ΘΕΜΑ

Ίμια 30 χρόνια μετά – Μια εναλλακτική ερμηνεία

Ίμια 30 χρόνια μετά – Μια εναλλακτική ερμηνεία, Θεόδωρος Καρναβάς
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΓΕΝ/STR

Έχουν γραφτεί πολλά όλα αυτά τα χρόνια, τόσο επιχειρησιακά όσο και πολιτικά, για την κρίση των Ιμίων. Το μεγάλο ερώτημα που πλανάται ακόμα είναι γιατί η κρίση κυοφορήθηκε τότε. Γιατί επέλεξαν οι Τούρκοι εκείνο το χρονικό σημείο για το κορυφαίο διάβημα των παράνομων διεκδικήσεών τους στο Αιγαίο.

Υπάρχει η άποψη ότι η κρίση ξεκίνησε τυχαία από την προσάραξη του τουρκικού εμπορικού πλοίου το Δεκέμβρη του 1995. Τότε, ο Τούρκος καπετάνιος αρνήθηκε να δεχτεί τη βοήθεια του ελληνικού λιμενικού, ισχυριζόμενος ότι τα νησιά ήταν τουρκικά. Στη συνέχεια, με βάση την άποψη αυτή, η κρίση κλιμακώθηκε από σειρά ελληνικών λαθών που εκμεταλλεύτηκε η Τουρκία. Κανείς δεν παραγνωρίζει τον παράγοντα τύχη στην Ιστορία, ακόμα και στα μεγάλα γεγονότα. Και κανείς δεν υποτιμά τα όποια επιχειρησιακά λάθη έγιναν εκείνες τις ημέρες.

Ακόμα κι αν η προσάραξη ήταν τυχαία, η συνέχεια δεν μπορεί να ήταν. Γνωρίζουμε πλέον πόσο συστηματικά λειτουργεί το τουρκικό βαθύ κράτος και πόσο ελέγχει την πολιτική κατάσταση και τα ΜΜΕ στη χώρα. Περιστατικά με ναυάγια και προσαράξεις έχουν συμβεί πολλά στο Αιγαίο μέσα στις δεκαετίες. Η κλιμάκωση που επιχειρήθηκε τότε δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες: Η Άγκυρα επέλεξε τότε την κρίση για την προώθηση των μακροπρόθεσμων γεωπολιτικών στόχων της. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι γιατί η Τουρκία επέλεξε εκείνο το χρονικό σημείο.

Θυμίζεται ότι είχε προηγηθεί στις 8/6/1995 η απόφαση της τουρκικής εθνοσυνέλευσης για το casus belli εναντίον της Ελλάδας σε περίπτωση που η τελευταία επεξέτεινε τα χωρικά της ύδατα στα 12ν.μ. Η Τουρκία έκτοτε μας απειλεί με πόλεμο, αν η Ελλάδα ασκήσει ένα μονομερές δικαίωμά της σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Είχε προηγηθεί από Τούρκο αξιωματικό του ναυτικού ήδη από την περίοδο 1991-1993 η καινοφανής τότε θεωρία των «γκρίζων ζωνών». Συνεπώς, η Τουρκία αναζητούσε την κατάλληλη συγκυρία για το συνολικό διάβημά της.

Στρατηγική κλιμάκωση λόγω συγκυρίας 

Επίσης, η Άγκυρα ιστορικά δεν προχωράει ποτέ σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, αν δεν έχει υψηλό βαθμό βεβαιότητας για την επιτυχία τους. Αυτό απέδειξε στην Κύπρο την περίοδο 1960-1974, αυτό έχει αποδείξει πολλές φορές στο Κουρδικό και τη Συρία. Η ασταθής και αυταρχική φύση του τουρκικού καθεστώτος, τότε κεμαλικού και τώρα νέο- οθωμανικού, δεν του επιτρέπει να αντέξει την στρατιωτική αποτυχία σε επεκτατικό πόλεμο.

Μια ήττα αποσταθεροποιεί κάθε καθεστώς που λειτουργεί καταπιεστικά σε ένα ετερογενές εσωτερικό. Η άποψη που υποστηρίζει ότι η Άγκυρα εκμεταλλεύτηκε, όπως το 1974, το κενό εξουσίας λόγω της πρόσφατης ανέλιξης του Σημίτη στην πρωθυπουργία δεν είναι αβάσιμη, αλλά ο μηχανισμός εξουσίας δεν είχε αλλάξει. Η ηγεσίες των ενόπλων δυνάμεων και της ΕΥΠ παρέμεναν στη θέση τους και πλήρως λειτουργικές και η ηγετική ομάδα της τότε κυβέρνησης ήταν συνέχεια της προηγούμενης. Συνεπώς, δεν υπήρχε πραγματικό κενό εξουσίας και ο κρατικός μηχανισμός λειτουργούσε.

Εξάλλου, όπως έχει πια εξακριβωθεί από όλες τις μαρτυρίες, οι Τούρκοι δεν επιδίωκαν γενικευμένο πόλεμο. Η διάταξη των δυνάμεών τους στην περιοχή δεν παρέπεμπε σε τέτοια ετοιμασία. Ήθελαν αποδοχή, έστω έμμεση, της Αθήνας δια της απουσίας αντίδρασης, των αξιώσεών τους χωρίς να διολισθήσουν σε πόλεμο. Άρα, οι Τούρκοι επιδίωκαν ένα «σημειακό» περιστατικό νίκης για αυτούς που θα ανάγκαζε την Ελλάδα να αποδεχθεί εν τοις πράγμασι τις παράνομες διεκδικήσεις τους.

Ορθή τουρκική ανάγνωση της εσωτερικής συγκυρίας 

Η ανάγνωση της συγκυρίας από το τουρκικό βαθύ κράτος θα έπρεπε, λοιπόν, να λαμβάνει υπόψη του τρεις παράγοντες: Πρώτον, τις πιθανότητες επικράτησης πάνω σε ένα μεμονωμένο περιστατικό. Δεύτερον, τις πιθανότητες μη γενικευμένης αντίδρασης της Αθήνας. Και τρίτον, την αντίδραση και θέση του διεθνούς παράγοντα. 

Οι δύο πρώτοι παράγοντες θα απαιτούσαν μια ηγεσία στην Ελλάδα δεκτική στις «προσαρμογές» που επιζητούσε η Άγκυρα. Η επικράτηση σε ένα μεμονωμένο περιστατικό προϋποθέτει απουσία πολιτικής βούλησης από την άλλη πλευρά για κλιμάκωση. Η όλη στάση της τότε νεοσύστατης κυβέρνησης έδειχνε ότι δεν είχε σκοπό να προκαλέσει πιο εκτεταμένο επεισόδιο. Οι δυνατότητες υπήρχαν και στον Έβρο όπως έχει αποδειχθεί από τη μαρτυρία του τότε διοικητή Παραγιουδάκη (πρώην ΓΕΕΘΑ). 

Η στάση αυτή προέρχεται καταρχήν από την ιδεολογική και πολιτική αντίληψη της τότε ηγεσίας Σημίτη για τα εθνικά θέματα. Η ομάδα του περιώνυμου «εκσυγχρονισμού» ήταν υπέρ του «εξευρωπαϊσμού» της Ελλάδας, δηλαδή της απόλυτης σύμπλευσης με τα ευρωπαϊκά συμφέροντα πάντα στο πλαίσιο των ευρωατλαντικών συσχετισμών και θεσμών. Έτσι, έτειναν να βλέπουν όλα τα διεθνή θέματα υπό ευρωπαϊκό πρίσμα, ακόμα και τα αμιγώς ελληνικά για τα οποία οι ευρωπαϊκές ελίτ έχουν επιδείξει από παγερή αδιαφορία έως ανοικτή εχθρότητα (στάση απέναντι στην εισβολή και κατοχή της Κύπρου, Μακεδονικό κλπ). Για τους οπαδούς αυτού του ρεύματος, η Ελλάδα δεν αξίζει ή και δεν πρέπει να ασχολείται με ενδεχόμενες απόπειρες σφετερισμού ή και απειλές των γειτόνων της, διότι δεν έχει σημασία, εφόσον γινόμαστε Ευρώπη. Η κυριαρχία πάνω σε λίγες ελληνικές βραχονησίδες ήταν τόσο επουσιώδες για αυτούς όσο επουσιώδες θα ήταν για έναν Ευρωπαίο ή Αμερικανό. 

Σημειώνεται ότι αυτή η θεώρηση εξακολουθεί και σήμερα από τους πολιτικούς επιγόνους αυτού του ιδεολογικού ρεύματος σε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και μάλιστα κυβερνά. Και στο βαθμό που αυτή η αντίληψη συμπλέει ιστορικά με την αντίληψη της ανανεωτικής αριστεράς προερχόμενης από τη μήτρα του ευρωκομουνισμού (παλαιότερα ΣΥΝ, τώρα ΣΥΡΙΖΑ και διασπάσεις του), κατανοεί κανείς τη διαχρονική ισχύ του ρεύματος αυτού στη μεταπολιτευτική πολιτική ελίτ της Ελλάδας. 

Η θέση του διεθνούς παράγοντα 

Ταυτόχρονα, η επιδίωξη και οργάνωση από την Τουρκία του περιστατικού προϋπέθετε και σωστή ανάγνωση του διεθνούς παράγοντα. Με δεδομένη τη διεθνή ανυποληψία της τότε Ρωσίας, οι μόνοι διεθνείς παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις εξελίξεις ήταν η ΕΕ και κυρίως οι ΗΠΑ. Η ΕΕ τήρησε αναμενόμενα στάση Πόντιου Πιλάτου («δεν είναι θέμα της ΕΕ είναι θέμα της Ελλάδας»). Η Γερμανία, ηγέτιδα της ΕΕ, είναι παραδοσιακά φιλοτουρκική και με μεγάλα οικονομικά συμφέροντα με την Τουρκία. Αυτά δε θα διακυβεύονταν για λίγες ελληνικές βραχονησίδες.

Οι ΗΠΑ δε θα διατάρασσαν τις σχέσεις τους με την Τουρκία, εφόσον είχαν άριστες σχέσεις με το κεμαλικό κατεστημένο, Τουρκία και Ισραήλ ήταν πολύ κοντά και η Τουρκία ήταν στρατηγικός εταίρος εναντίον Συρίας και Ιράν. Άρα η Τουρκία γνώριζε ότι ο διεθνής παράγοντας θα ήταν ουδέτερος στην καλύτερη για εκείνη περίπτωση, υποστηρίζοντας στην πράξη τις θέσεις της. 

Ταυτόχρονα, είναι μάλλον πιθανότερη η «σχέση» της τότε νεοπαγούς ηγεσίας Σημίτη με τη Γερμανία και τον ευρωπαϊκό παράγοντα, παρά με τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες θα είχαν να αντιμετωπίσουν πρωθυπουργό της Ελλάδας μη προερχόμενο από τη δική τους άμεση επιρροή. Ήμασταν στην εποχή του μονοπολισμού και της απόλυτης αμερικανικής κυριαρχίας. Οι ΗΠΑ, όσο κι αν είχαν αφήσει τις οικονομικές τύχες της Ευρώπης στην άρτι επανενωθείσα Γερμανία, ήλεγχαν πολιτικό-στρατιωτικά και γεωπολιτικά όλες τις χώρες του ΝΑΤΟ.

Η κυβέρνηση Σημίτη

Συνεπώς, είναι λογικό να επιδίωκαν ένα εξαρχής ξεκαθάρισμα με τη νέα ηγεσία, που θα οριοθετούσε ποιος είναι το «αφεντικό» στην περιοχή. Από τη μεριά τους, μια ολιγοήμερη κρίση που θα επιλύονταν με τη δική τους μεσολάβηση θα ήταν η καλύτερη εκδοχή. Η κυβέρνηση Σημίτη το αντιλήφθηκε αυτό και γι’ αυτό προχώρησε σε δημόσια ευχαριστία των ΗΠΑ, ώστε να αναγνωρίσει το ρόλο τους στην περιοχή.

Αυτή ήταν και η ουσία της αμερικανικής παρέμβασης, ώστε να μην υπάρξει αντίδραση της Αθήνας και γενικευμένος πόλεμος. Οι ΗΠΑ στόχευαν στην ικανοποίηση των αξιώσεων του σημαντικού τους εταίρου, της Τουρκίας, χωρίς να διαταραχθεί η νατοϊκή ησυχία. Η αποκάλυψη αρχείων του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών (βιβλίο Ιγνατίου) ότι οι ΗΠΑ απέτρεψαν την κατάληψη και της Καλόλιμνου από τους Τούρκους, ξεκαθαρίζοντας ότι το νησί είναι ελληνικό, είναι αποκαλυπτική των ορίων ανοχής των Αμερικάνων αλλά και της δύναμης της παρέμβασής τους προς τη σύμμαχό Τουρκία. 

Έτσι, συνοπτικά η Τουρκία βρήκε «κατάλληλη» ηγεσία στην Ελλάδα για μια τέτοια κρίση και οι ΗΠΑ ξεκαθάρισαν στον πρόσφατα εκλεγμένο «Γερμανό» Σημίτη ποια είναι τα όρια της πολιτικής του. Αυτό δεν ήταν ούτε πολιτικό ούτε ιδεολογικό πρόβλημα για την ομάδα Σημίτη, που θα προτιμούσε «να πάρει ο άνεμος μια σημαία» παρά να υπερασπιστεί την εδαφική κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία της Ελλάδας. Αυτό ήταν και είναι, όμως, μεγάλο πρόβλημα για την ίδια την Ελλάδα.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx