Να μην αφήσουμε την Τουρκία να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων
19/06/2026
Είτε πρόκειται για αθλητικά, γεωπολιτικά ή λίγο-πολύ οτιδήποτε άλλο, το να αυτοπεριορίζεται κανείς απλώς στο να αντιδρά στις πρωτοβουλίες των αντιπάλων του δεν συνιστά αποτελεσματική στρατηγική. Μια και η τρέχουσα περίοδος βρίθει αθλητικών αναμετρήσεων, ας δανειστούμε από εκεί ένα παράδειγμα. Όπως μια ομάδα που δεν μπορεί να ελέγξει τον ρυθμό του αγώνα εμφανίζεται μονίμως εκτός ισορροπίας, έτσι και μια ηγεσία που παραιτείται από την προσπάθεια ελέγχου των εξελίξεων και αναγκάζεται συνεχώς να σπεύδει να διαχειρίζεται την μια κρίση μετά την άλλη δυσκολεύεται να εκπληρώσει τους στρατηγικούς της στόχους.
Ενδεικτικά, η Άγκυρα θα φιλοξενήσει την επικείμενη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στις αρχές Ιουλίου. Κατά την διάρκεια αυτής της συνόδου, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Τουρκία θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει την ευκαιρία για να πιέσει υπέρ της απόκτησης (ή και επιστροφής στο πρόγραμμα συμπαραγωγής) πολεμικών αεροσκαφών F-35, απ’ όπου αποπέμφθηκε προ μερικών ετών μετά την αγορά του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400. Επίσης, στην ατζέντα της συνόδου αναμένεται να τεθεί και η προσθήκη δύο νέων βάσεων του ΝΑΤΟ εντός τουρκικής επικράτειας, στην Κωνσταντινούπολη και τα Άδανα, αντίστοιχα.
Αμφότερα τα θέματα δημιουργούν διλήμματα για την Αθήνα, η οποία προσπαθεί να αντισταθεί στις προκλήσεις μιας Τουρκίας που προβάλλει διαρκώς μια αναθεωρητική ατζέντα, φτάνοντας στο σημείο να απειλεί ανοικτά την Ελλάδα ή να καταφεύγει στην προσπάθεια ντε φάκτο επιβολής των σχεδίων της διαμέσου μονομερών παρεμβάσεων (π.χ., παρεμπόδιση της διαδικασίας προετοιμασίας της πόντισης του καλωδίου GSI που θα ενώσει τα ηλεκτρικά δίκτυα Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ).
Πρόκειται για το ίδιο κράτος που εξακολουθεί και κατέχει τμήμα ενός κράτους-μέλους της ΕΕ και αμφισβητεί εμπράκτως τα κυριαρχικά δικαιώματα ετέρου κράτους-μέλους της ΕΕ. Εν τω μεταξύ, κυκλοφορούν αξιόπιστες και στοιχειοθετημένες κατηγορίες για τον ρόλο της Άγκυρας στην παροχή υποστήριξης και συγκάλυψης σε τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως η Χαμάς ή ένοπλες ομάδες τζιχαντιστών που προβαίνουν σε αποτρόπαιες ενέργειες κατά Χριστιανών και άλλων μειονοτήτων στην Μέση Ανατολή και αλλού. Υπάρχουν, επίσης, ενδείξεις ότι η Τουρκία έχει βοηθήσει στο παρελθόν το Ιράν να παρακάμψει τις διεθνείς κυρώσεις που είχαν επιβληθεί εναντίον του.
Τι στάση θα κρατήσει η Αθήνα
Όταν τεθεί στην σύνοδο το θέμα της δημιουργίας δύο νέων βάσεων του ΝΑΤΟ εντός της Τουρκίας, αξίζει να αναρωτηθούμε για την στάση που θα κρατήσει η Αθήνα, ειδικά μετά το νέο επίμαχο νομοθέτημα που προανήγγειλε η Άγκυρα. Μέσα στους επόμενους μήνες, αναμένεται να ψηφιστεί από την τουρκική εθνοσυνέλευση ένα νομοσχέδιο που προωθεί η κυβέρνηση Ερντογάν η οποία θα ορίζει όλα τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο Πέλαγος και την Ανατολική Μεσόγειο πέραν των έξι ναυτικών μιλίων πέριξ των ελληνικών νησιών ως τουρκικά.
Μολονότι συνιστά κατάφορη παραβίαση του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, αυτός ο νόμος-παρωδία θα επικαλείται από κάθε διάδοχη τουρκική κυβέρνηση ως αξεπέραστο εμπόδιο για την αναγνώριση της νόμιμης ελληνικής ΑΟΖ στην περιοχή (όταν επιτέλους κηρυχθεί), πολλώ δε μάλλον του καθόλα νόμιμου δικαιώματος επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Η εν λόγω πρόκληση θα ισοδυναμούσε με το casus belli που κήρυξε η Άγκυρα το 1995 και το γκριζάρισμα των Ιμίων το αμέσως επόμενο έτος. Αν και το σχέδιο νόμου προγραμματιζόταν να τεθεί προς ψήφιση άμεσα, μεταφέρθηκε για μετά το καλοκαίρι, για προφανείς λόγους.
Αναμφίλεκτα, η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ και οι στόχοι της Άγκυρας επηρέασαν το χρονολόγιο του νομοσχεδίου της «Γαλάζιας Πατρίδας». Συνεπώς, εξακολουθεί να πλανάται ως φάντασμα το εξής δίλημμα για την Αθήνα. Η Άγκυρα μοιάζει έτοιμη να κάνει το επόμενο βήμα στην εφαρμογή του επεκτατικού δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας». Τι ακριβώς προτίθεται να κάνει η Αθήνα για να την εμποδίσει; Πάντως, ο στρουθοκαμηλισμός και η ελπίδα να λυθεί από μόνο του το πρόβλημα δεν μοιάζει με επιτυχής στρατηγική…
Που το πάει η Τουρκία;
Με την προαναγγελθείσα νομοθετική πρωτοβουλία της, η Άγκυρα ουσιαστικά προκαλεί την Αθήνα να καταψηφίσει την πρόταση για τα δύο νέα στρατόπεδα. Ωστόσο, η κίνηση αυτή εγκυμονεί τον κίνδυνο της δημιουργίας δυσαρέσκειας σε άλλα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ και ιδίως τις ΗΠΑ, οι οποίες αυξάνουν συνεχώς την κριτική τους προς την Ευρώπη.
Από την άλλη, η μοιρολατρική αποδοχή της αναβάθμισης των τουρκικών βάσεων με φόντο τον προκλητικό αναθεωρητικό νόμο που ετοιμάζεται να φέρει προς ψήφιση η τουρκική κυβέρνηση θα δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Αθήνα σιωπηρώς αποδέχεται τις παράνομες τουρκικές αξιώσεις εις βάρος της κυριαρχίας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Με τις δύο νέες βάσεις της, όπου η μία βρίσκεται στο υπογάστριο της χώρας, στην καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου, η τουρκική ηγεσία τοποθετείται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αναλάβει τον κυρίαρχο ρόλο στις περιφερειακές στρατιωτικές επιχειρήσεις της συμμαχίας, προσπαθώντας, έτσι, να νομιμοποιήσει τις επεκτατικές της αξιώσεις.
Ο καθηγητής και ειδικός περί της γεωπολιτικής κ. Ιωάννης Μάζης έχει επιχειρηματολογήσει ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να εξουδετερώσει την τουρκική επίδειξη ισχύος προτείνοντας να δημιουργηθεί και ΝΑΤΟϊκή βάση στην Κάρπαθο. Με αυτή την «αντεπίθεση», η Αθήνα θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τα αναφαίρετα δικαιώματά της στο Αιγαίο και να επεκτείνει το αποτύπωμά της στην Ανατολική Μεσόγειο μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ. Στο παρελθόν, ο κ. Μάζης έχει ταχθεί και υπέρ της προώθησης της Κύπρου ως υποψήφιο κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ από την Ελλάδα.
Παρόλο που η πρόταση αυτή είναι βέβαιο ότι θα απορριφθεί από την Τουρκία, η κίνηση αλλάζει το αφήγημα, παρουσιάζοντας την Άγκυρα ως εμπόδιο στην επέκταση του ΝΑΤΟ. Ειδικά υπό το πρίσμα των τελευταίων εξελίξεων στην Μέση Ανατολή, η ένταξη της Κύπρου στην Ατλαντική Συμμαχία θα παρουσίαζε μεγάλο γεωστρατηγικό δέλεαρ για την Δύση. Η ανακοπή της προοπτικής αυτής από την Άγκυρα θα υπογράμμιζε τον διαιρετικό ρόλο που παίζει και θα αποκάλυπτε για άλλη μια φορά πόσο πραγματικά απέχει από τον ρόλο της «πολύτιμης συμμάχου» που θέλει υποκριτικά να υποδύεται.
Ασχέτως τι πιστεύει κανείς για τις προτάσεις αυτές, είναι δύσκολο να αρνηθεί ότι με την ανάληψη μιας πιο εξωστρεφούς εξωτερικής πολιτικής, η Αθήνα θα μπορούσε να αλλάξει την δυναμική και να αφαιρέσει από την Άγκυρα το προνόμιο των πρωτοβουλιών, δια των οποίων, επιδιώκει να έχει την Ελλάδα υπό συνεχή πίεση. Φυσικά, η νοοτροπία αυτή δεν θα πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στην ελληνική εξωτερική πολιτική ή ακόμη και το ελληνικό κρατικό μηχανισμό.
Ο απανταχού Ελληνισμός θα μπορούσε να βγει κερδισμένος από την αφιέρωση μεγαλύτερης προσοχής και την ανάληψη περισσότερων πρωτοβουλιών σχετικά με προκλήσεις που αντιμετωπίζει, αντί να περιμένει να τεθεί μια κατάσταση εκτός ελέγχου πριν αντιμετωπίσει τα προβλήματα αποφασιστικά. Όπως λένε η φίλαθλοι, πολλές φορές, η καλή επίθεση αποτελεί την καλύτερη άμυνα.





