Θα αποχωρήσουν οι ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ;
03/05/2026
Το ρήγμα στους κόλπους της Δύσης είναι εξόφθαλμο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν πρόκειται για ιδεολογικό ρήγμα (το MAGA απέναντι στη λεγόμενη φιλελεύθερη τάξη) ή για στρατηγικό. Και μόνο το γεγονός ότι ο Τραμπ εξελέγη δύο φορές και με ξεκάθαρες θέσεις καταδεικνύει ότι υπάρχει ένα σοβαρό ρεύμα στους κόλπους της αμερικανικής κοινωνίας που σκέφτεται κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Σε άλλες αποχές, η οποιαδήποτε αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ από Αμερικανό αξιωματούχο θα ήταν αιτία πολιτικής περιθωριοποίησής του. Είναι αληθές πως όλοι στην Ουάσινγκτον δυσφορούσαν για το γεγονός ότι οι ΗΠΑ σήκωναν τη μερίδα του λέοντος από τα βάρη λειτουργίας της Ατλαντικής Συμμαχίας κι απαιτούσαν οι ευρωπαϊκές χώρες-μέλη να αυξήσουν το σημαντικά το ποσοστό των αμυντικών δαπανών τους, αλλά ο Τραμπ προσέδωσε μία άλλη ποιοτική διάσταση, θέτοντας ζήτημα ακόμα και για τη συμμετοχή των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ.
Προφανώς, δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι η Ουάσινγκτον θέλει οι Ευρωπαίοι να αναλάβουν οι ίδιοι το κόστος λειτουργίας της Συμμαχίας, ώστε οι ΗΠΑ να εστιάσουν στην ανάσχεση της Κίνας. Ο τρόπος, ωστόσο, που διεξάγεται αυτή η συζήτηση την ώρα που βρίσκεται σε εξέλιξη ο πόλεμος στην Ουκρανία, δεν επιτρέπει μία ομαλή μετάβαση. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις ιδεολογικές διαφορές και βεβαίως στην προσωπικότητα του Τραμπ.
Από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι πρότινος, η διατλαντική σχέση εδραζόταν στο γεγονός ότι η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα, σε συνδυασμό με τη στρατιωτική παρουσία της, λειτουργούσε ως εγγύηση ασφάλειας για τη Δυτική Ευρώπη και μετά το 1990 και για τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες που προσχώρησαν στο ΝΑΤΟ. Το αντάλλαγμα ήταν ότι η Ευρώπη αποδεχόταν την αμερικανική ηγεμονία και λειτουργούσε ως στρατηγικό προγεφύρωμα έναντι της Σοβιετικής Ένωσης κι αργότερα πίεσης της Ρωσίας.
“Φιλελεύθερη δημοκρατία” εναντίον “αυταρχισμού”
Αυτό φάνηκε καθαρά επί προεδρίας Μπάιντεν με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Σύσσωμη σχεδόν η Ευρώπη όχι μόνο ακολούθησε την Ουάσινγκτον, αλλά μετετράπη σε βασιλικότερη του βασιλέως! Σημαία ήταν (και για τους Ευρωπαίους παραμένει σήμερα) η ρητορική υποκατάσταση της γεωπολιτικής-γεωοικονομίας από τη μεσσιανική αντίληψη ότι η “φιλελεύθερη δημοκρατία” πρέπει να νικήσει τον αυταρχισμό.
Θεωρώντας η Δύση ότι η “φιλελεύθερη δημοκρατία” είναι περίπου το “τέλος της ιστορίας” και ως εκ τούτου πρέπει να επιβληθεί παντού, επέτρεψε στον εαυτό της να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για την επίτευξη του “ιερού” σκοπού. Ορισμένοι δυτικοί κύκλοι, μάλιστα, δίνουν κυριολεκτικό περιεχόμενο στον “ιερό σκοπό”. Εδώ παρατηρεί κανείς έναν κοινό παρονομαστή με τον κομμουνισμό, ο οποίος επίσης αναγόρευσε τον εαυτό του σε ιστορική αναγκαιότητα, η οποία δικαιολογεί τα πάντα στο όνομα ενός τόσο “ευγενικού σκοπού”!
Οι δυτικές άρχουσες ελίτ ύψωναν αυτή τη σημαία της “φιλελεύθερης δημοκρατίας” και της αντίστοιχης διεθνούς τάξης, καταφέρνοντας, μάλιστα, να ενσωματώσουν –σε μεγάλο βαθμό– και την Αριστερά στο κυρίαρχο ιδεολόγημα. Στους κόλπους της Δύσης, ωστόσο, αναδυόταν σταδιακά η άρνηση αυτού του ιδεολογήματος με τη μορφή της Νέας Δεξιάς. Με την επανεκλογή Τραμπ, μάλιστα, το ιδεολογικοπολιτικό αυτό ρεύμα πήρε μία πρόσθετη ώθηση, παρότι η εμπλοκή στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής έχει προκαλέσει εσωτερικές τριβές.
Βολεμένες στην αμερικανική αγκαλιά, οι ευρωπαϊκές ελίτ αντιμετώπισαν την πρώτη προεδρία Τραμπ σαν δυσάρεστη παρένθεση, αλλά, όταν επανεξελέγη, περιήλθαν σε πολιτική αμηχανία. Επιχείρησαν να τον κολακέψουν και να τον χειριστούν, μη αντιλαμβανόμενοι ότι πίσω από τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του υπήρχε μία ώριμη στρατηγική μετατόπιση των ΗΠΑ ως κράτους και κοινωνίας.
Δεν είναι μόνο ο Τραμπ…
Είναι λάθος να δούμε αυτή τη μετατόπιση σαν επιστροφή σε κάποιου είδους απομονωτισμό. Η πλειονότητα των αμερικανικών ελίτ συνειδητοποιούν ότι βαίνουμε προς ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα κι ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν πλέον τις οικονομικές δυνατότητες να αναλαμβάνουν δεσμεύσεις σ’ όλη την υφήλιο, να λειτουργούν σαν παγκόσμιος χωροφύλακας. Όπως έχει ήδη φανεί, είναι έτοιμες να χρησιμοποιήσουν βία, αλλά όπου κρίνουν ότι επιβάλλεται από τα συμφέροντά τους κι όχι για την ασφάλεια των συμμάχων τους. Αυτό, βεβαίως, δεν εμπόδισε τον Τραμπ να κατηγορήσει τους Ευρωπαίους ότι αρνήθηκαν να συμπράξουν στον πόλεμο κατά του Ιράν.
Μετά το αρχικό σοκ από το άνοιγμα του Τραμπ στον Πούτιν, αρκετοί Ευρωπαίοι έτρεφαν την παρήγορη ψευδαίσθηση πως το πρόβλημα ήταν η τοξική προσωπικότητα του Αμερικανού προέδρου. Τον θεώρησαν απόκλιση από αυτό που θεωρούσαν ότι είναι οι ΗΠΑ, ένα διάλειμμα που θα τελειώσει. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι το πρόσωπο Τραμπ, αλλά –όπως προανέφερα– ο Τραμπισμός ως κυρίαρχο στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ιδεολογικό-πολιτικό ρεύμα.
Το εν λόγω ρεύμα, που είναι μία σύνθεση συντηρητικού ριζοσπαστισμού, παραδοσιακού αμερικανικού εθνικισμού και νέο-αυτοκρατορικής επιδίωξης, δεν πρόκειται να εξαφανιστεί μαζί με τον Τραμπ. Με τη μία ή την άλλη μορφή θα είναι παρόν στην αμερικανική πολιτική, γιατί είναι βαθιές οι αιτίες που το γέννησαν. Μπορεί η Ευρώπη να δυσκολεύεται να το συνειδητοποιήσει, αλλά οι ΗΠΑ αλλάζουν. Ως εκ τούτου, η θεωρία της “τραμπικής παρένθεσης” είναι φαντασίωση, παρά στρατηγική.
Η αντίδραση της Ευρώπης
Δεν είναι τυχαίο ότι η εν μέρει αποστασιοποίηση της προεδρίας Τραμπ από την πολιτική Μπάιντεν στο Ουκρανικό βιώθηκε τραυματικά από τους Ευρωπαίους, ότι την θεώρησαν ένα είδος προδοσίας. Αφού διαπίστωσαν ότι δεν αποδίδουν οι κολακείες, στις οποίες αρχικά επιδόθηκαν, οι ευρωπαϊκές ελίτ έσπευσαν να σφιχταγκαλιάσουν το Κίεβο για να μην αφήσουν τον Ζελένσκι μόνο του απέναντι στον Τραμπ. Το χάσμα διευρύνθηκε, όταν ο αντιπρόεδρος Βανς επέκρινε τους Ευρωπαίους ηγέτες στη Σύνοδο του Μονάχου (2025) και καταδίκασε ως πραξικόπημα του “φιλελεύθερου” ρουμανικού κατεστημένου την ακύρωση των προεδρικών εκλογών που είχαν αναδείξει σε φαβορί τον Γκιοργκιέσκου, ο οποίος στη συνέχεια συνελήφθη για να μη συμμετάσχει στις επαναληπτικές προεδρικές εκλογές.
Μετά από αυτά, οι ευρωπαϊκές άρχουσες ελίτ άρχισαν να προσανατολίζονται στην οικοδόμηση μίας αμυντικής αυτοδυναμίας. Για να πείσουν, μάλιστα, τις κοινωνίες τους να κάνουν θυσίες για να εξοικονομηθούν τα τεράστια κονδύλια επανεξοπλισμού, καλλιέργησαν έναν υστερικό αντιρωσισμό, με τον ισχυρισμό ότι εάν ο Πούτιν κερδίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία θα συνεχίσει, επιτιθέμενος στην ανατολική Ευρώπη! Οι ευρωπαϊκές ελίτ έχουν αναγορεύσει τη Ρωσία σε υπαρξιακή απειλή και για την ασφάλεια τους και για τη λεγόμενη φιλελεύθερη τάξη. Γι’ αυτό και επιδιώκουν “συνέχιση του πολέμου μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό”, υποστηρίζοντας με λόγια, πράξεις και χρήμα το Κίεβο. Έκαναν, μάλιστα, ότι περνούσε από το χέρι τους για να τορπιλίσουν τις όποιες αμερικανικές προσπάθειες για ειρηνευτική συμφωνία.
Ο Μπάιντεν είχε στριμώξει τη Μόσχα στο πλαίσιο του δόγματος της “διπλής ανάσχεσης” (πρώτα αποδυνάμωση-αποσταθεροποίηση της Ρωσίας και στη συνέχεια περικύκλωση-πίεση της Κίνας), αλλά για τον Τραμπ –όπως φάνηκε στη συνάντηση της Αλάσκας– η Ρωσία είναι ανταγωνιστής, αλλά μπορεί να είναι και εταίρος. Γι’ αυτό ήθελε να τελειώσει τον πόλεμο στην Ουκρανία με διαπραγματεύσεις το ταχύτερο δυνατόν.
Τί θέλει ο Τραμπ από την Ευρώπη
Όπως φάνηκε στο Ουκρανικό, με την επιβολή δασμών, στην υπόθεση της Γροιλανδίας και πρόσφατα στη Μέση Ανατολή, ο Τραμπ περιθωριοποιεί την Ευρώπη, τροφοδοτώντας τις επιφυλάξεις της, οι οποίες την εξωθούν να ενηλικιωθεί στρατηγικά. Από τα λόγια, όμως, μέχρι την πράξη μεσολαβεί τεράστια απόσταση. Η Ουάσινγκτον δεν έχει αντίρρηση να αφήσει το ΝΑΤΟ στην ευθύνη των Ευρωπαίων. Γι’ αυτό και τους εκβιάζει να αυξήσουν κατακόρυφα τις αμυντικές δαπάνες τους, εγκαταλείποντας το βόλεμα που απολάμβαναν επί 80 χρόνια υπό την αμερικανική ομπρέλα.
Το δόγμα ότι η αμερικανική ηγεμονία στηριζόταν στον άξονα ΗΠΑ-Ευρώπης, όπως μετουσιώνεται στο ΝΑΤΟ, ήταν το μεταπολεμικό ευαγγέλιο της Δύσης. Ο Τραμπ το αμφισβητεί. Θέλει τους Ευρωπαίους υποτακτικούς, αλλά όχι εταίρους, έστω και μικρότερους. Οι ΗΠΑ, βεβαίως, θα παραμείνουν στο ΝΑΤΟ και θα έχουν λόγο, αλλά δεν θα έχουν ουσιαστικές δεσμεύσεις. Αυτό, όμως, σημαίνει βαθύ μετασχηματισμό της Συμμαχίας.
Η μετατροπή της Ευρώπης από μία οικονομική ένωση σ’ έναν αυτοδύναμο πολιτικό-στρατιωτικό-διπλωματικό παράγοντα διεθνούς κλίμακας, όμως, δεν απαιτεί μόνο κονδύλια, πολεμική βιομηχανία και οπλικά συστήματα, όπως φαίνεται να πιστεύουν οι ευρωπαϊκές ελίτ. Απαιτεί και πολεμικό πνεύμα, που άλλοτε περίσσευε στη Γηραιά Ήπειρο, αλλά μετά τα τελευταία 80 χρόνια έχει εκλείψει. Εκτός αυτού, χωρίς την αμερικανική πυρηνική ομπρέλα, η ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι ελλιπής. Η πρόταση Μακρόν για οικοδόμηση ευρωπαϊκής πυρηνικής αποτροπής με βάση το γαλλικό οπλοστάσιο έχει δυσεπίλυτα πολιτικά και επιχειρησιακά προβλήματα.
Το συμπέρασμα είναι ότι η Δύση, όπως υπήρξε μεταπολεμικά και μέχρι προσφάτως, έχει περιέλθει σε υπαρξιακή κρίση. Το χάσμα μεταξύ της εθνικιστικής Νέας Δεξιάς και των “φιλελεύθερων σταυροφόρων της παγκοσμιοποίησης” είναι ήδη αγεφύρωτο, αλλά θα προσλάβει τις διαστάσεις ενεργού ρήξης, μόλις η Ευρώπη θεωρήσει ότι έχει σταθεί πολιτικά-αμυντικά στα πόδια της και βεβαίως εάν τότε το ρεύμα MAGA έχει εδραιωθεί στην εξουσία. Η σταδιακή αλλά ανεπίστρεπτη μετατόπιση της παραγωγής στην Ασία θα διαβρώσει και τους οικονομικούς δεσμούς ΗΠΑ-Ευρώπης, διευκολύνοντας τη ρήξη.
Η διάλυση του ΝΑΤΟ δεν είναι στον ορατό ορίζοντα, αλλά η μετάλλαξή του σε ευρωκεντρική συμμαχία απαιτεί προϋποθέσεις που ακόμα δεν υπάρχουν και είναι αμφίβολο εάν θα υπάρξουν στο ορατό μέλλον. Δεν αποκλείεται, άλλωστε, να επανέλθουν οι “φιλελεύθεροι σταυροφόροι της παγκοσμιοποίησης” στον Λευκό Οίκο. Προς το παρόν, πάντως, στα μάτια του Λευκού Οίκου μεγάλες δυνάμεις είναι οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ρωσία και προοπτικά η Ινδία. Ο Τραμπ δείχνει να μην υπολογίζει την Ευρώπη και γι’ αυτό την παρακάμπτει στους υπολογισμούς για μία νέα ισορροπία δυνάμεων.
Δεν είναι υπερβολή, λοιπόν, να μιλήσουμε για τέλος εποχής.





