Ποιος θα εκφράσει τους ηττημένους της Μεταπολιτεύσεως;
16/03/2026
Στο τελευταίο μου άρθρο εξήγησα ότι το πολιτικό σύστημα ούτε θέλει, ούτε μπορεί να αντιμετωπίσει την κρίση εκπροσωπήσεως, δηλαδή να αποκαταστήσει μια σχέση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας με την μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών.
Πρακτικώς, αυτό σημαίνει ότι τα μεγάλα κοινοβουλευτικά κόμματα, ήτοι Νέα Δημοκρατία, ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ό,τι διαμορφωθεί στην Αριστερά μετά την ίδρυση του κόμματος Τσίπρα, θα πρέπει να παρουσιάσουν πειστικές προτάσεις, αφ’ ενός, για μια υψηλή στρατηγική επιβιώσεως της χώρας στο κρίσιμο ρευστό περιβάλλον του 2ου τέταρτου του 21ου αιώνος και, αφ’ ετέρου, αντιμετωπίσεως των πολλών συσσωρευμένων προβλημάτων, που καθιστούν δυσχερή την καθημερινότητα, αλλά και την επιβίωση της χώρας, αφού αυτά κυρίως ευθύνονται για την δημογραφική μας κάμψη.
Ισχυρίστηκα, επίσης, ότι η αδυναμία ή/και άρνηση του πολιτικού συστήματος να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων εγκυμονεί σοβαρό κίνδυνο για την ίδια την δημοκρατία, αφού τα αποξενωμένα, απογοητευμένα και απεγνωσμένα κοινωνικά στρώματα θα στραφούν, αναγκαστικώς, σε αυταρχικούς γητευτές, όπως ιστορικώς έχει αποδειχθεί ότι συμβαίνει σε τέτοιες καταστάσεις.
Όμως, αφού το πολιτικό σύστημα ούτε θέλει ούτε μπορεί, τι πρέπει να γίνει; Μήπως η κοινωνία των πολιτών μπορεί να το υποκαταστήσει; Μπορούν, επί παραδείγματι, οι μη-κρατικοί θεσμοί να αναλάβουν την πρωτοβουλία για τις μεγάλες θεσμικές μεταρρυθμίσεις; Υπάρχουν πρόσωπα ή ομάδες, που έχουν την ικανότητα να αναλάβουν δυναμικές πολιτικές πρωτοβουλίες; Δυστυχώς, στην χώρα μας οι μη-κρατικοί θεσμοί δεν είναι επαρκώς αναπτυγμένοι. Δεν διαθέτουν πλήρη αυτονομία, πολιτική και οικονομική, ώστε να υπερβούν το απαξιωμένο πολιτικό σύστημα.
- Οι συνδικαλιστικοί φορείς, που σε άλλες χώρες βρίσκονται στην πολιτική πρωτοπορία, αποτελούν απλώς κομματικά παραμάγαζα, για να μην πω ότι αποτελούν έναν από τους αίτιους απαξιώσεως της πολιτικής, αφού κυριαρχούν εντός των κομμάτων.
- Η τοπική αυτοδιοίκηση δεν διαφέρει πολύ. Και αυτή, πλήρως ταυτισμένη με τα κόμματα, αποτελεί πεδίο υψηλής διαφθοράς και διαπλοκής και συναγωνίζεται τον συνδικαλισμό σε οπισθοδρομικές αντιλήψεις και πρακτικές.
- Η ακαδημαϊκή κοινότητα, πλήρως κρατικοδίαιτη και επιστημονικώς απισχνασμένη, συμπληρώνει το αμαρτωλό τρίπτυχο, προσφέροντας θεωρητική και επιστημονική επικύρωση στο κάθετο και οριζόντιο σύστημα διαφθοράς και διαπλοκής. Οι λίγες νησίδες αριστείας, κυρίως στις θετικές επιστήμες, αποτελούν την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Απομένουν τα ιδιωτικά ιδρύματα και σωματεία. Και σε αυτό το πεδίο η κατάσταση δεν είναι πολύ διαφορετική. Σωματεία και ιδρύματα, που συνδέονται με το πολιτικό σύστημα και τις παραφυάδες του, απολαμβάνουν πλήρους οικονομικής υποστηρίξεως μέσω επιδοτήσεων και αδιαφανών αναθέσεων και ευρείας επικοινωνιακής προβολής μέσω του ελεγχόμενου τύπου. Τα υπόλοιπα, κυρίως σωματεία και αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές τους έχουν ελάχιστη προβολή και αντίστοιχη επιρροή, καταλήγουν να λειτουργούν ως μικρές ομάδες κοινών αντιλήψεων, που δεν μπορούν να διασυνδεθούν σε ένα ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό κίνημα.
Η έλλειψη πολιτικών εκφραστών και η Καρυστιανού
Θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Την 3η Μαρτίου, παρακολούθησα στο αμφιθέατρο του Ινστιτούτου Γκαίτε, την εσπερίδα του “Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής” με θέμα την συνταγματική αναθεώρηση. Με την συμμετοχή τριών συνταγματολόγων και ενός πολιτικού επιστήμονα -γνωστού για τις συστημικές του απόψεις τις οποίες καταθέτει εβδομαδιαίως από τις στήλες της ναυαρχίδος του συστημισμού- η συζήτηση έχασε κάθε πολιτική ουσία και ανέδειξε το τεράστιο έλλειμμα οραματικής αντιλήψεως που χαρακτηρίζει τον ακαδημαϊκό κόσμο, ο οποίος παλαιότερα αυτοπροσδιοριζόταν στην πρωτοπορία των εθνικών αγώνων!
Οι λίγες ριζοσπαστικές απόψεις ενός εκ των ομιλητών ουδόλως διαφοροποιούν την εικόνα. Θα τρίζουν τα κόκκαλα του αείμνηστου ηγέτη του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού από την οσμή μούχλας που ανέδιδε ο νομικός σχολαστικισμός, που κυριάρχησε στην συζήτηση! Όμως, αν ο φορέας της πολιτικής παρακαταθήκης του Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν μπορεί να επιτελέσει τον ρόλο του, από ποιον ανάλογο φορέα μπορούμε να περιμένουμε να το πράξει;!!!
Ουδόλως περίεργο, λοιπόν, που μια γυναίκα εντελώς άγνωστη και άνευ πολιτικού παρελθόντος, η Μαρία Καρυστιανού, μετετράπη -μάλλον χωρίς να το επιδιώξει- σε σύμβολο της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Μπορεί, όμως, από σύμβολο να μεταπέσει επιτυχώς στον ρόλο του πολιτικού εκφραστή των απόκληρων της πολιτικής; Μπορεί η κα Καρυστιανού να εκφράσει τους ηττημένους της μεταπολιτεύσεως, τα παραγωγικά στρώματα και όσους δεν συμμετέχουν -ευθέως ή εμμέσως- στην λεηλασία του κρατικού κορβανά; Ες αύριον τα σπουδαία…





