Γιατί το Μαξίμου ανησυχεί μόνο για το κόμμα Σαμαρά
08/06/2026
Τσίπρας και Καρυστιανού αλλάζουν τα δεδομένα στο χώρο της αντιπολίτευσης. Ωστόσο δεν φαίνεται να επηρεάζουν την ΝΔ. Τον εν λόγω ρόλο, αναμένεται να αναλάβει ο πρώην πρωθυπουργός, ο διαγραφείς από τη ΝΔ, Αντώνης Σαμαράς.
Νέους συσχετισμούς και καινούργια δεδομένα στο πολιτικό σκηνικό προκαλούν οι δημοσκοπήσεις, σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά την είσοδο στον πολιτικό στίβο των νέων κόμματων της Μαρίας Καρυστιανού και κατά κύριο λόγο του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Την ίδια ώρα, αν και η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί σαφές δημοσκοπικό προβάδισμα, οι ανακατατάξεις στην αντιπολίτευση επαναφέρουν σταδιακά ένα σκηνικό που θυμίζει έντονα την περίοδο 2016-2023.
Η επάνοδος Τσίπρα στο προσκήνιο φαίνεται να αναδιατάσσει τους συσχετισμούς στον χώρο της αντιπολίτευσης. Το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι μόνο η δημοσκοπική του άνοδος, αλλά το γεγονός ότι κατορθώνει να εδραιώνεται ως ο μοναδικός πολιτικός που μπορεί να διεκδικήσει με αξιώσεις τον ρόλο του βασικού αντιπάλου του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Σε αντίθεση με άλλες προσωπικότητες ή κομματικούς σχηματισμούς που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια, ο πρώην πρωθυπουργός διαθέτει το πολιτικό βάρος, που του επιτρέπει να εμφανίζεται ως υποψήφιος αντίπαλος του Μητσοτάκη. Υπό αυτή την έννοια, το πολιτικό σύστημα επιστρέφει σε μια γνώριμη συνθήκη διπολικής αντιπαράθεσης.
Χαμένο το ΠΑΣΟΚ λόγω Τσίπρα-Καρυστιανού
Ο μεγάλος χαμένος αυτής της εξέλιξης φαίνεται να είναι ο Νίκος Ανδρουλάκης. Το ΠΑΣΟΚ επένδυσε πολιτικά στην κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ και στην προοπτική να εξελιχθεί στον βασικό εκφραστή της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, οι νέες πολιτικές πρωτοβουλίες που εμφανίζονται στον χώρο, παρότι έχουν ως διακηρυγμένο στόχο να αμφισβητήσουν την κυριαρχία Μητσοτάκη, στην πράξη στερούν πολύτιμο πολιτικό χώρο από τη Χαριλάου Τρικούπη.
Η επιστροφή του Τσίπρα επανασυσπειρώνει σημαντικό τμήμα των αντιδεξιών ψηφοφόρων, ενώ η πολιτική δυναμική που έχει αναπτυχθεί γύρω από την υπόθεση των Τεμπών και την προσωπικότητα της Μαρίας Καρυστιανού, δημιουργεί έναν επιπλέον πόλο έλξης για την ψήφο διαμαρτυρίας. Το αποτέλεσμα είναι το ΠΑΣΟΚ να κινδυνεύει να βρεθεί, από τη θέση του επίδοξου διεκδικητή της δεύτερης θέσης, στη δυσάρεστη πραγματικότητα μιας μάχης ακόμη και για την τρίτη.
Παρά ταύτα, η εδραίωση Τσίπρα στη δεύτερη θέση δεν συνιστά από μόνη της ανατροπή των πολιτικών δεδομένων. Όσο η απόσταση μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος – τουλάχιστον στις δημοσκοπήσεις – παραμένει μεγάλη, η εξέλιξη αυτή έχει περισσότερο συμβολικό και ψυχολογικό, παρά ουσιαστικό χαρακτήρα
Η ανάδειξη ενός ξεκάθαρου αρχηγού της αντιπολίτευσης προσδίδει πολιτικό κύρος και ενισχύει τη δυναμική του αντιπολιτευτικού χώρου, δεν αρκεί όμως για να δημιουργήσει πραγματικές συνθήκες εναλλαγής στην εξουσία. Για να μετατραπεί η δεύτερη θέση σε αξιόπιστη κυβερνητική προοπτική απαιτείται σημαντική μείωση της διαφοράς από τη ΝΔ, κάτι που προς το παρόν δεν διαφαίνεται.
Ο παράγοντας Σαμαράς
Ίσως όμως η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση των εξελίξεων να βρίσκεται αλλού. Στο Μέγαρο Μαξίμου η πραγματική ανησυχία δεν φαίνεται να προέρχεται ούτε από τον Τσίπρα, ούτε από την Καρυστιανού. Η μεγαλύτερη απειλή για το Μαξίμου βρίσκεται στα δεξιά της. Το επερχόμενο εγχείρημα Σαμαρά θα διέφερε ποιοτικά από κάθε προηγούμενη πρόκληση που αντιμετώπισε η κυβερνητική παράταξη. Για πρώτη φορά θα μπορούσε να εμφανιστεί στον χώρο της κεντροδεξιάς ένας ανταγωνιστής με πρωθυπουργικό προφίλ, κυβερνητική εμπειρία και δυνατότητα να απευθυνθεί σε παραδοσιακούς ψηφοφόρους της ΝΔ.
Μέχρι σήμερα οι διαρροές προς τα δεξιά κατευθύνονταν κυρίως σε κόμματα που, παρά την εκλογική τους επιρροή, δεν καταφέρνουν να αμφισβητήσουν την πολιτική ηγεμονία Μητσοτάκη. Ένας πολιτικός σχηματισμός υπό τον Σαμαρά θα μπορούσε να αλλάξει αυτή την εξίσωση, καθώς, δεν θα διεκδικούσε απλώς ψήφους διαμαρτυρίας, αλλά θα προέβαλλε ως εναλλακτική έκφραση της ίδιας της κεντροδεξιάς παράταξης.
Έτσι, ενώ η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στην επιστροφή Τσίπρα και στη μάχη για τη δεύτερη θέση, το στρατηγικό ερώτημα για το επόμενο διάστημα, ίσως αφορά κάτι άλλο: Όχι το ποιος θα ηγηθεί της αντιπολίτευσης, αλλά το αν η ΝΔ θα καταφέρει να διατηρήσει αδιατάρακτη την κυριαρχία της, στον δικό της πολιτικό χώρο.





