Μούσες της Ομόνοιας – Μία ιστορία ελληνικού ράβε-ξήλωνε

Δημήτρης Παυλόπουλος
440
Οι Μούσες της Ομόνοιας - Μία ιστορία ελληνικού ράβε-ξήλωνε, Δημήτρης Παυλόπουλος

Έχουν συμπληρωθεί πάνω από 60 χρόνια από τη φιλοτέχνηση ενός άγνωστου έργου του Παναγιώτη Τέτση (1925-2016) με θέμα μιαν κατά φαντασίαν Αθήνα. Το έργο έγινε για το ιστορικό κτήριο της εφημερίδας ‘Η Καθημερινή’, ιδιοκτησίας Ελένης Βλάχου (1911-1995), στην οδό Σωκράτους 57 και σήμερα έχει μεταφερθεί στο κτήριο της ίδιας εφημερίδας στο Νέο Φάληρο. Ο σημερινός κάτοικος της Αθήνας είναι αδύνατο να φανταστεί ότι στην Ομόνοια κάποτε είχαν στηθεί αγάλματα των Μουσών, όπως φαίνεται στο έργο του Τέτση. Κι όμως!

Επί μία τριετία (1934-37), κατά τον Μεσοπόλεμο, οι Αθηναίοι έβλεπαν τις Μούσες να ορθώνονται στην Πλατεία Ομονοίας. Η παραγγελία για την φιλοτέχνησή τους είχε δοθεί ως ανάθεση στο Σωματείο των Ελλήνων Γλυπτών. Την πορεία της παραγγελίας τη δίνουν με ημερολογιακή ακρίβεια στοιχεία που έχουν διασωθεί, αφενός στο Ιστορικό Αρχείο του Δήμου Αθηναίων και αφετέρου στο Αρχείο Περάκη.

Μέλος της τηνιακής οικογένειας γλυπτών Περάκη, ο γλύπτης Μήτσος Περάκης (1893-1965), ο οποίος έστησε τον μαρμάρινο ανδριάντα του George Canning με το βάθρο του στην Πλατεία Κάνιγγος, διατελούσε τότε ταμίας του Σωματείου των Ελλήνων Γλυπτών. Ορισμένες λεπτομέρειες για την παραγγελία μαθαίνουμε και από το Αρχείο του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου (Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο / Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης).

Στις 4 Αυγούστου 1931 στη μεγάλη αίθουσα του Δημαρχείου, στην οποία συνεδρίαζε το Δημοτικό Συμβούλιο, ο δήμαρχος Αθηναίων Σπύρος Μερκούρης (1856-1939), παππούς της Μελίνας Μερκούρη, ανακοίνωσε στα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου και στους δημοσιογράφους, πως οι κάθε είδους στύλοι των πλατειών της Αθήνας θα εξέλιπαν και πως όλα τα κιόσκια και τα άλλα εξαρτήματα των πλατειών, που πρόβαλλαν ατάκτως, θα καταργούνταν.

Στη θέση τους θα στήνονταν ‘ελληνοπρεπείς’ στύλοι, οι οποίοι θα έφεραν όλους τους αεραγωγούς του σταθμού του υπόγειου ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, που εγκαινιάστηκε το 1930, και τα σύρματα σε μεθοδική κατάταξη, μαζί με τους φανούς του φωτισμού.

Γεωργίου Ιακωβίδη, Ο δήμαρχος Αθηναίων Σπύρος Μερκούρης, 1914, ελαιογραφία (Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων).

Στις 22 Δεκεμβρίου 1931 ο Δήμος Αθηναίων αναθέτει στο Σωματείο των Ελλήνων Γλυπτών τη φιλοτέχνηση των προπλασμάτων. Εγκρίνονται η μελέτη, ο προϋπολογισμός της δαπάνης και οι όροι της διακηρύξεως της δημοπρασίας για την κατασκευή των φανοστατών και δεκατεσσάρων αγαλμάτων —δώδεκα από λευκό τσιμέντο και δύο από μάρμαρο— στην Πλατεία Ομονοίας. Οι φανοστάτες θα κόστιζαν 750.000 δρχ. Το κάθε τσιμεντένιο άγαλμα 40.000 δρχ. και το κάθε μαρμάρινο 90.000 δρχ., συνολικά 660.000 δρχ.

Μούσες, Χάριτες, Εστία και Δήμητρα

Όμως, το 1932 διαλύεται η εργολαβία και αναλαμβάνει ο Δήμος Αθηναίων την εκτέλεση του έργου. Το σχέδιο, που το υπογράφει ο αρχιτέκτων-μηχανικός, γενικός διευθυντής Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου, Βασίλειος Γ. Τσαγρής (1882-1941), προέβλεπε την τοποθέτηση των αγαλμάτων των εννέα Μουσών, των τριών Χαρίτων, της Εστίας και της Δήμητρας επάνω σε κίονες με κιονόκρανα ιωνικού ρυθμού.

Ενδεχομένως η ιδέα του Τσαγρή για αγάλματα των Μουσών και των Χαρίτων σε δημόσιο χώρο να συνδέεται με το περιστύλιο των Μουσών και των Χαρίτων (1889-91), έργων των Ιταλών κλασικιστών γλυπτών Luigi Bienaimé (1795-1878) και Domenico Morani (1824-1870), στο Αχίλλειο της Κέρκυρας, ανάκτορο της αυτοκράτειρας της Αυστρίας Ελισάβετ (Σίσσυς) από το 1892 μέχρι το 1898.

Ο αρχιτέκτων του Δήμου Αθηναίων Βασίλειος Γ. Τσαγρής

Αγάλματα στα περίπτερα

Τα αγάλματα θα στηρίζονταν σε περίπτερα πωλήσεως τσιγάρων, αναψυκτικών, κ.λπ., τα οποία θα παραχωρούνταν σε αναπήρους πολέμων. Μεταφέρθηκαν στο Δημαρχείο τον Απρίλιο του 1932 και παρέμειναν εκεί έως τον Φεβρουάριο του 1934, οπότε και στήθηκαν στην Πλατεία Ομονοίας. Παρατείνεται, όμως, η προθεσμία παραδόσεως των φανοστατών και των αγαλμάτων. Το 1933 εγκρίνονται δύο συγκριτικοί πίνακες εργολαβίας για την κατασκευή των φανοστατών και επιπλέον δαπάνη 345.291,50 δρχ.

Τα αγάλματα της Πλατείας Ομονοίας ακολουθούσαν πρότυπα ρωμαϊκά (στο Βατικανό και στο Πράδο εκτίθενται ρωμαϊκά αγάλματα Μουσών, που παραπέμπουν μορφολογικά στις Μούσες της Πλατείας Ομονοίας) και ετρουσκικά. Οι Μούσες συγχέονται σε απεικονίσεις τους, λόγω των συμβόλων τους, με τις Νύμφες και με τις Χάριτες.

Το συμβόλαιο ανάμεσα στον Δήμο Αθηναίων και στο Σωματείο των Ελλήνων Γλυπτών υπογράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1931. Εργάστηκαν 24 γλύπτες, που πήραν προκαταβολή 3.000 δρχ. ο καθένας, στις 22 Απριλίου 1932, ενώ τους εξόφλησαν τον Φεβρουάριο του 1937. Το 1932 συγκροτήθηκε Επιτροπή Παρακολουθήσεως και Παραλαβής των αγαλμάτων — μέλη της οι καθηγητές της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1932), Ουμβέρτος Αργυρός (1882/4-1963) και Θωμάς Θωμόπουλος (1873/5-1937).

Η Επιτροπή συνεδρίασε στις 25 Φεβρουαρίου 1932 και αποφάσισε, έπειτα από ειδική πρόσκληση της Εφορίας του Σωματείου των Ελλήνων Γλυπτών —αποτελείται από τους Θωμά Θωμόπουλο, Μήτσο Περάκη και Γρηγόριο Ζευγώλη (1886-1950)— και ύστερα από την παρακολούθηση της μέχρι τότε προόδου της εργασίας, την παραλαβή των ολοκληρωμένων πήλινων προπλασμάτων έξι αγαλμάτων. Ο Θωμόπουλος μετέχει και στην Εφορία και στην Επιτροπή, ενώ είναι και ένας από τους γλύπτες της παραγγελίας!

Εργολαβικά προβλήματα

Τον Ιούλιο του 1932 υπογράφεται, από την Εφορία του Σωματείου των Ελλήνων Γλυπτών και την Επιτροπή, πρωτόκολλο παραλαβής των ολοκληρωμένων πήλινων προπλασμάτων έξι αγαλμάτων (Ηγεμόνης, Θάλειας, Ευτέρπης, Ουρανίας, Ερατώς, Μελπομένης) και η μεταφορά τους σε γύψο.

Εμμανουήλ Τζωρτζάκη, Θάλεια, 1931-32, πηλός (Αρχείο Περάκη).

Στις 21 Ιουλίου 1932 υπογράφεται, από την Εφορία και τον ειδικό επί των εργασιών σε τσιμέντο Ρωσσέτο Δ. Νομικό, ιδιωτικό συμφωνητικό με τους εξής όρους: κατασκευή γύψινων τύπων (φορμών) των δώδεκα αγαλμάτων· χύσιμο κάθε αγάλματος σε λευκό αγγλικό τσιμέντο με τριμμένη μαρμαροκονία, τοποθέτηση των αγαλμάτων πάνω στους φανοστάτες. Η όλη εργασία κόστισε 160.000 δρχ.

Στις 22 Φεβρουαρίου 1933 ο Νομικός καταθέτει εξώδικο εναντίον του Σωματείου των Ελλήνων Γλυπτών, διαμαρτυρόμενος ότι του οφείλει υπόλοιπο ληξιπρόθεσμων δόσεων της αμοιβής του, για να παραδώσει τα δώδεκα τσιμεντένια αγάλματα. Το σχέδιο ανακόπηκε το 1933, ύστερα από παρέμβαση του υπουργού Συγκοινωνίας Γεωργίου Παπανδρέου (1888-1968), ο οποίος επιφυλάχθηκε να συγκροτήσει μόνιμη επιτροπή ειδικών και καλαίσθητων μελών, εξουσιοδοτημένη να ρυθμίζει, με απόλυτη δικαιοδοσία, όλα τα ζητήματα της αισθητικής των πόλεων…

Οι γλύπτες

Η εργασία για τα δώδεκα τσιμεντένια αγάλματα (διαστάσεων 184-179×90-80×100-90 εκ.) κόστισε συνολικά 86.000 δρχ. Τα αγάλματα της Εστίας και της Δήμητρας έγιναν σε μάρμαρο από τους Κωνσταντίνο Ν. Περάκη (1895-1948), Πέτρο Μαυρομαρά (π. 1878-1942) και Δάντη Θωμόπουλο (1903-1933) και κόστισαν 38.750 δρχ.

Τις Μούσες τις δούλεψαν σε ζεύγη, από κοινού, γλύπτες που ανήκαν στο Σωματείο των Ελλήνων Γλυπτών: οι Ιωάννης Εμμ. Βούλγαρης (1884-1960), Ευάγγελος (Άγγελος) Βρεττός (1890-1942), Γεώργιος Δημητρόπουλος (1905-1969), Γρηγόριος Ζευγώλης, Γιώργος Ζογγολόπουλος (1903-2004), Δάντης Θωμόπουλος, Θωμάς Θωμόπουλος, Ιωάννης Ιωάννου (1870-1942), Γεώργιος Κακουλίδης (1875-1959), Νικόλαος Κουβαράς (1881-μετά το 1945), Γιαννούλης Κουλουρής (1878-1966), Πέτρος Μαυρομαράς, Επαμεινώνδας Μαυρουδής (1890-1939), Αντώνιος Μπεϊλής (1873-μετά το 1939), Χριστόφορος Νάτσιος (1903-1977), Ανδρέας Παναγιωτάκης (1883-1957), Δημοσθένης Παπαγιάννης (π. 1890-μετά το 1945), Κωστής Παπαχριστόπουλος (1906-2004), Μήτσος Περάκης, Κωνσταντίνος Ν. Περάκης, Γεώργιος Ρήγας (1878-1953), Πέτρος Ρούμπος (1873-1941), Εμμανουήλ Τζωρτζάκης (1893-1967) και Κωνσταντίνος Φώσκολος (1875-1948).

Δημοσθένη Παπαγιάννη, Θάλεια, 1933, λευκό τσιμέντο, κεντρική πλατεία Καρδίτσας

Στο Αρχείο Περάκη σώζεται χειρόγραφο (17 Ιανουαρίου 1952) «διά τον κ. Α. Παναγιωτάκην», με ορισμένα από τα ονόματα των γλυπτών: Δημήτριος Περάκης – Πέτρος Μαυρομαράς (Μελπομένη), Ιωάννης Βούλγαρης – Ιωάννης Κουλουρής (Αγλαΐα), Δημοσθένης Παπαγιάννης –   Εμμανουήλ Τζωρτζάκης (Θάλεια), Κωνσταντίνος Φώσκολος – Ανδρέας Παναγιωτάκης (Ερατώ), Γεώργιος Κακουλίδης – Κωνσταντίνος Περάκης (Καλλιόπη), Γεώργιος Δημητρόπουλος – Νικόλαος Κουβαράς (Αυξώ), Θωμάς Θωμόπουλος – Δάντης Θωμόπουλος (Δήμητρα), Γρηγόριος Ζευγώλης – Επαμεινώνδας Μαυρουδής (Εστία), Αντώνιος Μπεϊλής –  Ευάγγελος Βρεττός (Ευφροσύνη).

Η περιπέτεια της Καλλιόπης

Λόγοι συμμετρίας υπαγόρευσαν την τοποθέτηση στην Πλατεία Ομονοίας οκτώ αγαλμάτων τσιμεντένιων Μουσών σε πεσσούς με κούφιο το εσωτερικό τους για να λειτουργούν ως καπνοδόχοι / αεραγωγοί του υπόγειου σταθμού του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου. Οι φιλοπαίγμονες Αθηναίοι, σχολιάζοντας με καυστικό τρόπο όχι μόνο την αδικαιολόγητη έλλειψη της ένατης Μούσας, της Καλλιόπης, αλλά και την αμήχανη αποθήκευσή της στον υπόγειο σταθμό του Ηλεκτρικού, την έβαζαν να επιμελείται τις τουαλέτες του. Από εκεί και η ονομασία των δημοσίων ουρητηρίων σαν Καλλιόπες!

Φωκίωνα Δημητριάδη, «Ύστερ’ απ’ αυτά που βλέπει… Η Ερατώ η Μούσα εξεμούσα…», 1934, σινική μελάνη. Γελοιογραφία από τον Φανό των Συντακτών (Αρχείο ΕΣΗΕΑ).

Μάλιστα ο γελοιογράφος Φωκίων Δημητριάδης (1894-1977) αφιέρωσε τη δεκαετία του 1930 τρία έργα του στις Μούσες: στο πρώτο η Ερατώ ξερνάει με όσα βλέπει· στο δεύτερο η Καλλιόπη μεταφέρεται στα υπόγεια δημόσια ουρητήρια για τη σωματική ανάγκη της· στο τρίτο μία από τις Μούσες, στραμμένη προς τα ουρητήρια, φωνάζει: «Καλλιόπη, έβγα έξω, περνάει ο Δήμαρχος!»…

Η διαπόμπευση των Μουσών

Για τη μορφή που πήρε η πλατεία με τις Μούσες εκδηλώθηκαν αντιδράσεις. Ο εκδότης-διευθυντής της Καθημερινής, Γεώργιος Α. Βλάχος (1886-1951), πρωτοστάτησε στην εκστρατεία κατά των Μουσών με άρθρο του (Η Καθημερινή, 28 Σεπτεμβρίου 1936), στο οποίο υπέβαλε προτάσεις στον υπουργό-διοικητή Αθηνών-Πειραιώς Κώστα Γ. Κοτζιά (1892-1951), τον Κ.Κ., για τον «εξευρωπαϊσμό» της πλατείας:

«Η πλατεία της Ομονοίας είναι αίσχος ακαλαισθησίας και ρυπαρότητος. Οκτώ και όχι εννέα Μούσαι από μπετόν αρμέ την πολιορκούν στημέναι επάνω εις ισάριθμα καπνοπωλεία, εις το κέντρον της υπάρχουν μερικά ανθοπωλεία πτωχά και μικρά και γύρω-γύρω άρρυθμα, παλαιά, άλλα χαμηλά και άλλα υψηλά, σπίτια στεγάζουν ξενοδοχεία δευτέρας ποιότητος εις τα επάνω πατώματα, καφενεία και ζυθοπωλεία λαϊκά εις τα κάτω. Των καφενείων αυτών και των ζυθοπωλείων οι τέντες είναι παμπάλαια ράκη, οι στύλοι επί των οποίων στηρίζονται σωλήνες πτωχοί και αι επιγραφαί των, κατά το πλείστον, ξύλιναι, ακαλαίσθητοι, παλαιαί. Πλατεία πτωχής επαρχιακής πόλεως της Ευρώπης δεν έχει ποτέ τόσον χάλι. Εν τούτοις η πλατεία της Ομονοίας αποτελεί το Κέντρον των Αθηνών, είναι η μία από τας δύο μεγάλας πλατείας της πρωτευούσης και θα ημπορούσε μετά την πλατείαν του Συντάγματος, η οποία και αυτή πρέπει να αλλάξη όψιν, να γίνη μία ωραία πλατεία».

Ο υπουργός-διοικητής Πρωτευούσης Κώστας Κοτζιάς αριστερά με τον δήμαρχο Αθηναίων Αμβρόσιο Πλυτά δεξιά το 1937.

Ο Κοτζιάς απάντησε από την ίδια εφημερίδα δύο μέρες αργότερα (30 Σεπτεμβρίου 1936), υποστηρίζοντας την ανάγκη κατεδαφίσεως των στύλων-‘μιναρέδων’ της Πλατείας Ομονοίας και άρσεως των δυστυχών Μουσών, προκειμένου να γίνει η Πλατεία Ομονοίας «μία ελληνική πλατεία». Το ιδεολόγημα της ελληνικότητας, ισχυρό σε όλη την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, επιστρατευόταν και εδώ…

Τα αγάλματα «καθηρέθησαν πανηγυρικώς» από την Πλατεία Ομονοίας τον Δεκέμβριο του 1937, επί δημαρχίας Αμβροσίου Πλυτά (1886-1964), με διαπόμπευση, την οποίαν θυμούνταν έντονα παλιοί Αθηναίοι! Ο Πλυτάς ήταν φερέφωνο των αισθητικών αντιλήψεων του Ιωάννη Μεταξά (1871-1941) και του Κοτζιά. Μετά από την απομάκρυνσή τους, το κέντρο της πλατείας διαρρυθμίστηκε με μικρές πρασιές και με περίπτερα πώλησης λουλουδιών.

Εικόνα της Πλατείας Ομονοίας κατά την Κατοχή έχει δώσει στο βιβλίο του «Της Αθήνας. Χρονικό προσωπικής περιήγησης» (Αθήνα 2009) ο ιδιότυπος ζωγράφος, συγγραφέας και εκδότης περιοδικών Λεωνίδας Χρηστάκης (1929-2009). Θυμάται: «είχε παρτέρια με λουλούδια που μαράθηκαν κι αυτά απ’ την πείνα των ανθρώπων και την εξαθλίωση, ενώ στις κολώνες με τους φανοστάτες η κομμαντούρ ―η διοίκηση― είχε κρεμάσει πάνινες μαυροκίτρινες λουρίδες με τη στρογγυλή σβάστικα, σε λευκό φόντο, στο πάνω μέρος. Δύο τεράστιες σκάρες για τον εξαερισμό του Ηλεκτρικού (σήμερα Υπόγειος ή Μετρό) υπήρξαν, τους δυο πρώτους χειμώνες της Κατοχής, το καταφύγιο ζέστης, όπου συνωστίζονταν δεκάδες πειναλέοντες και ρακένδυτοι φτωχοί, που αρκετές φορές σφαζόντουσαν για μια θεσούλα, κι επιδίδονταν στο ξεψείρισμα, μέσω ενός ανελέητου ξυσίματος».

Η τύχη των αγαλμάτων

Αρκετά χρόνια αργότερα, αρχίζει η νεότερη περιπέτεια των αγαλμάτων των Μουσών. Υπάρχει η πληροφορία ότι κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 τα γλυπτά κείτονταν στη μάντρα της Ηλεκτρικής Εταιρείας Μεταφορών, στην Κολοκυνθού, σε αποθήκη του Δήμου Αθηναίων. Κατά τις ίδιες δεκαετίες παραχωρούνται από τον Δήμο Αθηναίων δύο Μούσες στη Θήβα, τέσσερις στην Καρδίτσα, μία στα Κατάπολα Αμοργού, ενώ η Εστία και η Δήμητρα καταλήγουν στις Καρυές Λακωνίας!

Παναγιώτη Τέτση, Άποψη της Αθήνας με τις Μούσες, 1958, κόλλες (Κτήριο εφ. Η Καθημερινή, Νέο Φάληρο).
  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.