Το ποίημα να γίνει σύνθημα…

Μαρία Παπαγιάννη4770


+100%-

της Μαρίας Παπαγιάννη  – 

Στη μικρή μας χώρα, έχω ανακαλύψει ένα μικροσκοπικό χωριό που δεν υπάρχει σε κανέναν χάρτη. Εκεί πηγαίνω συχνά για να ατενίζω το Λιβυκό Πέλαγος και τα Αστερούσια, τα βουνά που φτάνουν ως τ’ αστέρια. Σ’ αυτόν τον τόπο μένουν κάποιοι αετοί που τρώνε μόνο το μεδούλι, ρουφώντας το σχολαστικά μέσα από τα κόκαλα των θυμάτων τους.

Είναι ένας μικρός τόπος, όπου δεν περνάει κανένας δρόμος που να σε οδηγεί κάπου αλλού. Οι άνθρωποι βγάζουν τα απαραίτητα από τα περιβόλια τους και τα ζώα τους και βγάζουν κι αυτά που νοστιμίζουν τη ζωή, αλάτι από τα βράχια της θάλασσας και μέλι, δώρο των μελισσών για το θυμάρι που περισσεύει στην περιοχή.

Εδώ οι άνθρωποι δεν έχουν ταξιδέψει ποτέ. Όμως, ξέρουν ιστορίες για κάθε πέτρα του τόπου τους. Σαν τα μάτια τους να μην ξέχασαν, να μην κουράστηκαν, και βλέπουν κι ακούνε περισσότερα πράγματα από τους άλλους. Αυτός ο μικρός τόπος είναι μια κουκκίδα άμμου στη μεγάλη Ευρώπη. Κι εδώ μένουν νεαροί Ευρωπαίοι που κάνουν χιλιόμετρα κάθε μέρα για να φτάσουν στο σχολείο.

Όλα τους παιδιά

Από την άλλη μεριά, στο σπίτι μου στην Αθήνα, μεγαλώνω δίπλα σ’ εφήβους που ονειρεύονται να κάνουν σπουδές, να γυρίσουν τον κόσμο, που πάνε στο σχολείο, στο θέατρο, σε μουσεία, σε συναυλίες, σε κλαμπ. Κι αυτοί κι οι φίλοι τους είναι Ευρωπαίοι με τα ίδια δικαιώματα, ελπίζω, με τα παιδιά που ζούνε στο απομονωμένο χωριό της Κρήτης, αλλά και με τα παιδιά που μεγαλώνουν στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης. Είναι όλοι παιδιά. Μικρά κομμάτια της μεγάλης οικογένειας. Και πρέπει να μάθουν να μοιράζονται τον ίδιο κόσμο, να νοιάζονται ο ένας για τον άλλον.

Όλα αυτά τα παιδιά σήμερα συναντιούνται και κολυμπούν μαζί στον παράδεισο του Διαδικτύου. Μια ευτυχισμένη περίοδος υπερπληροφόρησης, όπου ο υπολογιστής είναι τα πάντα. Παιχνίδι, πληροφορίες, γνώσεις. Δεν είναι όμως κάτι ολοκληρωμένο, με αρχή, μέση και τέλος, όπως είναι ένα βιβλίο, μια παράσταση, μια ταινία. Πώς να μιλήσεις, λοιπόν, σ’ αυτά τα παιδιά που σερφάρουν με ταχύτητα στην επιφάνεια μιας θάλασσας;

Από πού να πιάσεις τον μίτο της Αριάδνης, να τα πείσεις ότι αυτός ο κόσμος μπορεί να είναι γεμάτος αδικίες, αλλά αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουν, μπας και τα καταφέρουν να τον κάνουν καλύτερο. Τα παιδιά, όπου κι αν μεγαλώνουν, βλέπουν και μαθαίνουν πια γρήγορα στην εποχή μας ότι ο κόσμος είναι γεμάτος αναίτιους πολέμους, παράλογη βία, κοινωνική αδικία κι ότι στο τέλος δε νικάνε πάντα οι καλοί.

«Μια φορά κι έναν καιρό»

Και να που μέσα σ’ όλα αυτά τα καθημερινά, το βασίλειο του «Μια φορά κι έναν καιρό» μπορεί να αλλάζει φόρμα, αλλά παραμένει σταθερό κι όρθιο όπως οι ανεμόμυλοι του Δον Κιχώτη. Μήπως είναι η ανάγκη μας να ζήσουμε τη ζωή μας απλά, όπως οι κάτοικοι ενός παλιού χωριού που αφουγκράζονται τη γη και παρατηρούνε τις κινήσεις του ουρανού; Μήπως είναι η ανάγκη μας να ονειρευτούμε ένα καινούριο παραμύθι;

Άλλωστε, σε διάφορες περιόδους της ιστορίας, οι μύθοι δεν ήταν ο τρόπος να εξηγηθούν τα ανεξήγητα; Μήπως και η εποχή μας βρίσκεται ακριβώς στην ίδια στιγμή; Στη στιγμή που έχουμε ανάγκη έναν σύγχρονο μύθο που θα μας μάθει ν’ ακούμε ο ένας τον άλλον, ν’ ακούμε τη γη πριν την καταστρέψουμε τελείως κι ύστερα να ρουφάμε το μεδούλι, όπως οι αετοί της Κρήτης;

Αγαπώ τα παραμύθια και, αν κάτι μου έμαθαν, είναι ότι αυτός που νικάει στο τέλος είναι αυτός που θα τα βάλει με όλα τα στοιχειά, αυτός που θα διασχίσει το σκοτεινό δάσος κι εκείνος που θα κοντοσταθεί να αφουγκραστεί αυτό που του λέει ο δράκος, η πορτοκαλιά ή η ζαρωμένη γριά. Αυτός που βιάζεται δε θα ακούσει ποτέ τη μαγική συμβουλή. Μήπως, λοιπόν, ήρθε η στιγμή να μάθουμε ν΄ ακούμε τους άλλους;

Να μάθουμε να ακούμε τον άλλον, λοιπόν, όσο διαφορετικός κι αν είναι από μας. Στην Ελλάδα, στο μαντείο της αρχαίας Δωδώνης, οι προφητείες δίνονταν από μια αρχαία βελανιδιά. Στα παραμύθια, όσοι βιάζονται να σωθούν, όσοι βιάζονται να αρπάξουν τα πολύτιμα για τον εαυτό τους, όσοι δεν έχουν την υπομονή να σκύψουν και ν’ ακούσουν το πιο δύσμορφο πλάσμα, δε θα ξεδιψάσουν ποτέ τη λαχτάρα τους.

Μια σαύρα ζητούσε βοήθεια

Μια μέρα, όταν ο γιος μου ήτανε μικρός, τρέχαμε να προλάβουμε να πάμε στο σχολείο πριν χτυπήσει το κουδούνι. Ο γιος μου ξαφνικά σταμάτησε. «Κάτι άκουσα μέσα στα δέντρα. Μια σαύρα ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια». Τον κοίταξα θυμωμένη. Άλλη μια πρόφαση για να χάσουμε το σχολείο. Κι ύστερα αυτός έβαλε τα κλάματα. Γύρισα και είδα ένα κουρασμένο δέντρο στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης.

Ο μικρός όμως επέμενε: «άκου». Και ξαφνικά ένιωσα τόσο φτωχή! Πόσο δύσκολο είναι στους ρυθμούς της καθημερινότητας να μπορέσω να ακούσω την κραυγή μιας απελπισμένης σαύρας. Πόσο πλούσιος ήταν ο γιος μου που μπορούσε να ακούσει την κραυγή για βοήθεια, που μπορούσε να μεταμορφώσει την πραγματικότητα για να μπορέσει να επιβιώσει. Πόσο πλούσια είναι τα παιδιά όλου του κόσμου πριν ευνουχίσουμε τη φαντασία τους. Πόσο ευτυχισμένα είναι όταν μέσα από τη φαντασία τους αναζητούν τον τρόπο να καταλάβουν κι αυτόν τον κόσμο.

Τι χρειάζονται τα παιδιά της Ευρώπης, είτε μένουν στην μικρή απομονωμένη κουκκίδα, είτε στις μεγάλες πόλεις του κόσμου; Παραμύθια, πολλά παραμύθια για να ξορκίσουν το κακό. Για να καταλάβουν ότι η ζωή αξίζει τον κόπο.

Φτάσε όπου δεν μπορείς…

Μου έρχονται στον νου σκόρπιες λέξεις από βιβλία που έχω εγώ αγαπήσει παιδί, λέξεις σαν ευχές. Όπως εκείνη την κουβέντα του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα, του Νίκου Καζαντζάκη: Φτάσε όπου μπορείς ή καλύτερα Φτάσε όπου δεν μπορείς. Κι εκείνος ο στίχος του Νίκου Καββαδία: Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία, ή Λυπήσου εκείνους που δεν ονειρεύονται. Και πάνω απ’ όλα αυτό που μας ψιθύρισε κάποτε ένας τυφλός παραμυθάς:

«Γνώρισε πολιτείες πολλές, έμαθε πολλών ανθρώπων τις βουλές, κι έζησε καταμεσής στο πέλαγος, πάθη πολλά που τον σημάδεψαν, σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή και των συντρόφων του τον γυρισμό. Κι όμως δεν μπόρεσε, που τόσο το επιθυμούσε, να σώσει τους συντρόφους. Γιατί εκείνοι χάθηκαν απ’ τα δικά τους τα μεγάλα σφάλματα, νήπιοι και μωροί, που πήγαν κι έφαγαν τα βόδια του υπέρλαμπρου Ήλιου, κι αυτός τους άρπαξε του γυρισμού τη μέρα».

Να γνωρίσεις, δηλαδή, όλο τον κόσμο, να ταξιδέψεις, να μάθεις, να πάθεις, κι αν βρεθείς στη μέση του πελάγους, να βρεις τον τρόπο να γυρίσεις πίσω ή να πας εκεί που θέλεις. Χάνεται ο καθένας από τα δικά του σφάλματα. Μακάρι να μπορούσαμε να ακούσουμε όσα μας ψιθύρισαν κάποτε κάποιοι ποιητές. Γιατί αυτό είναι τα παραμύθια και τα ποιήματα και η λογοτεχνία. Μοιρασμένη γνώση, μοιρασμένες ιστορίες, μοιρασμένα όνειρα.

Κι αν κάποτε δούμε όλοι μαζί το ίδιο όνειρο, ίσως να καταλάβουμε αυτούς τους στίχους του Ναζίμ Χικμέτ που διάβασα γραμμένους σ’ έναν τοίχο: «Το ζήτημα δεν είναι να είσαι αιχμάλωτος, το να μην παραδίνεσαι, αυτό είναι». Κι ίσως τότε το ποίημα να γίνει σύνθημα.

bookmark icon