ΘΕΜΑ

Οι κοινωνικές τάσεις που επηρεάζουν την γονιμότητα

Οι κοινωνικές τάσεις που επηρεάζουν την γονιμότητα, Διονύσης Μπαλούρδος
Φωτό: ΑΠΕ:ΜΠΕ

Για δεκαετίες, η χαμηλή συγχρονική γονιμότητα αποδιδόταν κυρίως σε προσωρινές μετατοπίσεις του χρόνου τεκνοποίησης (tempo effect), με την προσδοκία ότι οι γεννήσεις θα αναπληρώνονταν σε μεγαλύτερη ηλικία. Ωστόσο, η σύγχρονη έρευνα καταδεικνύει ότι η σημαντική καθυστέρηση στην απόκτηση του πρώτου παιδιού προσκρούει σε βιολογικούς περιορισμούς, οδηγώντας στην απόκτηση ενός μόνο παιδιού ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην οριστική ατεκνία.

Η εξέλιξη αυτή έχει αποτυπωθεί θεωρητικά στο πλαίσιο της Δεύτερης Δημογραφικής Μετάβασης (ΔΔΜ), η οποία συνδέει την γονιμότητα με την ενίσχυση της ατομικής αυτονομίας, τη μεταβολή των αξιακών προσανατολισμών και την εξάπλωση εναλλακτικών μορφών συμβίωσης (Lesthaeghe, 2010, 2020). Εντούτοις, οι τρέχουσες εξελίξεις επιβάλλουν τη διεύρυνση του αναλυτικού πλαισίου της ΔΔΜ, προκειμένου να ενσωματωθούν νέες, αλληλένδετες διαστάσεις:

Αποσύνδεση αναπαραγωγής και σταθερής συντροφικότητας: Η διαμόρφωση, η έναρξη και η σταθερότητα των συντροφικών σχέσεων αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ενδιάμεσους μηχανισμούς, μέσω των οποίων οι δομικές μεταβολές επηρεάζουν τη δημογραφική εξέλιξη. Παρατηρείται σταδιακή αποδυνάμωση του παραδοσιακού υποδείγματος, το οποίο συνέδεε την τεκνογονία με τον μακροχρόνιο έγγαμο βίο.

Στο νέο αυτό πλαίσιο, οι οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημογραφικού ελλείμματος, καθώς συνδέονται με την καθυστέρηση , ή την αποφυγή σύναψης σταθερών συντροφικών σχέσεων (Kuang et al., 2025· OECD, 2024), καθώς και με την αυξημένη αστάθεια των σχέσεων αυτών.

Το φαινόμενο αυτό αποτυπώνεται στην αυξανόμενη δυσκολία ανεύρεσης κατάλληλου συντρόφου, στην καθυστέρηση έναρξης της συμβίωσης, στη μείωση της διάρκειας των σχέσεων, καθώς και στην επιμήκυνση των περιόδων ατομικής διαβίωσης και στην άνοδο της μονογονεϊκότητας (Ribera Almandoz, Brockie, et al., 2026).

Παράλληλα, η ψηφιοποίηση των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων αναδιαμορφώνει τους τρόπους σύναψης και διατήρησης των συντροφικών δεσμών. Η διαρκής ψηφιακή συνδεσιμότητα και η υπερβολική κατανάλωση ψηφιακού περιεχομένου ενδέχεται, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να αυξήσουν το γνωστικό φορτίο και να περιορίσουν τη συναισθηματική διαθεσιμότητα που είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη και τη διατήρηση ουσιαστικών διαπροσωπικών σχέσεων (Larsen et al., 2026· Twenge, 2023· McDaniel & Coyne, 2016).

Άλλοι παράγοντες

Εντατικοποίηση της γονεϊκότητας: Η άσκηση του γονεϊκού ρόλου συνοδεύεται από αυξημένες απαιτήσεις σε χρόνο, οικονομικούς πόρους και συναισθηματική εμπλοκή (Hays, 1996· Yerkes et al., 2024). Παράλληλα, η επιδίωξη εξασφάλισης “αγαθών θέσης” για τα παιδιά – ως μέσο διατήρησης ή ενίσχυσης του κοινωνικού κύρους – αυξάνει το αντιλαμβανόμενο κόστος της ανατροφής. Ως εκ τούτου, μπορεί να λειτουργεί ανασταλτικά, τόσο για την έναρξη της τεκνοποίησης, όσο και για την απόκτηση επιπλέον τέκνων (Goldin, 2026· Ruckdeschel, 2024).

Εργασιοκεντρισμός (workism): Η αντίληψη ότι η εργασία κατέχει κεντρική θέση στη ζωή του ατόμου και συνδέεται στενά με την προσωπική ταυτότητα, την αυτοπραγμάτωση και την αίσθηση κοινωνικής αξίας μπορεί να λειτουργεί περιοριστικά ως προς τη δημιουργία οικογένειας, ιδίως όταν οι επαγγελματικές απαιτήσεις υπερισχύουν των επιθυμιών και των σχεδίων για συντροφικότητα και τεκνοποίηση (DeRose & Stone, 2021· Chwastek & Mynarska, 2025). Ο εργασιοκεντρισμός εκδηλώνεται είτε ως ελεύθερη αξιακή επιλογή (στον Ευρωπαϊκό Βορρά) είτε ως αναγκαστική προσαρμογή απέναντι στην παρατεταμένη εργασιακή επισφάλεια (στον Ευρωπαϊκό Νότο).

Υποκειμενική στροφή: Υιοθετείται η αναλυτική οπτική σύμφωνα με την οποία οι αναπαραγωγικές αποφάσεις δεν διαμορφώνονται αποκλειστικά από αντικειμενικούς διαρθρωτικούς περιορισμούς, αλλά επηρεάζονται καθοριστικά από τις υποκειμενικές προσδοκίες, τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται και αξιολογούν την αβεβαιότητα, καθώς και από τον βαθμό εμπιστοσύνης τους στους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς (Jalovaara et al., 2026· Neyer et al., 2022).

Υπό αυτές τις συνθήκες, η τεκνοποίηση παύει να αποτελεί αυτονόητη και κανονιστική μετάβαση και αναδεικνύεται σε μια εύθραυστη και χρονικά ευαίσθητη ισορροπία, η οποία εξαρτάται από την έγκαιρη εξασφάλιση υλικής και συντροφικής σταθερότητας. Η αναβολή της, επομένως, δεν συνιστά κατ’ ανάγκην συνειδητή επιλογή πρωτογενούς ατεκνίας – δηλαδή μη απόκτησης πρώτου παιδιού – αλλά μπορεί να οφείλεται στην απουσία επαρκούς συντροφικού και θεσμικού υποστηρικτικού πλαισίου εντός του βιολογικά ευνοϊκού αναπαραγωγικού παραθύρου.

Υπό αυτή την οπτική, η Δεύτερη Δημογραφική Μετάβαση δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται αποκλειστικά ως αξιακός και πολιτισμικός μετασχηματισμός. Αποτελεί φαινόμενο το οποίο διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση ατομικών επιλογών, υποκειμενικών νοηματοδοτήσεων, θεσμικών ρυθμίσεων και διαρθρωτικών περιορισμών. Η ενίσχυση της αυτονομίας, της αυτοπραγμάτωσης και της προσωπικής επιλογής είναι αναμφισβήτητη· οι επιλογές, όμως, δεν διαμορφώνονται σε κοινωνικά ουδέτερο περιβάλλον.

Επηρεάζονται από την άνιση πρόσβαση στην εργασία, τη στέγαση, την κοινωνική προστασία και τις υποδομές φροντίδας, από υποκειμενικούς και αξιακούς παράγοντες, καθώς και από το επίπεδο οικονομικής και θεσμικής ασφάλειας. Συνεπώς, η αναβολή ή η μη πραγμάτωση της τεκνοποίησης θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με τις κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώνουν τις αναπαραγωγικές επιλογές.

Δύο διαφορετικές δημογραφικές πορείες 

Η διευρυμένη προσέγγιση της ΔΔΜ καθίσταται απαραίτητη για την ερμηνεία των εντονότατων αποκλίσεων στις χώρες της Ευρώπης. Η συγκριτική ανάλυση αναδεικνύει την ισχύ της αρχής της ισοτελικότητας: Διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές και θεσμικές διαδρομές συγκλίνουν στο ίδιο δημογραφικό αποτέλεσμα, δηλαδή σε τιμές Συγχρονικού Δείκτη Γονιμότητας (ΣΔΓ) αισθητά χαμηλότερες από το όριο αναπλήρωσης των γενεών (TFR < 1,5 παιδί ανά γυναίκα).

Η δημογραφική εξέλιξη της Ευρώπης χαρακτηρίζεται από δύο διακριτές ιστορικές φάσεις. Στα τέλη του 20ού αιώνα, η «μεγάλη έκπληξη» αφορούσε την απρόσμενη και απότομη υποχώρηση της γονιμότητας στις παραδοσιακά οικογενειοκεντρικές χώρες της Νότιας Ευρώπης, οι οποίες έως τότε θεωρούνταν περισσότερο ανθεκτικές στις δημογραφικές μεταβολές (Chesnais, 1996, 1998· Kertzer et al., 2009).

Σήμερα, η δημογραφική πραγματικότητα αναδεικνύει το «Σκανδιναβικό παράδοξο», δηλαδή την επίμονη υποχώρηση της γονιμότητας ακόμη και σε κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από ανεπτυγμένα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας και υψηλά επίπεδα έμφυλης ισότητας (Vanhuysse, 2024· Begall & Hiekel, 2025). Η συνύπαρξη αυτών των τάσεων έχει οδηγήσει σε μια ασύμμετρη σύγκλιση προς τα κάτω, καθώς οι δείκτες γονιμότητας των σκανδιναβικών χωρών υποχωρούν σταδιακά προς τα χαμηλά επίπεδα που χαρακτηρίζουν τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.

Πράγματι, Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία κατέγραψαν TFR < 1,5 ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 (Kertzer et al., 2009· Kohler et al., 2002· Μπαλούρδος κ.ά., 2019), λόγω της συρρίκνωσης των γεννήσεων στις ηλικίες κάτω των 30 ετών, χωρίς επαρκή ύστερη αναπλήρωση. Ενδεικτικά, την περίοδο 2010-2024, οι γεννήσεις από γυναίκες κάτω των 30 ετών υποχώρησαν στην Ελλάδα (από 41,5% σε 30,1%), στην Ισπανία (από 32,0% σε 27,3%) και στην Ιταλία (από 33,8% σε 28,0%).

Αντίστοιχα, η πρόσφατη κάμψη στη Βόρεια Ευρώπη οφείλεται σε οριζόντια υποχώρηση της γονιμότητας στις ηλικίες κάτω των 30 ετών – η οποία επίσης δεν αναπληρώνεται μεταγενέστερα – αντανακλώντας βαθύτερες μεταβολές στις αξίες και στις επαγγελματικές προτεραιότητες (Neyer et al., 2022· Savelieva et al., 2023· Vanhuysse, 2024).

Όπως συνοψίζεται στον Πίνακα 1, ενώ στις χώρες της Νότιας Ευρώπης η δημογραφική κάμψη αποτελεί πρωτίστως ακούσια προσαρμογή σε εξωτερικούς οικονομικούς κυρίως περιορισμούς, στις Βόρειες χώρες αντανακλά δομικές μεταβολές στις ατομικές προτεραιότητες και στα σύγχρονα πρότυπα συμβίωσης.

Γονιμότητα: Από την αναβολή στη μόνιμη απώλεια

Τα εμπειρικά δεδομένα της περιόδου 2016-2024 επιβεβαιώνουν ότι η σύγκλιση των τιμών του ΣΔΓ συνοδεύεται από σημαντικές ποιοτικές διαφοροποιήσεις στη δομή της γονιμότητας. Το 2024, ο ΣΔΓ διαμορφώθηκε σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, τόσο στη Βόρεια Ευρώπη (Σουηδία: 1,43, Νορβηγία: 1,45, Φινλανδία: 1,25) όσο και στη Νότια Ευρώπη (Ελλάδα: 1,24, Ιταλία: 1,18, Ισπανία: 1,10) (Σχήμα 1).

Η ανάλυση της κατανομής των πρώτων γεννήσεων κατά ηλικιακή ομάδα αποδεικνύει την προϊούσα συρρίκνωση του αναπαραγωγικού παραθύρου. Σε όλες τις υπό εξέταση χώρες, οι πρώτες γεννήσεις από μητέρες ηλικίας 20-29 ετών σημειώνουν υποχώρηση, ενώ εκείνες από γυναίκες άνω των 30 ετών αντιπροσωπεύουν πλέον το 56% έως 70% του συνόλου. Στην Ελλάδα, το ποσοστό των πρώτων γεννήσεων σε γυναίκες 40 ετών και άνω ανήλθε στο 10,3% (Σχήμα 2).

Η μετάθεση της ηλικίας πρώτης τεκνοποίησης συνεπάγεται την άμεση συμπίεση των γεννήσεων ανώτερης σειράς. Στη Νότια Ευρώπη, οι πρώτες γεννήσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 50% του συνόλου, ενώ αθροιστικά με τις δεύτερες καλύπτουν το 80%-86%, επιβεβαιώνοντας την εδραίωση του υποδείγματος της ολιγομελούς οικογένειας (1-2 παιδιά). Αντίθετα, οι σκανδιναβικές χώρες διατηρούν χαμηλότερα ποσοστά πρώτων γεννήσεων (43%-44%) και συγκριτικά υψηλότερα ποσοστά γεννήσεων 3ης και 4ης σειράς, γεγονός που οφείλεται στην πιο πρώιμη έναρξη της τεκνοποίησης (μέση ηλικία απόκτησης πρώτου τέκνου 30 έτη, έναντι 31+ ετών στον Νότο) (Σχήμα 3).

 

Μεθοδολογική Επισήμανση

Η παρούσα ανάλυση βασίζεται κυρίως σε συγχρονικούς δείκτες (period data) – όπως ο Συγχρονικός Δείκτης Γονιμότητας (ΣΔΓ). Αν και ο εν λόγω δείκτης υπόκειται σε επιδράσεις χρονισμού (tempo effects), η επίμονη και διαχρονική διατήρησή του σε πολύ χαμηλά επίπεδα (TFR < 1,3-1,5) κατά την τελευταία δεκαετία καθιστά τα ευρήματα αντιπροσωπευτικά των τρεχουσών δομικών πιέσεων που υφίστανται τα νοικοκυριά, αποτυπώνοντας την άμεση κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα στις εξεταζόμενες χώρες.

 

 

 

* Τα ποσοστά υπολογίστηκαν από τα δεδομένα της Eurostat για τις πρώτες γεννήσεις, με ευρύτερη ομαδοποίηση των ηλικιών. Τυχόν αποκλίσεις οφείλονται σε αναθεωρήσεις ιστορικών δεδομένων.

Παράλληλα, η υπόθεση ότι οι μεταναστευτικές ροές θα μπορούσαν μακροπρόθεσμα να αναπληρώσουν το έλλειμμα γεννήσεων στον Νότο, δεν επιβεβαιώνεται. Ενώ στην Ισπανία και την Ιταλία τα ποσοστά γεννήσεων από μητέρες με ιθαγένεια εκτός ΕΕ παραμένουν σχετικά υψηλά (20,9% και 15,8% αντίστοιχα το 2024), στην Ελλάδα καταγράφεται υποχώρηση από το 12,8% το 2020 στο 8,7% το 2024 (Σχήμα 4).

 

Η εξέταση της τελικής διαγενεακής γονιμότητας για τη γενεά του 1984, σε συνδυασμό με τα ποσοστά οριστικής ατεκνίας, επιβεβαιώνει τη διαφοροποίηση των δομικών χαρακτηριστικών στις εξεταζόμενες χώρες (Σχήμα 5). Στη Νότια Ευρώπη, η πτώση του ΣΔΓ διαμορφώνεται από την ακραία αναβολή της πρώτης γέννησης, την επικράτηση της απόκτησης ενός μόνο παιδιού και τα υψηλά ποσοστά οριστικής ατεκνίας (22%-27%), περιορίζοντας δραστικά τη διαγενεακή αναπλήρωση.

Αντίστοιχα στη Βόρεια Ευρώπη, η υποχώρηση του ΣΔΓ οδηγείται κυρίως από την αύξηση της ατεκνίας (Heleniak, 2024) και δευτερευόντως από τη μείωση της μετάβασης στο 2ο παιδί. Ωστόσο, διατηρείται η δυναμική για γεννήσεις ανώτερης σειράς (3+), χάρη στην ύπαρξη υποστηρικτικών θεσμικών δομών.

 

Πρώτα συμπεράσματα

Η συγκριτική εξέταση της γονιμότητας στην Ευρώπη αναδεικνύει ότι η σύγκλιση των ποσοτικών δεικτών σε χαμηλά επίπεδα επικαλύπτει θεμελιώδεις ποιοτικές αποκλίσεις. Η διευρυμένη θεωρία της ΔΔΜ παρέχει το αναλυτικό πλαίσιο για την κατανόηση αυτών των αποκλίσεων.

Η αρχή της ισοτελικότητας ερμηνεύει πώς η υλική αβεβαιότητα και η αδύναμη θεσμική επάρκεια σε Ελλάδα, Ισπανία και Ιταλία, καθώς και ο αξιακός μετασχηματισμός σε Σουηδία, Φινλανδία και Νορβηγία, καταλήγουν στο ίδιο δημογραφικό αδιέξοδο. Η κατανόηση αυτών των διακριτών αιτιακών μηχανισμών συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την αναθεώρηση των δημογραφικών αναλύσεων και τη διαμόρφωση διαφοροποιημένων προσεγγίσεων στο πεδίο της δημόσιας πολιτικής.

 


 

Ο Διονύσης Μπαλούρδος είναι Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx