Ο πετεινός και οι ανδριάντες του Κανάρη
23/05/2026
Πριν από εκατόν σαράντα χρόνια, το 1886, ο καταγόμενος από τη Νάξο, γεννημένος στην Ανδρίτσαινα λόγιος ποιητής και συγγραφέας κωμειδυλλίων Δημήτριος Ι. Κόκκος (1856-1891) δημοσίευσε ιστορικό ανέκδοτο σε ποιητική μορφή για τον Ψαριανό ναύαρχο Κωνσταντή Κανάρη (1790-1877). Ο Κόκκος είχε άτυχο τέλος: Τον πυροβόλησε, τραυματίζοντάς τον θανάσιμα, λοχίας, σε παράσταση έργου του, επειδή νόμισε ότι το κείμενο σατίριζε τον πατέρα του…
Πέντε στροφές απαρτίζουν το ποίημα. Από τις δύο πρώτες μαθαίνουμε ότι ο Κανάρης περνούσε τον καιρό του στο σπίτι του, στη μυρωμένη τότε εξοχή της Κυψέλης, με πράσινο λιβάδι γύρω και με τη θάλασσα να αναφαίνεται μακριά. Είχε μερικές κότες και έναν πετεινό με χρυσό πλουμιστό κεφάλι, ο οποίος σαν να έψαλλε ύμνο στον ναύαρχο. Όμως, η ναυαρχίνα ανήγγειλε στον ναύαρχο Κανάρη την πρόθεσή της να σφάξει τον πετεινό στη γιορτή του που σίμωνε!
Ο μαρμάρινος Κανάρης από το Σύνταγμα
Δέκα χρόνια πριν από το ποίημα αυτό, το 1876, ο Τηνιακός γλύπτης Λάζαρος Φυτάλης (1831-1909) είχε λαξεύσει στο μάρμαρο τον ανδριάντα του πυρπολητή. Τον απεικόνιζε νέον, όρθιο, ρωμαλέο, ατρόμητο, μπροστά σε βάρκα, με δαυλό στο δεξί χέρι και με προτεταμένο το αριστερό του. Φαίνεται έτοιμος να ορμήσει στον αιγυπτιακό στόλο. Θαυμαστή η κατεργασία του μαρμάρου στη φυσιογνωμία της μορφής και στην πτυχολογία της βράκας. Δυστυχώς έχει αποκοπεί ο δαυλός στο δεξί χέρι του και έχει φθαρεί το αριστερό του.
Όπως σημειώνει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940) στην εφημερίδα “Ελεύθερον Βήμα”, στις 25 Μαρτίου 1937, ο Φυτάλης απέδωσε τον Κανάρη ελεύθερα, χωρίς να βασίζεται στην πραγματικότητα, καθώς Αθηναίος που τον είχε δει βεβαίωνε ότι ο πυρπολητής ήταν χτισμένος από κόκκαλα!
Ο ανδριάντας του Κανάρη κοσμούσε από τη δεκαετία του 1890 την αυλή πολυτελούς μεγάρου που βρισκόταν στην Πλατεία Συντάγματος, στη γωνία της λεωφόρου Αμαλίας με την οδό Όθωνος, γκρεμισμένου από το 1956. Το μέγαρο, σχεδιασμένο το 1870, ανήκε στον ανώτατο δικαστικό και πολιτικό υπάλληλο Επαμεινώνδα Λουριώτη (1817-1887). Η επιφανής οικογένεια, ηπειρώτικης καταγωγής, είχε κατεβεί από τον ποταμό Λούρο και εγκατασταθεί από το 1780 στα Γιάννενα.
Γνωστά μέλη της, οι αγωνιστές του 1821 Νικόλαος (1783-1833) και Ανδρέας (1789-1854), καθώς και ο τέταρτος φιλικός Χριστόδουλος, ο οποίος θα δρούσε στην Ιταλία, όπου άρρωστος πέθανε μόλις έφτασε, το 1818. Ας σημειωθεί ότι το ταφικό μνημείο του Θεόδωρου Α. Λουριώτη (1838-1855), με μαρμάρινη πενθούσα γυναίκα, στο Α΄ Κοιμητήριο Αθηνών, το έχει φιλοτεχνήσει επίσης ο Φυτάλης, που κατέληξε άσχημα, στο Πτωχοκομείο Αθηνών…
Το μέγαρο, με επέκταση από τον αρχιτέκτονα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα Eugène Trump, πέρασε, μετά από το 1887, στην οικογένεια Νεγροπόντη, από την οποίαν διακρίθηκε ο πολιτικός, οικονομολόγος, πρωτοπόρος του προσκοπισμού και της ποδηλατοδρομίας στην Ελλάδα Μιλτιάδη Νεγροπόντη (1873-1951), πατέρας της Ελένης Νεγροπόντη (1896-1971), που ως Άλκης Θρύλος υπήρξε θεατρική κριτικός, σύζυγος του ποιητή και τεχνοκρίτη Κώστα Ουράνη (Νιάρχου, 1890-1953).
Στην Πλατεία της Κυψέλης
Το 1937, κατόπιν πιέσεων του υπουργού-διοικητή πρωτευούσης Κώστα Γ. Κοτζιά (1892-1951), ο οποίος είχε βαλθεί να διαμορφώσει την οδό Φωκίωνος Νέγρη, ο Μ. Νεγροπόντης δώρισε τον ανδριάντα στον Δήμο Αθηναίων, ο οποίος τον ανίδρυσε στην πλατεία που βρισκόταν στην κορυφή της οδού.
Η πλατεία ονομάστηκε το 1943, με την υπ’ αρ. 705 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, Πλατεία Κανάρη. Πρόκειται για τη σημερινή Πλατεία Κυψέλης. Ας σημειωθεί ότι επί της σημερινής οδού Κυψέλης 56 βρισκόταν το 1936 δίπατο σπίτι με ξύλινο χαγιάτι, όπου κατοικούσε και άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 Σεπτεμβρίου 1877, από συγκοπή, ο Ψαριανός μπουρλοτιέρης, με επιγραφή να το υπενθυμίζει.
Ο Κανάρης έχει ταφεί απέριττα στο Α΄ Κοιμητήριο Αθηνών, στον παλαιότερο τομέα του, δίπλα στον πρώτο ναό του, στον Άγιο Λάζαρο, πολύ κοντά στο ταφικό μνημείο του Μιχαήλ Τοσίτσα. Ο υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης (1824-1905), ο βουλευτής Γεράσιμος Ζωχιός (1811-1881) και ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Εμμανουήλ Κόκκινος (1812-1879) εκφώνησαν επιτάφιους λόγους, ο Ψαριανός Δημοσθένης Βρατσάνος (1827-1882) απήγγειλε ποίημα, ενώ διατάχθηκε πενθήμερο πένθος. Για τον Κανάρη δεν έλειψαν ποιήματα, πεζογραφήματα, ζωγραφικά και μουσικά έργα. Ο πολιτικός και συγγραφέας Νικόλαος Μ. Δραγούμης (1809-1879) παρατηρούσε χαρακτηριστικά: «ουδενός των αγωνιστών διεβοήθη το όνομα τοσούτον διά το είδος των ανδραγαθημάτων, όσον το του Κανάρη».
Και άλλα γλυπτά του Κανάρη
Το 1887 ο Κεφαλλονίτης γλύπτης Γεώργιος Μπονάνος (1863-1940) εξέθεσε στην Εθνική Καλλιτεχνική Έκθεση της Ιταλίας, στη Βενετία, γύψινο πρόπλασμα ανδριάντα του Κανάρη, τον οποίον παρουσίασε πάλι το 1888 στην τέταρτη έκθεση των Ολυμπίων, στο Ζάππειο, βραβευόμενος με αργυρό μετάλλιο. Το έργο, όπως και ο δαυλός του Κανάρη και αγαλματίδιό του, λανθάνουν.
Μαρμάρινο ανδριάντα του Κανάρη, προοριζόμενο για πλατεία της Ερμούπολης, είχε φιλοτεχνήσει το 1888 ο ξάδελφός του Γεώργιος Βιτάλης (1838-1901), το γύψινο στο χρώμα του χαλκού πρόπλασμα του οποίου, παραλλαγή εκείνου του Φυτάλη ως προς τη στάση του, εκτίθεται στο Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών, στη Χώρα της Τήνου, ενώ αντίγραφό του υπάρχει στη Ρουμανία.
Τέλος, χάλκινος ανδριάντας του πυρπολητή έχει στηθεί στον Δημόσιο Κήπο της Χίου, έργο του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου (1889-1974), από το 1923, όταν ο Τόμπρος ζούσε και δημιουργούσε στο Παρίσι. Με αφορμή τον εορτασμό της εκατονταετηρίδας από τον αγώνα στο νησί, ο Κανάρης, όρθιος, σφίγγει με τα δυνατά μπράτσα του καραβόσχοινο.
Οι ανδριάντες του Κανάρη διαφοροποιούνται από την ηρωική απόδοση της μαρμάρινης προτομής του Ιωάννη Κόσσου (1822-1873) το 1854/55 στους δύο εξώστες της εσωτερικής αυλής του μεγάρου του Πανεπιστημίου Αθηνών και της μαρμάρινης προτομής του Μιχάλη Τόμπρου το 1938 στη λεωφόρο των ηρώων, στο Πεδίον του Άρεως.





