Κύπρος και ΝΑΤΟ: Στρατηγικό κενό, ρήτρες ασφάλειας και σταδιακή προσέγγιση
09/03/2026
Η εν δυνάμει προσχώρηση της Κύπρου στο ΝΑΤΟ: Από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, τα 23 είναι επίσης μέλη του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ, ούτε του προγράμματος “Συνεταιρισμός για την Ειρήνη”, κατάσταση πραγμάτων που δημιουργεί ένα ιδιότυπο στρατηγικό κενό. Το ΝΑΤΟ ως βασικός πυλώνας συλλογικής ασφάλειας της Δύσης, περιλαμβάνει τόσο την Ελλάδα όσο και την Τουρκία, αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο, χώρες εγγυήτριες, με άμεση εμπλοκή στο Κυπριακό.
Η απουσία της Κύπρου από τη Συμμαχία έχει ιστορικές, πολιτικές και εσωτερικές αιτίες, ταυτόχρονα όμως περιορίζει τη δυνατότητά της να συμμετέχει ισότιμα στις συζητήσεις που αφορούν στην περιφερειακή ασφάλεια, αν και οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή δείχνουν μια μινιμαλιστική μόνο συμμετοχή του ΝΑΤΟ υπό μορφή συμβολικής διαβούλευσης ως προς το Παλαιστινιακό και ακόμη λιγότερο το θέμα του Ιράν.
Το Ισραήλ δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ, έχει όμως καθεστώς εταίρου συμμετέχοντας στο Μεσογειακό Διάλογο του ΝΑΤΟ από το 1994, ενώ οι ΗΠΑ έχουν αναγνωρίσει το Ισραήλ ως “Major Non-NATO Ally” που του παρέχει προνομιακή πρόσβαση σε αμερικανικό στρατιωτικό εξοπλισμό και εκπαίδευση, χωρίς όμως τις δεσμεύσεις αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής του Άρθρου 5. Η Τουρκία αξιοποιεί την ιδιότητα κράτους μέλους στο ΝΑΤΟ για να ενισχύσει τη στρατηγική της σημασία, συχνά παρακάμπτοντας τις υποχρεώσεις της έναντι της ΕΕ. Το γεγονός ότι κράτος-μέλος της ΕΕ, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι εκτός ΝΑΤΟ, ενώ μια μη αμιγώς ευρωπαϊκή χώρα, η Τουρκία, αποτελεί κρίσιμο σύμμαχο και μέλος του, αναδεικνύει τις αντιφάσεις του δυτικού συστήματος ασφαλείας.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, με την ενίσχυση της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας και τη συζήτηση για τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ, δημιουργούν νέα δεδομένα για την Κύπρο. Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως κράτος μέλος της ΕΕ, μπορεί να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, αξιοποιώντας τη γεωστρατηγική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Προφανώς, οι βάσεις του Ηνωμένου Βασίλειου στην Κύπρο μπορούν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του ΝΑΤΟ και εν δυνάμει θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν και τις ανάγκες των ΗΠΑ, σε σχέση με τα σενάρια εμπλοκής τους στο Ιράν – δυνατότητα την οποία όμως απέκλεισε το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η Κύπρος στο επίκεντρο
Όμως η Κύπρος λόγω της στενής αμυντικής συνεργασίας της με το Ισραήλ – κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, συνεργασία σε εξοπλισμούς και ασφάλεια – αλλά και την τριμερή συνεργασία Ελλάδος-Κύπρου-Ισραήλ, αντιλαμβάνεται ότι αποτελεί εν δυνάμει στόχο εντός της εμβέλειας των πυραυλικών συστημάτων των εχθρών του Ισραήλ και των ΗΠΑ, στην ευρύτερη περιοχή. Για τις εν δυνάμει αυτές επιθέσεις κατά της Κύπρου είναι προφανές ότι η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας του Άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ μπορεί να τύχει εφαρμογής.
Λόγω όμως της μη συμμετοχής της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, που προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός κράτους μέλους θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί. Εύλογα τίθεται το ερώτημα, αν το Άρθρο 5 μπορεί να ενεργοποιηθεί, αν δεχθούν επίθεση οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, που ανήκουν στην πλήρη κυριαρχία του Ηνωμένου Βασίλειου.
Ωστόσο, η εφαρμογή του εξαρτάται και από το άρθρο 6 που ορίζει το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του που αναφέρεται σε επιθέσεις στο έδαφος κράτους μέλους στην Ευρώπη ή Βόρεια Αμερική καθώς και σε νησιά υπό δικαιοδοσία κράτους μέλους στο Βόρειο Ατλαντικό, βόρεια του Τροπικού του Καρκίνου. Από την προαναφερόμενη διατύπωση και τη διάκριση μεταξύ εδάφους κράτους και νησιών δεν είναι προφανές από νομική άποψη – εκτός αν πρυτανεύσει διασταλτική ερμηνεία – ότι το Άρθρο 5 εφαρμόζεται σε περίπτωση επίθεσης κατά βρετανικής βάσης στην Κύπρο.
Η απόφαση θα είναι μάλλον πολιτική αν υπάρξει αίτημα ενεργοποίησής του. Οι ανάγκες που εξυπηρετεί η Κύπρος είναι – στην παρομοίωση της ως το σταθερό αεροπλανοφόρο στην ευρύτερη περιοχή – περισσότερο ανάγκες των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ και από την σκοπιά αυτή το ίδιο το ΝΑΤΟ θα έπρεπε να επιδιώξει την συμπερίληψη της Κύπρου στους κόλπους του μια που οι ανάγκες που η Κύπρος εξυπηρετεί είναι νευραλγικές για το τελευταίο.
Το ίδιο συμφέρον για συμμετοχή της Κύπρου στο ΝΑΤΟ έχει και το Ηνωμένο Βασίλειο για να προστατεύσει τις βάσεις του στην Κύπρο – που δεν προστατεύονται από τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας του άρθρου 42 παρ. 7, λόγω Brexit –ενώ στασιάζεται η προστασία τους που το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ. Συμφέρον θα είχε, αν το αξιολογήσει αντικειμενικά και η ίδια η Τουρκία – έναντι της οποίας δεν επιτρέπεται επίκληση του άρθρου 5 – με την ιδιότητά της ως εγγυήτριας δύναμης, αφού οποιαδήποτε επίθεση στην Κύπρο θα μπορούσε να πλήξει και τα κατεχόμενα.
Ο ρόλος της Τουρκίας στις σχέσεις ΝΑΤΟ-ΗΠΑ
Στην πραγματικότητα, η Τουρκία στη λογική του “παζαριού” που τη διαπνέει, που ήταν εμφανέστατη στην περίπτωση της προσχώρησης της Σουηδίας και της Φινλανδίας, θα εναντιωθεί στην προσχώρηση της Κύπρου και θα τη χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης προς ίδιον όφελος, ή για την αναγνώριση των κατεχομένων ως κρατικής οντότητας. Μόνο αν οι ΗΠΑ υποστήριζαν την άνευ όρων ένταξη της στο ΝΑΤΟ, ο στόχος θα μπορούσε να επιτευχθεί.
Ο κίνδυνος όμως είναι να συνδεθεί η προσχώρηση αυτή με την επίλυση του Κυπριακού και μια απευκταία εμπλοκή των ΗΠΑ. Υπό το φως των ανωτέρω, και παρά τα ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της προσχώρησης στο ΝΑΤΟ, είναι προτιμότερη μια σταδιακή προσέγγιση Κύπρου-ΕΕ και ΝΑΤΟ που δεν προϋποθέτει άμεση ένταξη της Κύπρου στη Συμμαχία. Ως πρώτο βήμα η Κύπρος θα μπορούσε να εμβαθύνει τη συνεργασία της με το ΝΑΤΟ, μέσω της Εταιρικής σχέσης για την ειρήνη (Partnership for Peace) και μέσω κοινών ασκήσεων, ανταλλαγής πληροφοριών ασφαλείας και συνεργασίας υπηρεσιών πληροφοριών.
Η σταδιακή αυτή προσέγγιση θα μπορούσε να κάμψει τις αντιδράσεις της Τουρκίας και να οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό, στη βάση της λογικής και του κοινού συμφέροντος, της θέσης της στο συγκεκριμένο θέμα που δεν έχει όμως τεθεί και αν είναι να τεθεί θα πρέπει να γίνει με πρωτοβουλία του ΝΑΤΟ ή των κρατών της ΕΕ που είναι μέλη του. Πάντως, είναι προφανές ότι η επίλυση του Κυπριακού θα είχε ως αποτέλεσμα την άρση κάθε αντίθεσης της Τουρκίας στην προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ. Συμπερασματικά, το Κυπριακό δεν μπορεί πλέον να εξετάζεται αποκομμένο από τη νέα τάξη πραγμάτων και τις ευρύτερες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή και διεθνή ασφάλεια, ιδίως υπό το φως των όσων διαδραματίζονται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ΕΕ καλείται να διαδραματίσει εφεξής, λόγω της νέας προσέγγισης του Προέδρου Trump, σημαντικότερο ρόλο στο ΝΑΤΟ από πλευράς κόστους και λειτουργίας του, αποκτώντας έτσι εκ των πραγμάτων “ownership” που μέχρι τώρα είχαν μόνο οι ΗΠΑ. Παράλληλα, αναπτύσσει την αμυντική της αυτονομία, συνειδητοποιώντας πόσο ευάλωτο μπορεί να γίνει το ΝΑΤΟ στο ενδεχόμενο προοδευτικής απουσίας των ΗΠΑ.
Επί του παρόντος, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ αποτελούν δύο αλληλένδετους, όχι όμως ταυτόσημους πυλώνες του δυτικού κόσμου, μέσα στους οποίους η Κύπρος με ενεργότερη στήριξη της ΕΕ καλείται να επαναπροσδιορίσει τη θέση και το ρόλο της αναδεικνύοντας τη γεωστρατηγική σημασία και συμβολή της στην υπηρεσία του συγκεκριμένου διδύμου.
Μια νέα θεώρηση των σχέσεων αυτών μπορεί να συμβάλει, όχι μόνο στην ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΕΕ, αλλά και στη δημιουργία πιο ρεαλιστικών προϋποθέσεων για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού, η οποία σε κάθε περίπτωση – σε περίπτωση στάθμισης ή επιλογής – προτάσσεται έναντι της προσχώρησης στο ΝΑΤΟ.
Ο Γιώργος Κρεμλής είναι Member of the Board of Directors, Director of the Circular Economy & Climate Institute Ambassador to Bulgaria. Η ομιλία του στην διημερίδα της Λευκωσίας θα δημοσιευθεί στα Τετράδια Διεθνούς Δικαίου. Εκφράζει προσωπικές απόψεις.





