Η ιστορική ψευδαίσθηση της “ευρωπαϊκής οικογένειας”
27/05/2026
Υπάρχει μία ιστορική πραγματικότητα που δύσκολα συζητείται ανοιχτά, διότι συγκρούεται με την κυρίαρχη δυτική αφήγηση περί μιας δήθεν ενιαίας “ευρωπαϊκής οικογένειας”. Η σημερινή Δύση, στον βαθύτερο ιστορικό της πυρήνα, δεν είναι ούτε ελληνική ούτε ρωμαϊκή. Είναι κατά βάση ένας κόσμος που διαμορφώθηκε από γερμανικά φύλα, τα οποία κατέλυσαν το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και οικοδόμησαν πάνω στα ερείπιά της μία νέα πολιτική και πολιτισμική πραγματικότητα. Φράγκοι, Σάξονες, Γότθοι, Βησιγότθοι, Οστρογότθοι, Λογγοβάρδοι και άλλοι βόρειοι λαοί δεν ενσωματώθηκαν στη Ρώμη. Την αντικατέστησαν διαμορφώνοντας τη γερμανική δύση, εισάγοντας μία εντελώς διαφορετική ιστορική ψυχολογία, πολιτική δομή και πολιτισμική κατεύθυνση.
Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τη γλωσσική και ιστορική συγγένεια του δυτικού κόσμου. Η αγγλική, η γερμανική, η ολλανδική, οι σκανδιναβικές γλώσσες και συνολικά ο βόρειος πυρήνας της Ευρώπης ανήκουν σε κοινή γερμανική γλωσσική οικογένεια, με επίκεντρο ιστορικά τη λεκάνη του Ρήνου και τη βόρεια Ευρώπη. Ακόμη και οι χώρες που μιλούν λατινογενείς γλώσσες οργανώθηκαν πολιτικά μέσα από φεουδαρχικές και στρατιωτικές δομές, που διαμορφώθηκαν από τα γερμανικά βασίλεια της μεταρωμαϊκής περιόδου. Με άλλα λόγια, η Δύση δεν αποτελεί συνέχεια της Ρώμης, όπως συχνά παρουσιάζεται, αλλά έναν νέο κόσμο που οικοδομήθηκε πάνω στην κατάρρευση του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Το πρόβλημα για τον Ελληνισμό είναι ότι αυτός ο κόσμος υπήρξε ιστορικά όχι απλώς ανταγωνιστικός, αλλά συχνά ανοιχτά εχθρικός προς τη ρωμαίικη και ελληνική συνέχεια της Ανατολής. Η βαθιά σύγκρουση ξεκινά ήδη από τη στιγμή που η δυτική Ευρώπη επιχειρεί να νομιμοποιήσει τον εαυτό της ως “νέα Ρώμη”, τη στιγμή που η πραγματική ρωμαϊκή συνέχεια εξακολουθεί να υπάρχει στην Κωνσταντινούπολη. Η στέψη του Καρλομάγνου ως “Αυτοκράτορα των Ρωμαίων” δεν ήταν απλώς μία πολιτική πράξη. Ήταν μία συμβολική αμφισβήτηση της ίδιας της νομιμότητας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλαδή του κράτους που οι ίδιοι οι κάτοικοί του ονόμαζαν Ρωμανία.
Και αν υπάρχει μία στιγμή που φανερώνει με τον πιο ωμό τρόπο αυτή τη σύγκρουση, αυτή δεν είναι το 1453, αλλά το 1204. Η τέταρτη σταυροφορία υπήρξε ίσως το μεγαλύτερο τραύμα στην ιστορία του Ελληνισμού. Οι Οθωμανοί κατέλαβαν μία ήδη αποδυναμωμένη αυτοκρατορία. Οι δυτικοί Σταυροφόροι όμως κατέστρεψαν τον ίδιο τον πυρήνα της. Λεηλάτησαν την Κωνσταντινούπολη, διέσπασαν την αυτοκρατορική συνοχή, αποδυνάμωσαν στρατηγικά τον ελληνικό κόσμο και άνοιξαν τον δρόμο για την τελική κατάρρευση. Από αυτή την άποψη, η Άλωση από τους δυτικούς υπήρξε ιστορικά βαθύτερο πλήγμα από εκείνη των Οθωμανών.
Η σχέση του Ελληνισμού με τη Δύση
Η Δύση πολύ συχνά υπήρξε διατεθειμένη να ανεχθεί ή ακόμη και να αξιοποιήσει την τουρκική ισχύ, όταν αυτό εξυπηρετούσε τα δικά της συμφέροντα. Από τη μακρά ευρωπαϊκή πολιτική διατήρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως ανάχωμα απέναντι στη Ρωσία μέχρι τη συστηματική ανοχή προς τον τουρκικό αναθεωρητισμό σε μεταγενέστερες εποχές, η ιστορική εμπειρία του Ελληνισμού υπήρξε σκληρή. Όχι επειδή η Δύση “αγαπούσε” τους Τούρκους, αλλά επειδή συχνά θεωρούσε μία ισχυρή ελληνική παρουσία στην Ανατολή, περισσότερο απρόβλεπτη από μία διαχειρίσιμη τουρκική δύναμη.
Ίσως λοιπόν ήρθε η ώρα να εγκαταλείψουμε ορισμένες αφελείς βεβαιότητες. Η σχέση του Ελληνισμού με τη Δύση δεν υπήρξε ποτέ σχέση φυσικής συγγένειας, όπως μας διδάχθηκε ιδίως μετά τη μεταπολίτευση. Υπήρξε κυρίως μία σχέση συγκυριακών συμπτώσεων, ανταγωνισμών και άνισων ισορροπιών. Το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι η Δύση λειτουργεί με βάση τα δικά της συμφέροντα – αυτό κάνουν όλα τα κράτη και όλες οι αυτοκρατορικές δομές στην Ιστορία. Το πρόβλημα είναι ότι εμείς επί δεκαετίες εκπαιδευτήκαμε να θεωρούμε ως “φυσικούς συμμάχους” δυνάμεις που πολύ συχνά αντιμετώπιζαν τα ελληνικά συμφέροντα ως μεταβλητή μικρότερης προτεραιότητας απέναντι σε ευρύτερους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη μεταπολιτευτική αυταπάτη. Μάθαμε να πιστεύουμε ότι αν δείξουμε αρκετή συμμόρφωση, αρκετή “ευρωπαϊκότητα”, κάποια στιγμή θα γίνουμε πλήρως αποδεκτοί σε μία οικογένεια κοινών συμφερόντων. Την ίδια στιγμή όμως, βλέπουμε σήμερα να επανέρχεται η λογική της γεωπολιτικής αξιοποίησης της Τουρκίας, παρά τις ελληνοτουρκικές εντάσεις και τις πάγιες ελληνικές ανησυχίες για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Για την Ευρώπη, η Τουρκία αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως στρατηγικός παίκτης και δευτερευόντως μέσα από το πρίσμα των ελληνικών ευαισθησιών. Και αυτό θα έπρεπε να μας οδηγήσει σε μία πιο νηφάλια ανάγνωση των διεθνών σχέσεων – όχι με αυταπάτες περί “Ευρωπαίων Εταίρων”, αλλά με καθαρή επίγνωση συμφερόντων, ισορροπιών και ιστορικής μνήμης.





