Δεν αντιμετωπίζεται ο τουρκικός αναθεωρητισμός με προσωπική διπλωματία
11/02/2026
Παρ’ όλο που το κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει βαρύνει μετά τις δύο NAVTEX, που κατ’ ουσίαν απαγορεύουν στην Ελλάδα, χωρίς τουρκική άδεια και υπό την απειλή χρήσης βίας, οποιαδήποτε κίνηση ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού, θέτοντας παράλληλα θέμα αποστρατιωτικοποίησης 25 ελληνικών νησιών – τα οποία επανέλαβε και ο Ομέρ Τσελίκ – ο πρωθυπουργός θα συμμετάσχει στη προγραμματισμένη σύσκεψη του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας και Τουρκίας.
Η πρακτική του διαρκούς μακροχρόνιου “διαλόγου”, χωρίς να τίθενται “κόκκινες γραμμές”, οδηγεί σε έναν επικίνδυνο εγκλωβισμό, με τη χώρα μας να μην διεκδικεί τίποτε, ενώ θα μπορούσαμε να βάλουμε στα θέματα προς διαπραγμάτευση τις κατάφωρες παραβιάσεις από την Τουρκία της συνθήκης της Λωζάνης στην Ίμβρο και Τένεδο, το θέμα των αποζημιώσεων στους Ελληνορθόδοξους της Κωνσταντινούπολης, των οποίων καταπατήθηκε η περιουσία, τη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης κλπ. Αντ’ αυτού συζητούμε τις συνεχώς αναπνεούμενες διεκδικήσεις της Τουρκίας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Επί πλέον, η ανεπαρκής ελληνική εξωτερική πολιτική δεν έχει καταφέρει να αναδείξει αποτελεσματικά στους εταίρους μας τις τουρκικές προκλήσεις, ώστε να αποδομήσει τη γείτονα, υπό το φόβο διατάραξης των “ήρεμων νερών”. Ένα ερώτημα που γεννάται είναι αν έχει το δικαίωμα ο Γιώργος Γεραπετρίτης να ηγείται του ελληνοτουρκικού διαλόγου, δίχως λαϊκή νομιμοποίηση. Η τοποθέτηση στο υπουργείο Εξωτερικών προσώπου που δεν είναι εκλεγμένος βουλευτής και επομένως δεν έχει λαϊκή νομιμοποίηση, συμβαίνει για πρώτη φορά μετά το 1977. Να προσθέσουμε και την υφυπουργό Εξωτερικών, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, η οποία επίσης δεν έχει εκλεγεί από το λαό.
Ως αποτέλεσμα, η επερχόμενη διαπραγμάτευση προβλέπεται να γίνει επί των τουρκικών μονομερών επεκτατικών διεκδικήσεων, με αποτέλεσμα ένας επερχόμενος συμβιβασμός ουσιαστικά θα αφορά παραχωρήσεις εκ μέρους μας. Για την συμμετοχή στη σύσκεψη θα έπρεπε να αιτηθούν ως προαπαιτούμενα: H ακύρωση του casus belli και η εγκατάλειψη του επεκτατικού δόγματος της “Γαλάζιας Πατρίδας”. Η Αθήνα δεν έχει κατανοήσει ότι, ακόμη και αν η Ελλάδα ικανοποιούσε όλες τις παρούσες απαιτήσεις της Τουρκίας, σε δεύτερο χρόνο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων θα έμπαιναν οι επόμενες μελλοντικές μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις.
Στρατηγική κατευνασμού της Τουρκίας
Η ελληνική εξωτερική πολιτική έναντι της Τουρκίας ασκείται τις τελευταίες δεκαετίες με βάση τη στρατηγική του κατευνασμού, που είναι ιστορικά καταστροφική για τα εθνικά συμφέροντα. Η καταφυγή στον κατευνασμό, που συνοδεύεται από υποχωρήσεις, δείχνει αδυναμία, την οποία εκμεταλλεύεται η Τουρκία για να θέτει στο τραπέζι συνεχώς και νέες διεκδικήσεις. Στο λιποβαρές ελληνικό πολιτικό σύστημα διαφεύγει ότι ο κατευνασμός συνήθως οδηγεί, πρώτα σε ήττα χωρίς πόλεμο και μετά στον πόλεμο. Κι αυτό, επειδή μακροπρόθεσμα έχει σαν αποτέλεσμα την υπέρμετρη αύξηση των διεκδικήσεων και απαιτήσεων του ισχυρότερου, με αποτέλεσμα στο τέλος αναπόφευκτα, είτε το ασθενέστερο κράτος θα υποκύψει ολοκληρωτικά στις αξιώσεις του ισχυρότερου ή θα εξωθηθεί σε πολεμική σύγκρουση.
Διαχρονικά, ο κατευνασμός είναι γενικά μία αποτυχημένη στρατηγική, που οδηγεί νομοτελειακά στη σύγκρουση. Υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις η συγκεκριμένη στρατηγική δύναται να είναι αποτελεσματική, όταν το κατευναζόμενο κράτος κινείται στα πλαίσια του Διεθνούς Δικαίου και συνδυάζεται με μια αξιόπιστη και αποφασιστική αποτρεπτική δύναμη.
Η σχολή σκέψης στην Αθήνα εμμονικά ισχυρίζεται ότι αυτή η στρατηγική είναι επιτυχημένη, καθ’ όσον έχει αποτραπεί η σύγκρουση με την Τουρκία, όταν η γείτονα χώρα έχει διαχρονικό δόγμα τον επεκτατισμό και την επιβολή των διεκδικήσεων της, μέσω της παραχάραξης της Ιστορίας. Μία χώρα δεν εξαγοράζει την ειρήνη ανεχόμενη επεκτατικές πρακτικές. Κι αυτό, επειδή η ανοχή ενθαρρύνει νέες διεκδικήσεις. Στην περίπτωσή μας πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως η Τουρκία προωθεί τους εθνικούς αντικειμενικούς της σκοπούς, με την στρατηγική πίεσης που ασκεί, χωρίς πολεμική σύγκρουση.
Ενώ η Αθήνα ευαγγελίζεται (τουλάχιστον μέχρι πρότινος), στρουθοκαμηλίζοντας την Διακήρυξη των Αθηνών και τα “ήρεμα νερά”, οι Τούρκοι συνεχίζουν τις προκλήσεις τους. Στις δύο πρόσφατες τουρκικές NAVTEX, η επιλογή του χρόνου δεν ήταν καθόλου τυχαία, καθώς το συνηθίζει η Άγκυρα να προκαλεί πριν από τις ελληνοτουρκικές συναντήσεις για να “ανανεώνει” το φοβικό σύνδρομο της πολιτικής μας ηγεσίας.
Οι νέες προκλήσεις προδικάζουν το εύρος των θεμάτων, τα οποία θα τεθούν κατά την επικείμενη διμερή συνάντηση κορυφής. Παρατηρώντας την πραγματιστική ευέλικτη και ταυτόχρονα επιθετική τουρκική διπλωματία, δεν μπορεί κανείς να μην μελαγχολήσει αναλογιζόμενος την διπλωματική “πενία” της χώρας μας, που αναλίσκεται, με κάποιες εξαιρέσεις, τις τελευταίες δεκαετίες σε μία πολιτική υποτέλειας υπαγορευόμενη από το άγος της ηττοπάθειας.
Αύξηση της αποτρεπτικής ικανότητας
Ο μεγάλος κίνδυνος για τη χώρα μας δεν είναι η απειλή της Τουρκίας, αλλά το εκ των έσω πνεύμα υποχωρητικότητας, μοιρολατρίας και συμβιβασμού, στα ζητήματα της εθνικής ακεραιότητας και κυριαρχίας, που διακατέχει τις ελληνικές ελίτ! Ο τουρκικός αναθεωρητισμός αντιμετωπίζεται μόνο με την αύξηση της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας μας. Αντί να προταθεί λοιπόν μία πανεθνική προσπάθεια, με την οικονομική συνδρομή των Ελλήνων ολιγαρχών και των ομογενών, για την αμυντική θωράκιση της χώρας και την αύξηση της αποτροπής, προτείνεται προφανώς να υποχωρήσουμε τώρα, γιατί στο μέλλον θα κάνουμε μεγαλύτερες υποχωρήσεις.
Η τουρκική νεοθωμανική πολιτική αντιμετωπίζεται με εθνικό συναγερμό, με στόχο την οικονομική ανάπτυξη και τη δημογραφική ευρωστία, ώστε να βελτιώσουμε το συσχετισμό δυνάμεων σε αυτούς τους τομείς. Το 1950 η Τουρκία είχε 21 εκατομμύρια πληθυσμό και η Ελλάδα περί τα 10 εκατ. και το 2023 η Τουρκία έχει 85 εκατομμύρια με αυξητικές τάσεις και η Ελλάδα περί τα 10 εκατ. με τάση μείωσης. Το 1960 η Ελλάδα είχε ΑΕΠ περί τα 4,3 δισ. δολάρια και η Τουρκία περί τα 7. Σήμερα η Ελλάδα έχει περί τα 230-240 δισ. και η Τουρκία περί τα $1,57 τρισεκατομμύρια.
Η τουρκική πολιτική διαχρονικά έχει ένα σταθερό και πατριωτικό εθνικό σχεδιασμό, διαθέτει στελέχη με διπλωματικές ικανότητες, τα οποία διαμορφώνουν μία σταθερή στρατηγική, που έχει συνέχεια και συνέπεια. Επιδίωξη του Ερντογάν, όντας δεινός ισορροπιστής, είναι να καταστήσει τη Τουρκία ανεξάρτητο γεωπολιτικό παίκτη, που θα ελίσσεται και θα ισορροπεί ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, στον υπό διαμόρφωση πολυπολικό κόσμο. Προς αυτήν την κατεύθυνση διεκδικεί στο διεθνές σύστημα τον ρόλο μιας περιφερειακής οικονομικής, στρατιωτικής και πολιτικής δύναμης με επιρροή στην Κεντρική Ασία, στην Κεντρική Αφρική, στη Μέση Ανατολή, στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη.
Μετά τις θετικές εξελίξεις για τα τουρκικά εθνικά συμφέροντα στη Συρία και στη Λιβύη, είναι πιθανόν η Άγκυρα αυξήσει την πίεση στη χώρα μας, θεωρώντας ότι συνεπικουρεί σε αυτήν την στρατηγική η παρουσία Τραμπ και Μητσοτάκη στις ηγεσίες ΗΠΑ και Ελλάδας. Η χώρα μας αποτελεί εμπόδιο στην κυριαρχία της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ως προς την Ελλάδα, η Τουρκία επιδιώκει να εφαρμόσει το δόγμα του Σουν Τζου «η μεγαλύτερη τέχνη στον πόλεμο είναι να υποτάξεις τον εχθρό χωρίς μάχη».
Οι γεωπολιτικές φιλοδοξίες της Τουρκίας ανησυχούν δυνάμεις, όπως η Γαλλία, το Ισραήλ και η Αίγυπτος, που ποντάρουν και στην Ελλάδα ως παράγοντα ανάσχεσης και περιορισμού της αναγεννώμενης τουρκικής ισχύος. Η ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, εάν είχε τη διπλωματική ικανότητα, θα αναδείκνυε τον κίνδυνο, που θα απειλούσε τα γεωπολιτικά συμφέροντα όχι μόνον των προαναφερόμενων χωρών, αλλά και των ΗΠΑ και της Ρωσίας, τη κυριαρχία της Τουρκίας στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο. Μία ακόμη πιο ισχυρή Τουρκία, με αυξημένο διπλωματικό αποτύπωμα, θα καθίστατο ακόμη πιο επεμβατική, σε πεδία όπως η Ευρασία, η Μέση Ανατολή τα Βαλκάνια και η Αφρική, όπου συναντώνται αντικρουόμενα συμφέροντα.
Προσωπική διπλωματία και Τουρκία
Διατυπώνονται αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση – με την ανοχή μέρους της αντιπολίτευσης – διαχειρίζεται τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό. Όμως, εδώ που έχουν φθάσει τα πράγματα, οι αιχμές και οι δηλώσεις από μόνες τους δεν έχουν αποτέλεσμα. Όσοι θέλουν και μπορούν να σώσουν ό,τι μπορεί να σωθεί, πρέπει να προχωρήσουν και σε πράξεις… Επί πλέον η αντιπολίτευση, θα έπρεπε να δηλώσει ξεκάθαρα ότι μελλοντικά δεν θα δεσμευτεί από το πλαίσιο των συνομιλιών υποτέλειας της χώρας στον τουρκικό ιμπεριαλισμό.
Εν κατακλείδι, η κυβέρνηση, διαπραγματευόμενη με την Τουρκία, πρέπει να αναλογισθεί το ιστορικό χρέος της απέναντι στις τωρινές και τις επόμενες γενιές, αλλά και σε όσους με τους αγώνες και το αίμα τους μας κληροδότησαν τα σημερινά όρια της ελληνικής επικράτειας. Εκείνο που ξενίζει είναι ότι στο σημείο που έχει έρθει η ελληνοτουρκική διαπραγμάτευση με καίρια θέματα στο τραπέζι, συνεχίζεται η προσωπική διπλωματία.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός αγνοεί ή δεν αντιλαμβάνεται τις συνέπειες τυχόν λανθασμένων αποφάσεών του. Πηγαίνει σε μία ναρκοθετημένη συνάντηση με αυτοπεποίθηση ενός… Ταλεϋράνδου, χωρίς καμία διαβούλευση με τους διατελέσαντες πρωθυπουργούς, έστω και από σκοπιμότητα, ώστε να επιμερίσει την ευθύνη. Αγνοεί ή αλαζονικά αδιαφορεί για το γεγονός ότι το κόστος μίας διπλωματικής αβελτηρίας θα αποδοθεί αποκλειστικά σ’ αυτόν με ό,τι αυτό συνεπάγεται…
Κλείνοντας παραθέτουμε δύο ρήσεις, που θα πρέπει να αφουγκρασθούν στην κυβέρνηση: «Σου δόθηκε η ευκαιρία επιλογής μεταξύ πολέμου και εξευτελισμού. Επέλεξες τον εξευτελισμό και θα λάβεις και τον πόλεμο» (Ουίνστον Τσώρτσιλ στο Νέβιλ Τσάμπερλεϊν, μετά τη Συμφωνία του Μονάχου το 1938). «Βιώσιμο είναι το κράτος που διαθέτει επαρκή ισχύ για να εφαρμόσει τις πρόνοιες του Διεθνούς Δικαίου για την επικράτειά του» (Χανς Μοργκεντάου).





