Στην επόμενη φωτογραφία δεν θα είμαι εγώ

Αργυρώ Πιπίνη
1

της Αργυρώς Πιπίνη  – 

Τις φωτογραφίες μου τις έχω σ’ ένα κουτί. Όλο λέω να τις τακτοποιήσω σ’ ένα άλμπουμ κι όλο το αναβάλω. Ίσως, όμως, να ‘ναι καλύτερα στο κουτί. Εκεί η μικρή Αργυρώ μπορεί να ξεκουράζεται δίπλα στην Αντίν από τη Φιλονικία. Και ο δεκαπεντάχρονος εαυτός μου να χαϊδεύει το κατάλευκο τρίχωμα του πρώτου κατάδικού μου γάτου, του Άριελ.

Νεκροί και ζωντανοί που είναι «για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους», ο ένας πάνω στον άλλον, ο άλλος δίπλα στον άλλον. Παρόμοιες συναντήσεις γίνονται μόνο στα όνειρα.

Αν έπρεπε να διαλέξω κάποιες φωτογραφίες απ’ αυτό το κουτί, κάποιες φωτογραφίες που αν τις κοιτάξεις, ακόμα και σήμερα, θυμάσαι μέρες και νύχτες, αστεία, γέλια, δάκρυα, ποια εποχή του χρόνου τραβήχτηκαν, τι καιρό έκανε και τι πίστευες τότε για τον κόσμο… Για να δούμε:

Η πρώτη μου μαμά κι εγώ στο πάρκο. Φοράω βελούδινο, μπλε φόρεμα, λουστρίνια και κίτρινα μοχέρ καλτσάκια, απαλά σαν χνούδι μικρού πουλιού. Τα μαλλιά μου είναι πολύ μακριά. Η φωτογραφία είναι ασπρόμαυρη αλλά θυμάμαι πεντακάθαρα τα χρώματα, όπως θυμάμαι και τον φωτογράφο, το κύριο Ξυθάλη ―πρόσωπο για μένα μυθικό―, και τη μέρα, μια φθινοπωρινή ηλιόλουστη Κυριακή. Την επόμενη χρονιά θα πήγαινα σχολείο.

Και τώρα κάνουμε ένα ταξίδι που μας βρίσκει δώδεκα χρόνια αργότερα, σε μια εκδρομή. Η φωτογραφία είναι έγχρωμη. Είμαι αγκαλιά με τη Βάσω και τη Λόλα που δεν τις ξανάδα από τότε. Τα μαλλιά μου δεν είναι πια τόσο μακριά ― φτάνουν ως τους ώμους. Τα έκοψα μόνη μου ένα απόγευμα που έλειπαν όλοι απ’ το σπίτι. Έχω εκείνη την αλλοπαρμένη έκφραση που με ξαφνιάζει όταν κοιτάζω φωτογραφίες εκείνης της εποχής. Ενώ γελάω, τα μάτια είναι λυπημένα και σκεφτικά. Σαν να μάντευα τα συνταρακτικά γεγονότα της επόμενης διετίας: θάνατοι, αρρώστιες, μυστικά και ψέματα, μια δεύτερη οικογένεια.

Στην επόμενη φωτογραφία δεν είμαι εγώ ― είναι ένα ασπρόμαυρο πορτραίτο, η πραγματική μου μητέρα. Φοράει μαντήλι γύρω απ’ τον λαιμό και μας κοιτάζει κατάματα, χωρίς φόβο, όπως πρέπει να κοιτάζεις την αλήθεια. Δεν είναι ούτε χαμένη ούτε μπερδεμένη, όπως συνήθως. Τα χείλη της είναι σφιγμένα και δεν μπορείς να καταλάβεις πόσων χρόνων είναι.

Και οι φωτογραφίες του πιο αγαπημένου μου στην οικογένεια, του πατέρα μου, ελάχιστες, αλλά η εικόνα του καθημερινά στο νου και στην καρδιά μου, άλλοτε να γυρίζει το βράδυ στο σπίτι και να με κοιμίζει με παραμύθια κι άλλοτε να δανείζεται το βλέμμα, το χαμόγελο και την τρυφερότητα άλλων ανδρών.

Πότε πότε βγάζω απ’ το κουτί μια φωτογραφία, την ίδια πάντα, και την ακουμπάω στο ράφι, δίπλα στον γάτο Οδυσσέα του Μπρεσόν. Δείχνει έναν άνθρωπο απ’ αυτούς που έρχονται στη ζωή μας για κάποιο σκοπό, αλλά σε λάθος στιγμή. Η αγάπη όμως δεν τελειώνει όταν δεν βλεπόμαστε, έτσι δεν είναι;

Αύγουστος στο Πορί. Τα χρώματα στη φωτογραφία έντονα ― βαθύ γαλάζιο ο ουρανός, πράσινη η θάλασσα. Τα αισθήματα εξίσου έντονα. Γελάμε όμορφοι και μαυρισμένοι. Με τις μηχανές πάμε για κολύμπι στον Άγιο Προκόπη στη Νάξο. Κάποιοι άνθρωποι, κάποτε, ήταν τόσο ευτυχισμένοι. Σαν να μην είμαι εγώ. Κι όμως δεν έχει περάσει πολύς καιρός· ήταν το καλοκαίρι που κυκλοφορούσα υπνωτισμένη απ’ τον έρωτα.

Εγώ και η Παρή, μαθήτριες και συμμαθήτριες, στεκόμαστε μπροστά στον Τσαρούχη και δοκιμάζουμε τα κοστούμια. Μας δείχνει πώς πρέπει να φοράμε τις μακριές εσάρπες και πώς να τις κινούμε στη σκηνή. Η φωτογραφία είναι ασπρόμαυρη αλλά θυμάμαι το χρώμα της εσάρπας και τα χέρια του Τσαρούχη. Δεν σε άγγιζε, σε χάιδευε.

Στο κουτί δεν υπάρχει ούτε μία φωτογραφία από τον γάμο μου. Δεν τις πέταξα όταν χώρισα, όχι. Κάηκαν όλα τα φιλμ. Δύο άνθρωποι τραβούσαν την τελετή και δεν βγήκε ούτε μία φωτογραφία.

Έχω αφήσει έξω πολλές ιστορίες χαρούμενες και θλιβερές, γιορτές σε βεράντες, χορούς σε παραλίες, βόλτες σε χιονισμένες πόλεις, τραπέζια με φίλους που πέθαναν, καλοκαίρια σε νησιά και βουνά.

Και τώρα νομίζω πως ήρθε η ώρα να κλείσω τα μάτια, να βουτήξω το χέρι μου στο κουτί και να δώσω την ευκαιρία στη φωτογραφία που θα τραβήξω έτσι, στην τύχη, να γράψει τον επίλογο και να κάνει φινάλε.

Είναι από το στούντιο με τη Μάγια. Είμαστε όλοι εκεί: Άρης, Μιχάλης, Μαριτίνα, Βαρβάρα, Άκης, Μαρία, Ελένη, Καρυοφυλλιά, εγώ. Τότε που όλα φαίνονταν πιθανά και το μέλλον φάνταζε σαν μια χώρα γεμάτη προκλήσεις και θαύματα, τότε που ο «λόγος του σώματος» και «το σώμα του λόγου» είχαν σημασία όχι μόνο στο θέατρο αλλά και στη ζωή, τότε που οι οικογένειες των ανθρώπων ήταν και οι φίλοι τους και οι συνεργάτες τους.