“Ιβάνοφ”: Η αισιοδοξία της απελπισίας…
18/02/2026
Ύλλος: “Κανείς δεν γνωρίζει το μέλλον. Μας θλίβει το παρόν, μας θλίβει και η ντροπή των θεών, μα πιο πολύ μας θλίβει το φοβερό μαρτύριο του πάσχοντος ανθρώπου” (Τραχίνιαι, 5ος αι. π. Χ, Σοφοκλής, μτφ. Κ. Χ. Μύρης). “Αν ο άνθρωπος επινόησε το διάβολο, τότε τον φαντάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση του” (“Αδελφοί Καραμαζώφ”, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι). ” Όλοι, ανεξαιρέτως, πετυχαίνουμε στον πόνο”! (+ Ο Γέρων Βασίλειος, τ. ηγούμενος της Μονής Ιβήρων σαν Σάμιουελ Μπέκετ).
Όλα όσα πιστεύαμε, έστω εθελοτυφλώντας, επί δεκαετίες, είναι πλέον σενάριο παλαιομοδίτικου έργου που δεν βρίσκει θεατρώνη επειδή αδιαφορεί παγερά το κοινό και επειδή ως υπόθεση βρίσκεται εκτός εποχής… Μιας εποχής καθολικών εκπτώσεων και γενικευμένης φτήνιας. Αυτή είναι η εποχή μας. Μπορεί να μας πει κάτι σχετικά ο Τσέχωφ σήμερα; Ο Γιάννης Χουβαρδάς τον αφουγκράστηκε με τον “Ιβάνοφ”. Στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.
Ο “Ιβάνοφ” είναι ένα νεανικό δράμα τεσσάρων πράξεων του Άντον Τσέχοφ (1860 – 1904) που το έγραψε όταν ήταν 26 ετών. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1887, όταν ο Φιοντόρ Κορς, ιδιοκτήτης του θεάτρου Κορς στη Μόσχα, ανέθεσε στον συγγραφέα – γιατρό να γράψει μια κωμωδία. Ήδη από το 1881 εκείνος είχε γράψει τον πλατωνικό (;) Πλατόνοφ, δράμα σε τέσσερις πράξεις που όμως έγινε γνωστό μετά τον θάνατο του από φυματίωση. Και ο “Πλατόνοφ” έχει ανεβεί στο ΔΘΠ το 2024 σε σκηνοθεσία του στανισλαφκικού Άντολφ Σαπίρο.
Μια πρωτότυπη δημιουργία του Τσέχωφ
Ο Τσέχωφ το 1886 γράφει το μονόπρακτο “Κύκνειο άσμα”. Όπως μας πληροφορούν οι πηγές, το ανέβασμα του “Ιβάνοφ” από το Θεάτρου Κορς στη Μόσχα ήταν μάλλον αποτυχία γεγονός που οδήγησε τον δημιουργό σε αναθεώρηση των δραματικών του εργαλείων. Ακολούθησε ο “Δαίμονας του δάσους” δηλαδή η πρώτη εκδοχή του Θείου Βάνια, έργου που συγγενεύει ιδεολογικά με τον Ιβάνοφ. Το 1888 του απονέμεται το Βραβείο Πούσκιν.
Με την αρχή του έργου μεταφερόμαστε στην μεταπολεμική Αμερική, καθώς η ζωντανή ηλεκτρική κιθάρα του Blaine L. Reininger των Tuxedo Moon (αλλά και η γενικότερη παρουσία του ως μονοπρόσωπος χορός του δράματος) ντύνει τα επεισόδια με την ατμόσφαιρα” των blues.
Για να αποκρυσταλλώσω μία πιο τεκμηριωμένη άποψη, είδα για δεύτερη φορά – χάρη στις ευγενικές προσκλήσεις του Νίκου Διαμαντή – τον “Ιβάνοφ” του Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Γιώργου Χουβαρδά (Δημοτικό Θέατρο Πειραιά). Η παράσταση που είναι ένα ευφορικό καρναβάλι αλά Μπαχτίν το οποίο πάντως δύσκολα κρύβει το υποδόριο δράμα, ξεκινάει με όλους τους πρωταγωνιστές επι σκηνής χωρίς να διαφοροποιούνται οι πράξεις ή σκηνές. Ένα δημιουργικό χάος οπτικό και ηχητικό από την πρώτη στιγμή ως την τελευταία.
Από την αρχή επίσης η εμφάνιση ενός πιστολιού προοιωνίζεται το τέλος κι από την αρχή επίσης ο Ιβάνοφ παρουσιάζεται γεμάτος κυκλοθυμικές παλινωδίες και άγχος ύπαρξης. Δεν βρίσκει πουθενά, κανένα νόημα σαν γνήσιος ρομαντικός ήρωας που έλκει την καταγωγή του από τον Ντον Τζιοβάνι, τον Βέρθερο αλλά και την ποίηση του Πούσκιν.
Μόνο που ο συγκεκριμένος Ιβάνοφ κινείται περισσότερο στο μεταίχμιο του μοντερνισμού και του μεταμοντέρνου παρά στην ηρωική εποχή 19ου αιώνα. Ο ίδιος, παρά τον θαυμασμό ή και τον έρωτα του περίγυρου του, δεν αισθάνεται διόλου ήρωας. Αντίθετα. Οικτίρει την αδυναμία και τον μισανθρωπισμό του. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα παρουσιάζονται σαν γκροτέσκες, μονοδιάστατες φιγούρες – μόνο και μόνο για να αντικατοπτριστούν επάνω τους οι πολυάριθμες, αλληλοσυγκρουόμενες πλευρές της προσωπικότητας του πρωταγωνιστή.
Αυτό ήταν ένα στοίχημα του Χουβαρδά που άλλοτε λειτούργησε και άλλοτε όχι, κυρίως γιατί η διανομή ήταν μάλλον άνιση. Προσωπικά ξεχώρισα εκ των εκτός από τον πολυδιάστατο Ξάφη, τη Μαρία Σκουλά και τον Χάρη Φραγκούλη. Αλλά και τα δύο κορίτσια της παράστασης – ως το θετικό και το αρνητικό πρόσωπο του θήλεος – μόχθησαν πολύ ώστε να συμβάλουν στην ιχνογράφηση του κεντρικού ήρωα.
“Ιβάνοφ”: Ο τρόμος του κενού
Είναι επίσης χαρακτηριστικό πως ενώ ο Ιβάνοφ – Ξάφης δεν γελά καθόλου στις δύο ώρες που διαρκεί η παράσταση, θα ξεκαρδιστεί σαν μικρό παιδί λίγο πριν την αυτοκτονική σφαίρα του τέλους. Σημαίνοντας έτσι την λύτρωσή του από την υπαρξιακή αγωνία και από την απώλεια κάθε νοήματος της ζωής. Ένας Πήτερ Παν, θύμα μιας ανώριμης αξιοπρέπειάς του που ο περίγυρός του δεν κατάλαβε ποτέ. Κι ενώ όλος ο υπόλοιπος θίασος ακολουθεί ένα διαβολεμένο overplay, ο Ξάφης επιλέγει μια πολυδιάστατη σουρντίνα.
Σαν να είναι απών, σαν να διεκπεραιώνει κάτι που κατά βάθος δεν τον αφορά. Και τότε γεννιέται η μεγάλη ερμηνεία σε μίαν όχι εύκολη ούτε μονοσήμαντη παράσταση. Η οποία πάντως αρχίζει να λειτουργεί στο θυμικό του θεατή όταν σβήσει και το τελευταίο χειροκρότημα…Το είπε πολύ εύστοχα ο σκηνοθέτης Μπρεσόν: “Να τραβάς την προσοχή του κοινού (όπως λέμε ότι “τραβάει” μια καμινάδα).
ΥΓ. Δίπλα στους ευρηματικούς στίχους (στα αγγλικά και τα γαλλικά) του Χουβαρδά που νοηματοδοτούν τα τραγούδια της παράστασης, προσθέτω ενισχυτικά κι έναν δικό μου: “Τί κι αν όλη την ημέρα σφυρηλατώ την πανοπλία μου; Έρχεται η νύχτα – πάντα η νύχτα – και με βρίσκει πάλι ξαρμάτωτο”.





