Θα οδηγηθούν ΗΠΑ και Κίνα σε μετωπική σύγκρουση;
25/05/2026
Το ερώτημα δεν έχει να κάνει με την “παγίδα του Θουκυδίδη”. Πρόκειται για το ερώτημα αν συμφέροντα που καθοδηγούν μεγάλες δυνάμεις μπορεί να κρίνουν κάποια στιγμή ότι είναι συμφερότερη μια σύγκρουση, ακόμη και με άδηλο αποτέλεσμα από μια αναπόδραστη απώλεια θέσης. Όλη η ιστορία ανταγωνισμών μεγάλων δυνάμεων, και ο εικοστός αιώνας που γέννησε δυο παγκόσμιους πολέμους, συνηγορούν υπέρ της θετικής απάντησης.
Οικονομικά δεν οδηγούμαστε προς έναν “υπεριμπεριαλισμό”. Μια παλιά πρόβλεψη που έχει τελεσίδικα διαψευστεί από τις εξελίξεις. Οδηγούμαστε σε αντικρουόμενους, εναλλασσόμενους στους συμμετέχοντες, συνασπισμούς δυνάμεων. Δεύτερον, οικονομικές κρίσεις, απότομες αλλαγές συσχετισμών και αναδιατάξεις που οξύνουν την αντιπαράθεση “είναι στο πρόγραμμα”. Τρίτον, το ζήτημα δεν σχετίζεται αποκλειστικά με τον ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας, αλλά το σύνολο των ανταγωνισμών μεγάλων δυνάμεων, ανάμεσα στους οποίους αυτός έχει μια δεσπόζουσα θέση, χωρίς να σημαίνει ότι ένας μεγάλος πόλεμος θα εκκινήσει αναγκαστικά από αυτόν.
Η σύντομη απάντηση είναι ότι οδηγούμαστε προς συνθήκες μεγαλύτερης όξυνσης μεγάλων ανταγωνισμών που είναι αναγκαία και ικανή συνθήκη μετατροπής τους σε μετωπική θερμή σύγκρουση. Αν αυτό το τελευταίο βήμα θα διανυθεί ή θα το προλάβει κάποιο άλλο “ιστορικό γεγονός” ή η αντίδραση του λαϊκού παράγοντα, είναι αδύνατο να απαντηθεί, όπως και το ποιος θα ξεκινήσει τι. Ωστόσο, μια πρώτη προσέγγιση δεν επιτρέπει αισιοδοξία. Μεγαλύτερη σημασία έχει ποιος είναι ο πολυπολικός κόσμος που διαμορφώνεται. Η εικόνα μιας Κίνας, που όπου να ‘ναι φτάνει και αντικαθιστά τις ΗΠΑ ως ηγεμονική παγκόσμια δύναμη, συνιστά υπεραπλούστευση. Πριν από αυτό, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε το πόσο εύκολα μπορεί να κριθεί ως συμφερότερος ένας ηλίθιος πόλεμος.
Παλιότερα και πρόσφατα παραδείγματα
Η Ιαπωνία ξεκίνησε το 1941 έναν αυτοκαταστροφικό πόλεμο (η ιθύνουσα τάξη ξανάγινε σύντομα κραταιά οικονομική δύναμη), όχι γιατί είχε σίγουρο το αποτέλεσμα. Έχοντας βαλτώσει στην Κίνα, και με τις ΗΠΑ να την εξωθούν σε πόλεμο με το εμπάργκο, είχε να επιλέξει ανάμεσα στη στέρηση πρώτων υλών και βέβαιη υποβάθμιση και σε ένα “απεγνωσμένο ρίσκο”. «Οι ηγέτες της σε ένα μεγάλο μέρος αντιλαμβάνονταν ότι έμπαιναν σε έναν πόλεμο που ήταν σχεδόν βέβαιοι ότι θα χάσουν» (Japan 1941: Countdown to Infamy, της Eri Hotta).
Το ίδιο έτος η Γερμανία ξεκίνησε έναν αυτοκαταστροφικό πόλεμο κατά της ΕΣΣΔ (η ιθύνουσα τάξη ξανάγινε κραταιά οικονομική δύναμη στη Δυτική Γερμανία), πιστεύοντας αντίθετα πως σίγουρα θα επικρατούσε. Οδηγήθηκε σε αυτόν από την αποτυχία να “πείσει” τη Βρετανία να συνταχθεί μαζί της και την μακροπρόθεσμη απειλή που συνιστούσε ο αμερικανοβρετανικός συνασπισμός. Αν την είχε “πείσει”, η επίθεση στην ΕΣΣΔ θα γινόταν και πάλι “επιβεβλημένη” λόγω ευνοϊκότερων όρων.
Το 1956, Βρετανία και Γαλλία με τη συνδρομή του Ισραήλ, επιχείρησαν να ανακόψουν στο Σουέζ τη διεθνή πορεία αποαποικιοποίησης έναντι της ΕΣΣΔ και των ΗΠΑ. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να αποδεχτούν την οριστική δύση της παλιάς, προπολεμικής τάξης πραγμάτων. Όταν το 1965 οι ΗΠΑ εμπλέκονταν αποφασιστικά στον πόλεμο του Βιετνάμ, ο Πρόεδρος Τζόνσον έλεγε στον Μακναμάρα (ο Χέγκσεθ μπροστά του δεν είναι ούτε νάνος): “δεν βλέπω κανέναν τρόπο να κερδίσουμε” τον πόλεμο, που θα εξελισσόταν στο μεγαλύτερο μεταπολεμικά τραύμα των ΗΠΑ. Δημοσίως εκπεμπόταν αυτοπεποίθηση επιτυχίας.
Η Ρωσία το 2022 προχωρούσε σε αυτό που υπολόγιζε ως αστραπιαία, περιορισμένη επέμβαση αποτροπής του Κιέβου να ενσωματωθεί σε νατοϊκούς σχεδιασμούς. Βρέθηκε αναπάντεχα σε έναν μακρόχρονο πόλεμο φθοράς, που είναι ζήτημα αν θα επέλεγε. Αλλά και από την απέναντι πλευρά, τα πράγματα αλλιώς εξελίχθηκαν. Για τις ΗΠΑ που η προσφυγή της Μόσχας σε πόλεμο απέναντι στην υπολογισμένη δυτική πρόκληση καλωσοριζόταν ως ευκαιρία καθήλωσης της Ρωσίας και εκβιασμού, οι αρνητικές επιπτώσεις στους παγκόσμιους συσχετισμούς αποδείχθηκαν μεγαλύτερες από τη δεδομένη φθορά και περικύκλωση της Ρωσίας.
Η δε Ευρώπη όπου η υπερταχύτητα μερικών εκατοντάδων επιχειρήσεων (European Business Association) έβλεπε το 2014 την Ουκρανία ως Ελντοράντο, αγνόησε τα σήματα, όπως το διαβόητο “να πάει να γαμηθεί η ΕΕ” της Νούλαντ. Σήμερα επιμένει στην “επένδυση” ως μέσον για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά και γεωπολιτικά κόστη της επιλογής της, που υπερβαίνουν δεκάδες φορές ό,τι θα κέρδιζε, αν η “επένδυση” είχε προχωρήσει αναίμακτα. Παράνοια.
Πρόσφατα ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ στο Ιράν είναι η βεβιασμένη και τραβηγμένη από τα μαλλιά εφαρμογή της Στρατηγικής της Άρνησης συμμάχων, πόρων, οδεύσεων σε στρατηγικούς ανταγωνιστές. Οι επιπτώσεις της αποτυχίας για τις ΗΠΑ στους παγκόσμιους συσχετισμούς θα υπερβεί πολλαπλάσια όλα τα κέρδη της μέχρι χθες σε άλλα μέτωπα εφαρμογής αυτής της Στρατηγικής.
Ο γεωπολιτικός τζόγος ως πολιτική κερδοφορίας
Τα παραπάνω δεν αποσκοπούν να επιβεβαιώσουν το τετριμμένο της ετερογονίας των σκοπών. Με εξαίρεση ίσως τον τρέχοντα πόλεμο στο Ιράν, που παραήταν ανόητη επιλογή για να είναι επιβεβλημένη, αναδεικνύουν το ιστορικά αναπόδραστο της λήψης λανθασμένων “επιβεβλημένων” αποφάσεων. Ακόμη και σε περιπτώσεις που υπάρχει εξαρχής επίγνωση του λάθους. Για όσους ο χρόνος και το στάτους κβο λειτουργούν εναντίον τους, αυξάνεται η ευκολία αποφάσεων, που μπορεί να είναι σωστές βραχυπρόθεσμα και λανθασμένες μακροπρόθεσμα.
Η διεθνής τάση συρρίκνωσης του βάθους σχεδιασμού στη Δύση στους χρόνους απόδοσης μιας επένδυσης ή μιας-δυο προεδρικών θητειών των ΗΠΑ επιτείνει αυτό που ο Αμερικανός ιστορικός Gabriel Kolko εδώ και δεκαετίες έχει αποκαλέσει “Ενδημική Μυωπία” των καπιταλιστικών μεγάλων δυνάμεων. Σημαντική διαφορά, πχ, με το βάθος στρατηγικού σχεδιασμού στην Κίνα, όπως φάνηκε και με τις σπάνιες γαίες.
Η επιστροφή της γεωπολιτικής και αφύπνιση ενδύεται το “εθνικό συμφέρον πρώτα”, αλλά σχετίζεται με την αδυναμία ειρηνικής διατήρησης θέσεων στη διεθνή οικονομική σφαίρα από ισχυρότατα χρηματοπιστωτικά συμφέροντα, θέσεων που για τις μεγάλες δυνάμεις της Δύσης μικρή σχέση έχουν με το “εθνικό συμφέρον”. Ο πόλεμος ως συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα ξαναήρθε στην ημερήσια διάταξη, γιατί η πολιτική με τα προηγούμενα μέσα απέτυχε και αδυνατεί να εξασφαλίσει τις θέσεις που εξασφάλιζε χθες για αυτά τα συμφέροντα, όχι γιατί αγαπήθηκε ξαφνικά το έθνος. Η μέριμνα για το λαό δίνει το μέτρο της αγάπης περί το έθνος.
Ο γεωπολιτικός τζόγος ήταν παρών και στον εικοστό αιώνα. Πρόκειται για τζόγο και όχι για παγίδες. Ο τυχοδιωκτισμός παραμένει δομικός στις ελίτ που λαμβάνουν τις αποφάσεις, τόσο περισσότερο όσο έχει ενισχυθεί η επικυριαρχία της χρηματοπιστωτικής σφαίρας στην πραγματική οικονομία, δηλαδή ιδιαίτερα στη Δύση και ιδιαίτερα σήμερα. Τζόγος ήταν η Ουκρανία, τζόγος χαμηλού ρίσκου και χαμηλών κερδών η Βενεζουέλα, τζόγος δυσθεώρητου ρίσκου και ακόμη μεγαλύτερων δυνητικών κερδών και χασούρας το Ιράν. Δεν θα επαναληφθεί ο μνημειώδης Α’ Παγκόσμιος, που ήταν τυχοδιωκτικός από όλες τις πλευρές πλην Σερβίας. Αλλά πάντα θα βρίσκονται τρόποι να ξεκινήσουν μεγάλοι πόλεμοι.
Κίνα και ΗΠΑ
Η Κίνα έγινε ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος περισσότερων από 160 χωρών του πλανήτη. Έχει ξεπεράσει τις ΗΠΑ στις ετήσιες ροές Άμεσων Ξένων Επενδύσεων, κυρίως greenfield, αλλά παραμένει στο μισό περίπου των αποθεμάτων ΑΞΕ των ΗΠΑ, που διατηρούν δεσπόζουσα θέση. Νομισματικά, το δολάριο κυριαρχεί ακόμη συντριπτικά σε αποθεματικά και συναλλαγές. Χρηματοπιστωτικά, η Κίνα έχει καταστεί ο μεγαλύτερος διμερής πιστωτής στον κόσμο, αντιπροσωπεύοντας για την περίοδο 2008-2021 το 83% του δανεισμού της Παγκόσμιας Τράπεζας, βασικά στο Νότο, κυρίως δάνεια σε δολάριο από τα συναλλαγματικά της αποθέματα που τροφοδοτούν οι εξαγωγές.
Η λογική της χρηματοπιστωτικής επέκτασης της Κίνας διαφέρει ποιοτικά από τη δυτική χρεομηχανή, που βιώσαμε οδυνηρά στην Ελλάδα. Δεν έχει τα πολιτικά προαπαιτούμενα του Washington Consensus, εστιάζει στις υποδομές, με ανταλλάγματα την πρόσβαση σε πρώτες ύλες και υποδομές, με επιτόκια χαμηλότερα από τις διεθνείς αγορές. Μετά την κρίση του 2008 οι δυσκολίες αποπληρωμής πολλών οφειλετών έχουν αυξήσει τη πολιτική επιρροή του Πεκίνου και την ιδιοποίηση άλλων εθνικών υποδομών. Η άρνηση της Κίνας να αποδέχεται στο εξής την απαίτηση της Δύσης για άνισο κούρεμα υπέρ δυτικών πολυμερών χρηματοπιστωτικών οργανισμών (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα) οδηγεί σε συγκρούσεις, που μοιραία ο “καλός” θα είναι το Πεκίνο και ο “κακός” η Δύση.
Γεωπολιτικά η Κίνα δεν έχει επικυριαρχήσει ούτε στην ανατολική Ασία, με την έννοια που ΗΠΑ και Δύση επικυριαρχούν στο μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου πλανήτη, και η αυξανόμενη στρατιωτική της ισχύς περιορίζεται στη γειτονιά της. Έχει όμως εκτοξευτεί η οριζόντια οικονομική της επιρροή σε περιοχές του κόσμου και μετουσιώνεται αργά σε πολιτική επιρροή. Οι ιστορικές καταβολές της αμερικανικής επιρροής είναι πολύ διαφορετικές, όπως γνωρίζουμε και από το ελληνικό παράδειγμα, και σήμερα βασίζεται σε ένα πλέγμα δυτικής οικονομικής παρουσίας, δεσμών και απειλών και αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, δεσμών και απειλών.
Ακόμη και αν επιβεβαιωθούν οι καμπύλες μεγέθυνσης και η Κίνα ξεπεράσει σε ονομαστικό ΑΕΠ τις ΗΠΑ στην επόμενη δεκαπενταετία, οι ΗΠΑ θα παραμείνουν ο μεγάλος ήλιος στο με δύο ήλιους πλανητικό σύστημα που διαμορφώνεται, όσο οι ΗΠΑ παραμένουν η μόνη δύναμη με παγκόσμια προβολή στρατιωτικής ισχύος, η ισχυρότερη πολιτική επιρροή και κυρίως όσο η δυτική οικονομία συνολικά παραμένει η καρδιά του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Αλλά πόσο θα διαρκέσουν αυτά τα “όσο”; Ο πολυπολικός κόσμος και η οριζόντια οικονομική επέκταση της Κίνας και “συμμάχων” σημαίνουν συσσώρευση όρων ανατροπής (tipping points) αυτών των πυλώνων.
Ανώμαλη προσγείωση
Το δόγμα Κλίντον για ικανότητα δύο ταυτόχρονων σύντομων περιφερειακών συγκρούσεων απογειώθηκε στην πολιτική 1-4-2-1 επί Ράμσφελντ (υπεράσπιση ΗΠΑ + αποτροπή σε 4 περιοχές + νίκη σε 2 περιφερειακούς πολέμους + κατάληψη 1 πρωτεύουσας), αλλά οι πόλεμοι σε Αφγανιστάν και Ιράκ αποδείχτηκαν ατέρμονοι, όχι σύντομοι. Με Ομπάμα προσγειώθηκαν στο δόγμα 1+ (κερδίζουν έναν μεγάλο πόλεμο αποτρέποντας ταυτόχρονα έναν δεύτερο αντίπαλο) και επί Τραμπ 1.0 παραδέχθηκαν δημοσίως ότι δεν έχουν την ικανότητα να πολεμήσουν Κίνα και Ρωσία ταυτόχρονα.
Η ανώμαλη προσγείωση στο Ιράν αμφισβητεί την ικανότητα των ΗΠΑ να κερδίσουν ακόμη και έναν περιφερειακό πόλεμο με μια θεωρούμενη μεσαία δύναμη, πόσο μάλλον την Κίνα στην Ταϊβάν. Δεν έγιναν απότομα αδύναμες οι ΗΠΑ, οι δομές παγκόσμιας ισχύος έχουν αλλάξει με ταχύτητα που ξεπέρασε τους σχεδιασμούς των ΗΠΑ και τη δυνατότητά τους να μετασχηματίζουν τη στρατιωτική υπεροχή σε πολιτικό αποτέλεσμα. Αργούν να το καταλάβουν λόγω “Ενδημικής Μυωπίας”.
Ο πολυπολικός κόσμος υπερβαίνει το σχήμα Δύση-BRICS
Η ευθεία προειδοποίηση ότι “αν υπάρξει κακός χειρισμός [σε Ταϊβάν] τα δύο έθνη μπορεί να συγκρουστούν ή και να φτάσουν σε σύρραξη”, ενώ γνωρίζουν ότι οι ΗΠΑ μπορούν εκεί να εκβιάσουν μια μετωπική σύγκρουση, ήταν υπολογισμένη κίνηση λόγω αλλαγής συσχετισμών υπέρ Κίνας. Το φιάσκο στο Ιράν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Ωστόσο, δεν υπάρχει μόνο η επιλογή της Ταϊβάν για πρόκληση σύγκρουσης. Βούληση να υπάρχει, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι. Τα πράγματα περιπλέκονται μελλοντικά από εισπηδήσεις ανάμεσα σε στρατόπεδα και πιθανή διάσπαση στρατοπέδων. Η Ινδία ήταν αναμενόμενο να κοιτάξει προς ΗΠΑ, αλλά το ίδιο μπορεί να συμβεί και με άλλους λιγότερο αναμενόμενους, όπως και αντίστροφες εισπηδήσεις, ανοίγοντας νέα πεδία ανταγωνισμών και σημείων μετωπικής σύγκρουσης.
Η αποφυγή σύστασης συνασπισμών με τη στενή έννοια είναι στρατηγική επιλογή της Κίνας υπέρ της οριζόντιας επέκτασης, που είναι και ο στόχος της αμερικανικής Στρατηγικής της Άρνησης. Το Πεκίνο έχει τη δυνατότητα να δίνει και να παίρνει από “φίλους” χωρίς να μεταβάλει τη στρατηγική της. Η διατήρηση αποστάσεων από Μόσχα, όπως και Τεχεράνη (ο ρόλος της Κίνας στην διαπραγματευτική άμβλυνση του Ιράν ήταν καθοριστικός) σχετίζεται με την εμβληματική στρατηγική υπομονή της Κίνας, που την προστατεύει μέχρι σήμερα από “επιβεβλημένα” λάθη που χαρακτηρίζουν τη Δύση.
Τίποτα δεν εξασφαλίζει ότι οι ΗΠΑ θα αποτρέψουν με έναν μεγάλο πολεμικό τυχοδιωκτισμό τα tipping points που τις απειλούν, αλλά η παρακμή ωθεί προς το απονενοημένο. Κινέζοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν, όπως κι εδώ έχει υποστηριχθεί, ότι η επιθετική πολιτική Τραμπ επιταχύνει την παρακμή. Την εκμεταλλεύονται με γνώμονα όχι τα μέγιστα κέρδη, όσο την ασφάλεια της μακροπρόθεσμης ανόδου της Κίνας.





