Γιατί ο Τραμπ πυροβόλησε τα πόδια των ΗΠΑ με την επίθεση στο Ιράν
26/04/2026
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μοιάζει σαν μία οριοθετημένη περιφερειακή σύγκρουση, αλλά στην πραγματικότητα εντάσσεται στον ευρύτερο γεωπολιτικό ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, προσδίδοντάς του, μάλιστα, πρόσθετη οξύτητα. Με αυτή την έννοια, η κρίση στον Κόλπο συνδέεται με τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία.
Και οι δύο συγκρούσεις αποτελούν εκφάνσεις του ίδιου στρατηγικού ανταγωνισμού, στον πυρήνα του οποίου είναι η αντιπαράθεση της κατεστημένης υπερδύναμης (ΗΠΑ) και της ανερχόμενης (Κίνα) με τη Ρωσία σ’ έναν ιδιάζοντα ρόλο. Το βασικό πρόβλημα για την Ουάσιγκτον δεν είναι απλώς η ύπαρξη της Κίνας ως ανταγωνιστή, αλλά η φύση της δικής της στρατηγικής. Η αλαζονική επιδίωξη διαρκούς στρατιωτικής υπεροχής και μάλιστα σε πολλά γεωγραφικά μέτωπα (Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ινδο-Ειρηνικός) συνεπάγεται τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος. Πρόκειται για το κλασικό σύνδρομο της υπερεπέκτασης. Σε αντίθεση, Κίνα και Ρωσία αναμένουν τη σταδιακή φθορά των ΗΠΑ έχοντας υιοθετήσει μια πιο ρεαλιστική αρχή: Την προώθηση ενός πολυπολικού συστήματος που γίνεται αποδεκτό από τις μικρότερες χώρες του Παγκόσμιου Νότου.
Η πίεση που ασκούν οι Αμερικανοί στο Ιράν, λόγω και του Ισραήλ, έχει κατ’ αντιδιαστολή ενισχύσει τη συνεργασία του Πεκίνου και της Μόσχας με την Τεχεράνη. Η Κίνα έχει αποδυναμώσει τις δυτικές κυρώσεις, αγοράζοντας ιρανικό πετρέλαιο μέσω εναλλακτικών χρηματοπιστωτικών μηχανισμών, που ενισχύουν τη χρήση του γουάν στις διεθνείς συναλλαγές. Εκτός αυτού, η Κίνα υλοποιεί ένα πρόγραμμα μεγάλων επενδύσεων στο Ιράν, το ενισχύει τεχνολογικά και το προμηθεύει με υλικά διπλής χρήσης, τα οποία είναι ζωτικά για την ιρανική πολεμική βιομηχανία.
Από την πλευρά της, η Ρωσία παρέχει επιχειρησιακές πληροφορίες και τεχνολογική υποστήριξη στους Ιρανούς, βοηθώντας τους να είναι πιο αποτελεσματικοί στις επιθέσεις τους με πυραύλους και drones. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, το Πεκίνο επέτρεψε στην Τεχεράνη να κάνει χρήση του συστήματος δορυφορικής πλοήγησης Beidou-3, αλλά και το τροφοδότησε με πυραύλους τόσο αντιαεροπορικούς, όσο και αντιπλοϊκούς.
Ακόμα κι αν αυτό δεν έχει συμβεί, το Πεκίνο και η Μόσχα βοηθούν διακριτικά την Τεχεράνη. Ο λόγος είναι πως έχουν κρίσιμο γεωστρατηγικό συμφέρον ο Τραμπ να “σκοντάψει” στο Ιράν, μετά τη φόρα που πήρε από την επιτυχή επιχείρηση στη Βενεζουέλα. Η προσδοκία του Αμερικανού προέδρου να οδηγήσει το ισλαμικό καθεστώς σε κατάρρευση, ως αποτέλεσμα του αρχικού μαζικού βομβαρδισμού και της δολοφονίας του Αλί Χαμενεΐ, διαψεύσθηκε.
Οδυνηρός ο απολογισμός για τις ΗΠΑ
Υποτίθεται πως με την επίθεση στο Ιράν θα προκαλούσαν αλλαγή καθεστώτος, με συνέπεια οι ΗΠΑ να εξουδετερώσουν τον τρίτο σε μέγεθος και ισχύ αντίπαλο ευρασιατικό πόλο (μετά την Κίνα και τη Ρωσία). Μία τέτοια εξέλιξη θα έσπερνε φόβο σ’ όσους αντιστέκονται στις ΗΠΑ και κατ’ επέκταση θα επέτρεπε στον Τραμπ να επιβάλει τους όρους του σε αντιπάλους και φίλους. Η φαντασίωση αυτή έχει διαλυθεί με αποτέλεσμα οι ΗΠΑ να εγκλωβιστούν σε μία σύγκρουση χωρίς ορατό τέλος. Για την ακρίβεια, η προεδρία Τραμπ κινδυνεύει να υποστεί μία πολιτική ήττα με ευρύτερες συνέπειες.
Ο μέχρι τώρα απολογισμός του πολέμου στον Κόλπο είναι οδυνηρός για τις ΗΠΑ. Αυτό και μόνο θα αρκούσε, αλλά επιπροσθέτως, η Μόσχα βλέπει το μισοάδειο ταμείο της να γεμίζει από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, το ρήγμα Αμερικής-Ευρώπης βάθυνε περαιτέρω, η θέση του Πεκίνου ενισχύεται, οι σχέσεις Ρωσίας-Κίνας έγιναν πιο σφιχτές και τέλος η εικόνα των ΗΠΑ στον Παγκόσμιο Νότο σαν πανίσχυρου ηγεμόνα αποδυναμώνεται.
Αλλά και μόνο η εκτροπή στρατιωτικών πόρων από την Ανατολική Ασία προς τον Κόλπο σκιάζει αυτό που σύσσωμο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα θεωρεί πρώτη προτεραιότητα: Την ανάσχεση της Κίνας. Οι ανάγκες του πολέμου στη Μέση Ανατολή υποχρέωσαν τον Τραμπ να μεταφέρει συστήματα αεράμυνας και ναυτικές δυνάμεις από τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία, περιορίζοντας τη στρατηγική ευελιξία των ΗΠΑ. Κι όλα αυτά, την ώρα που βαθαίνει το ρήγμα στις σχέσεις τους με την Ευρώπη.
Σε αντίθεση με τις στρατιωτικές επεμβάσεις των Αμερικανών, που είναι σαφές πως συνιστούν συστημική τάση κι όχι επιλογές ανάγκης, η Κίνα εστιάζει στην οικονομική ισχύ, την τεχνολογική ανάπτυξη και την επέκταση του εμπορίου. Η μεταποιητική της βάση έχει εξελιχθεί σε κυρίαρχη παγκοσμίως, ενώ η επιρροή της στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού είναι καθοριστική. Η εξάρτηση ακόμη και της αμερικανικής πολεμικής βιομηχανίας από κινέζικα υλικά αποτελεί ένδειξη εξάρτησης.
Επιπροσθέτως, η Κίνα έχει αναδειχθεί σε βασικό χρηματοδότη αναπτυξιακών έργων διεθνώς, ξεπερνώντας κατά πολύ τις ΗΠΑ σε επενδύσεις υποδομών – η αναλογία είναι περίπου 10:1. Αυτό της επιτρέπει να ενισχύει τη γεωπολιτική της επιρροή χωρίς να προσφεύγει σε στρατιωτικά μέσα. Το αποτέλεσμα είναι η στρατιωτική υπεροχή των Αμερικανών να μην τροφοδοτεί αυτόματα την ηγεμονικό τους ρόλο. Η οικονομική-βιομηχανική ισχύς της Κίνας έχει δημιουργήσει ένα παράλληλο εναλλακτικό μοντέλο επιρροής.
Η Κίνα έχει το πλεονέκτημα
Η ειρωνεία είναι ότι οι ΗΠΑ επωμίζονται τεράστια οικονομικά βάρη για την προστασία συμμαχικών κρατών, τα οποία, σε πολλές περιπτώσεις, έχουν στενότερες εμπορικές σχέσεις με την Κίνα, επειδή αυτό υπαγορεύει το οικονομικό τους συμφέρον. Εκτός αυτού, η εικόνα των ΗΠΑ ως δύναμης που εμπλέκεται διαρκώς σε πολέμους και μάλιστα ολοένα και περισσότερο χωρίς προσχήματα, σκιάζει την εικόνα τους στα μάτια του Παγκόσμιου Νότου. Αντιθέτως, η Κίνα, παρά το αυταρχικό της πολιτικό σύστημα, προβάλλεται ως σταθερός κι αξιόπιστος εταίρος. Δημοσκοπήσεις σε δυτικές χώρες δείχνουν μετατόπιση της εμπιστοσύνης προς το Πεκίνο, γεγονός που υποδηλώνει βαθύτερες αλλαγές στο διεθνές σύστημα.
Ιστορικά, οι συγκρούσεις των μεγάλων δυνάμεων κρίνονται σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική αντοχή και τη βιομηχανική ικανότητα. Σ’ αυτό το επίπεδο, η Κίνα έχει αποκτήσει πλεονέκτημα. Αντίθετα, η στρατηγική της Ουάσινγκτον επαναλαμβάνει μοτίβα υπερεπέκτασης που στην Ιστορία οδήγησαν μεγάλες δυνάμεις σε φθορά και υποβάθμιση. Μπορεί ο Τραμπ να αναγνώρισε στα λόγια την αναδυόμενη πολυπολικότητα του διεθνούς συστήματος, αλλά στην πράξη δείχνει να μην μπορεί να απαλλαγεί ούτε αυτός από την επιδίωξη μιας διεθνούς τάξης υπό αμερικανική ηγεμονία.
Ο υφιστάμενος ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων και ειδικά ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας το πιθανότερο είναι πως θα κριθεί περισσότερο στο επίπεδο της οικονομίας και της πολιτικής νομιμοποίησης, παρά στο επίπεδο των έμμεσων στρατιωτικών συγκρούσεων, εκτός κι αν ο ανταγωνισμός εκτραπεί σε άμεση σύγκρουση, η οποία εκ των πραγμάτων θα κλιμακωθεί με χρήση πυρηνικών. Η Κίνα εκμεταλλεύθηκε την περίοδο που οι ΗΠΑ ήταν απασχολημένες με τον “πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας” και κατάφερε να διανύσει, χωρίς σοβαρά εμπόδια, την κρίσιμη περίοδο της μετάβασής της από την κατάσταση μίας υπ’ ανάπτυξη χώρα σ’ αυτό που είναι σήμερα, όταν δηλαδή ήταν πολύ περισσότερο ευάλωτη.





